Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Όταν ο λαϊκισμός χαϊδεύει τα αυτιά νέων ανθρώπων

Παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες τις εξελίξεις και τις αντιδράσεις, μετά την απόφαση της Κυβέρνησης να μην ανανεώσει τις συμβάσεις όσων είχαν προσληφθεί στο δημόσιο με τα προγράμματα stage και να μην αξιοποιούνται πλέον τα προγράμματα αυτά στο δημόσιο τομέα. Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα χωρίς προκαταλήψεις και μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Κατά πρώτον για τον ίδιο το θεσμό των stage.
Ο θεσμός της μαθητείας ή της εργασιακής εμπειρίας είναι γενικά μια πρακτική που έχει καθιερωθεί στην αγορά αιώνες τώρα. Στο παρελθόν ήταν το αναγκαίο βήμα κάθε νέου που ήθελε να μάθει μια τέχνη, να είναι δίπλα στο «μάστορα» και να μαθαίνει την τέχνη του, ώστε στην συνέχεια να προχωρήσει μόνος του στην ζωή και στην εργασία. Από τη δεκαετία του ενενήντα, καθιερώνονται τα προγράμματα stage, τα οποία προέβλεπαν επιχορήγηση των επιχειρήσεων, οι οποίες θα προσελάμβαναν ανέργους νέους για εργασιακή εμπειρία από έξι έως 11 μήνες. Ήταν ένα κίνητρο για τις επιχειρήσεις οι οποίες ευκολότερα θα προσελάμβαναν έναν νέο όταν τελείωνε το σχολείο ή το πανεπιστήμιο και θα χρειαζόταν κάποια εργασιακή εμπειρία για την διεκδίκηση μιας θέσης στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Ο θεσμός λοιπόν κατ’αρχήν σαν θεσμός είναι θετικός. Εκείνο που έφταιξε είναι ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε. Αν μάλιστα το Κράτος χρηματοδοτούσε και τις ασφαλιστικές εισφορές κατά την περίοδο της εργασιακής εμπειρίας, τα προγράμματα αυτά είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για την ομαλή μετάβαση στην κανονική εργασιακή ζωή κάθε νέου ή νέας. Εάν μάλιστα συνδεθούν και με τα εκπαιδευτικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης των ανέργων, οι οποίοι στην συνέχεια θα μπορούν να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία μέσα από τα προγράμματα αυτά, θα ήταν ακόμη πιο αποτελεσματικά και χρήσιμα. Όμως το εξουσιαστικό κομματικό σύστημα, διάβαζε πελατειακό κράτος, άρπαξε αυτό το θεσμό και τον έβαλε να υπηρετήσει τις μικροπολιτικές σκοπιμότητές του. Με άθλιο τρόπο «βόλευαν» δήθεν τα νέα παιδιά και μέσα από συνεχείς ανανεώσεις των συμβάσεών τους, ουσιαστικά τα έθεταν σε εργασιακή ομηρία, αλλά και σε πολιτική - κομματική ομηρία. Στο παιχνίδι αυτό μπαίνουν όλα τα επίπεδα του πελατειακού κράτους, από τις κεντρικές υπηρεσίες μέχρι τους Δήμους και τις Νομαρχίες. Τα νέα παιδιά μέσα από τη συνεχή ανανέωση των συμβάσεων stage και τις υποσχέσεις αυτών που τους προσελάμβαναν, απλά ανανέωναν τις ελπίδες τους, για τον πολυπόθητο διορισμό στο δημόσιο. Ουσιαστικά ανανέωναν τα συμβόλαια εξάρτησης από το κομματικό κράτος κάθε χρώματος και απόχρωσης.
Και ερχόμαστε στη σημερινή κατάσταση.
Χιλιάδες εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα βρίσκονται στο δρόμο αφού δεν ανανεώνεται η σύμβασή τους και τα προγράμματα stage δεν θα εφαρμόζονται πλέον στο δημόσιο τομέα. Αυτό ως γεγονός δεν είναι καθόλου ευχάριστο για κανένα. Τι μπορούσε όμως να γίνει ; Και αυτό που μπορούσε να γίνει συμβαδίζει με το κοινό περί δικαίου αίσθημα ; Αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο μας και όχι κάποια φτηνά αντιπολιτευτικά κίνητρα ή κάποιες μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Δεν εξετάζουμε τον τρόπο που προσλήφθηκαν οι άνθρωποι αυτοί στο δημόσιο τομέα μέσα από τα προγράμματα stage. Χωρίς να μηδενίζουμε τις ατομικές ευθύνες του καθένα μας, δεν έχει καμιά σημασία, αν κάποιοι με τα stage ευνοήθηκαν. Είχαν ανάγκη και έπρεπε να εργασθούν. Τώρα εάν κάποιοι κομματάρχες τους χρησιμοποίησαν, οι ευθύνες βρίσκονται στο διεφθαρμένο πελατειακό μας κράτος και στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια που επέτρεπαν την συνέχιση ενός τέτοιου καθεστώτος . Αυτό που έχει σημασία να εξετάσουμε είναι τι είναι αντικειμενικά δίκαιο και τι άδικο. Ας δούμε τα ενδεχόμενα που προβάλλουν διάφορες πλευρές.
Να μονιμοποιηθούν τώρα όλοι οι εργαζόμενοι στα stage χωρίς όρους και προϋποθέσεις, όπως ζήτησαν κάποιοι, η πρώτη εκδοχή.
Να παραταθούν οι συμβάσεις τους μέχρι να γίνουν οι διαγωνισμοί για την κάλυψη των απαιτούμενων θέσεων και να μοριοδοτηθούν ευνοϊκά, όπως ζήτησαν κάποιοι άλλοι, η άλλη εκδοχή.
Και οι δύο αυτές εκδοχές, πέρα από τον έντονο λαϊκισμό που αποπνέουν, είναι βαθιά άδικες και στο βάθος αντεργατικές. Αδικούν κατάφωρα τα χιλιάδες παιδιά του ιδιωτικού τομέα που δούλεψαν ή που δουλεύουν ακόμη με προγράμματα stage και ξέρουν ότι προσλήφθηκαν για εργασιακή εμπειρία. Τα αδικούν κατάφωρα θεωρώντας τα παιδιά ενός κατώτερου θεού σε σχέση με τα παιδιά του δημόσιου τομέα. Τα αδικούν γιατί ξεχωρίζουν τους εργαζόμενους σε πληβείους και πατρικίους ανάλογα εάν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Αυτή η πολιτική όμως δεν έχει καμιά σχέση με την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων. Απλά χαϊδεύουν τα αυτιά τους, διαιωνίζουν το πρόβλημα και συνεχίζουν να καλλιεργούν φρούδες ελπίδες.
Τέλος δεν μπορεί να υπάρχει ευνοϊκή μοριοδότηση στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα με stage. Η μοριοδότηση πρέπει να είναι ισότιμη για όλους, είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα και η απασχόληση στα stage να μετράει όπως μετράει κάθε προϋπηρεσία, για τους διαγωνισμούς προσλήψεων στο δημόσιο τομέα. Ο νόμος πρέπει να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους.
Συμπερασματικά:
Ο θεσμός της εργασιακής εμπειρίας είναι θετικός εάν εφαρμοστεί με τον σωστό τρόπο, για τον χρόνο που προβλέπεται για τα προγράμματα αυτά και θα είναι ακόμη πιο ολοκληρωμένος και αποτελεσματικός εάν συνδεθεί με την επαγγελματική κατάρτιση και υπάρχει και ασφαλιστική κάλυψη. Το θέμα λοιπόν δεν είναι να καταργήσουμε τα προγράμματα αυτά, αλλά να τα εφαρμόσουμε σωστά.
Όσοι έχουν απασχοληθεί με προγράμματα stage είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, να έχουν την ίδια αντιμετώπιση όσον αφορά την μοριοδότησή τους για τους διαγωνισμούς του δημόσιο τομέα, και να μετράει όπως η προϋπηρεσία του καθένα.
Οποιαδήποτε άλλη «λύση» επιλεγεί, που δημιουργεί ανισότητες και ευνοϊκή μεταχείριση σε κάποιους έναντι άλλων, θα είναι μια απλή επανάληψη των μέχρι σήμερα αποτυχημένων και καταδικασμένων πολιτικών διακρίσεων, κάθε απόχρωσης.

Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 6-11-2009

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Το μετέωρο βήμα της δημοκρατικής αριστεράς

Όταν οι πολιτικές του ΣΥΝ καθορίζονται όχι με βάση τη σκληρή πραγματικότητα του μετεκλογικού τοπίου και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά την απήχηση τους (!) στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ.

Διαβάζοντας την πρόσφατη πολιτική απόφαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ (25/10/2009), προσπάθησα να καταλάβω ποιες είναι οι προτεραιότητες και οι νέες πολιτικές επεξεργασίες της δημοκρατικής αριστεράς, μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.
Δυστυχώς αυτό που κατανόησα είναι μία από τα ίδια. Δηλαδή μια αυτοκριτική και κριτική που περιορίζεται στα γνωστά «οργανωτίστικα» θέματα, στις ατομικές συμπεριφορές κάποιων στελεχών, άντε και στην κακή λειτουργία κάποιων τάσεων. Μια προσέγγιση και ανάλυση που δεν συνάδει ούτε στο ελάχιστο με την ομιλία και το κλείσιμο στο ίδιο σώμα, του ίδιου του προέδρου του ΣΥΝ, που ήταν πολύ πιο τολμηρή και έθεσε πολλά ερωτηματικά και αμφισβητήσεις και καλά έκανε. Στην συνέχεια ήρθε η απόφαση της ΚΠΕ που έκλεισε τα «ανοικτά» θέματα με τις γνωστές βεβαιότητες της αριστεράς. Πουθενά δεν αναφέρεται έστω και ως υποψία, μήπως κάπου φταίει και η ακολουθούμενη πολιτική της προηγούμενης περιόδου, των προηγούμενων χρόνων. Μήπως οι πολιτικές που είχε η αριστερά σε μείζονα και ελάσσονα πολιτικά προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας, για τα οποία έχουμε γράψει πολλές φορές στο παρελθόν, ήταν σε κάποιο βαθμό λάθος. Όλα λοιπόν καλώς καμωμένα με την πολιτική της αριστεράς. Δεν φταίει η πολιτική της όταν σε επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις από τη μεταπολίτευση, ο ελληνικός λαός την περιορίζει στα γνωστά εκλογικά ποσοστά της. Όμως στην πολιτική τα θέματα προσεγγίζονται πολιτικά. Και όταν αποτυγχάνεις να πείσεις κάποιον για την πολιτική σου, φταίει κυρίως η πολιτική σου. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Εκτός εάν οι ηγεσίες της αριστεράς έχουν επιλέξει απλά την πολιτική επιβίωσή τους και την αναπαραγωγή τους. Και κάθε φορά να λένε ότι φταίνε όλοι οι άλλοι για τα περιορισμένα εκλογικά ποσοστά της, εκτός από την πολιτική της.
Ας κάνουμε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε κάποια επί μέρους θέματα της απόφασης της ΚΠΕ του ΣΥΝ.
Κατ’αρχήν όσον αφορά την πολιτική εκτίμηση για την νέα Κυβέρνηση, τις προγραμματικές της εξαγγελίες και προτεραιότητες, λέει η απόφαση (όλα τα αποσπάσματα από την απόφαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ είναι μέσα σε εισαγωγικά) :

«Στο πολιτικό επίπεδο, φαίνεται ότι αυτά που υποστηρίζαμε προεκλογικά για την συμπληρωματικότητα του προεκλογικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ με αυτό της ΝΔ επιβεβαιώνονται πολύ γρήγορα» .

Κάτι ανάλογο αλλά πιο ξεκάθαρα για την ταύτιση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ λέει το ΚΚΕ.
Δηλαδή η γνωστή πολιτική διαπίστωση και ισοπέδωση. Ένα δόγμα που διέπει την πολιτική συνολικά της αριστεράς, μεταπολιτευτικά. Που ταυτίζει απλουστευτικά τη σοσιαλδημοκρατία με τον νεοφιλελευθερισμό και τον νεοσυντηρητισμό. Που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τις σημερινές προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. Την ανάγκη εκδημοκρατισμού του κράτους, την ανάγκη δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, για τις οποίες οι εν δυνάμει σύμμαχοι είναι όχι μόνο η σοσιαλδημοκρατία αλλά ακόμη και δημοκρατικές δυνάμεις της φιλελεύθερης δεξιάς !
Αλλά η αριστερά απ’ότι φαίνεται δεν επιδιώκει την λύση παρόμοιων προβλημάτων σήμερα, αφού τα παραπέμπει όλα σε κάποιο αδιόρατο «σοσιαλιστικό» αύριο. Της αρέσει ίσως περισσότερο σήμερα ο ρόλος της διαμαρτυρίας και της καταγγελίας, παρότι μιλάει για προγραμματική αντιπολίτευση, ένα θετικό στοιχείο της απόφασης.

«Σ’ αυτή τη νέα φάση θεωρούμε πως η τακτική και η ανάλογη πολιτική πρακτική της Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς πρέπει να κινείται στη κατεύθυνση της αριστερής προγραμματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου με ορίζοντα τον σοσιαλισμό. Το εν λόγω εναλλακτικό σχέδιο ορίζει την αριστερά σε ευθεία αντίθεση με το πολιτικό σκηνικό όπως είναι σήμερα»

«Η τακτική μας στο επίπεδο της Βουλής συνίσταται στο ότι κρίνουμε την κυβέρνηση με βάση το δικό μας προγραμματικό σχέδιο, το οποίο βέβαια συμπληρώνουμε με βάση την ανάγκη της στιγμής, πάντα σε αντιστοιχία με το συνολικό μας πρόγραμμα αλλά και τον στρατηγικό μας στόχο»

Το εν λόγω λοιπόν εναλλακτικό σχέδιο ορίζει την αριστερά σε ευθεία αντίθεση με το πολιτικό σκηνικό όπως είναι σήμερα. Βερμπαλισμοί και κούφια λόγια. Η κοινωνία οι πολίτες απαιτούν λύσεις σήμερα. Έστω και μικρά δημοκρατικά βήματα και μεταρρυθμίσεις. Σήμερα, τώρα. Εάν κάθε μέτρο της νέας Κυβέρνησης η αριστερά θα το «μετρά» με κάποιο «συριζόμετρο», τότε ακόμη και απλά μέτρα εκδημοκρατισμού του Κράτους δεν θα τύχουν της στήριξης της αριστεράς, αφού πρέπει να εξυπηρετούν το «σοσιαλισμό» κατά ΣΥΡΙΖΑ. Και αντί η αριστερά να λέει σε όλους τους τόνους ότι, όχι απλά θα στηρίξει κάθε δημοκρατικό μέτρο, κάθε δημοκρατική μεταρρύθμιση, αλλά θα αγωνιστεί με όλες της τις δυνάμεις, με προτάσεις, με πρωτοβουλίες, για να «σπρώξει» τα πράγματα σε πιο προοδευτική και δημοκρατική κατεύθυνση, θέτει όρια. Όμως η κοινωνία και οι πολίτες που εκφράστηκαν στις εκλογές αυτές με τον τρόπο που εκφράστηκαν, θέλουν λύσεις σήμερα. Και για την αριστερά θα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να συνομιλήσει με τους πολίτες αυτούς, εάν έλεγε ξεκάθαρα ότι θα στηρίξει κάθε δημοκρατικό μέτρο και κάθε πολιτική που θα προωθεί έστω και λίγο την δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη και όχι να δημιουργεί νέες διαχωριστικές γραμμές, λέγοντας ότι βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το πολιτικό σκηνικό όπως είναι σήμερα. Αυτοί οι πολίτες όμως είναι οι πρωταγωνιστές της δημιουργίας αυτού του πολιτικού σκηνικού. Άρα καμιά γέφυρα επικοινωνίας δεν δημιουργεί με τους πολίτες αυτούς. Αντίθετα με την ισοπεδωτική κριτική τους κρατά απέναντί της και δημιουργεί πολωτικά αντανακλαστικά.

Ακόμη και την θέση της για την καθιέρωση της απλής αναλογικής τη λέει έτσι για να την λέει. Γιατί η καθιέρωση της απλής αναλογικής επιβάλλει πολιτικές συνεργασιών και συμμαχίες. Και η αριστερά δεν φαίνεται διατεθειμένη να κάνει συνεργασίες με κανέναν εκτός από τον εαυτό της. Γι αυτό άλλωστε το θέμα το εξαντλεί σε δυο γραμμές ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι το εκλογικό σύστημα είναι από τα θέματα που θα μας απασχολήσουν το επόμενο διάστημα.

«Επαναλαμβάνουμε τη θέση μας υπέρ της απλής αναλογικής, του μόνου εκλογικού συστήματος που εκφράζει τη βούληση των πολιτών στη σύνθεση του κοινοβουλίου»

Όμως διαχρονικά η αριστερά ήταν υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Οι μεγάλες στιγμές της αριστεράς ιστορικά, ταυτίζονται με τις μεγάλες συμμαχίες του ΕΑΜ και της ΕΔΑ, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών. Σήμερα γιατί η αριστερά δεν θέλει τις συμμαχίες με τα δημοκρατικά κοινωνικά και πολιτικά στρώματα του δημοκρατικού φιλελεύθερου κέντρου και της σοσιαλδημοκρατίας ; Γιατί τους βάζει απέναντι ;
Ως και τους Οικολόγους – Πράσινους δεν τους βλέπει ως μια δύναμη συνεργασίας και συμμαχίας. Απλά τους αναφέρει. Πουθενά δεν γράφει ότι θα επιδιώξει συνάντηση μαζί τους ή έστω κοινή δράση στα μεγάλα προβλήματα του περιβάλλοντος.

«Στον κόσμο που ψήφισε Ο-Π με προσδοκία τον οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας, την περιβαλλοντική προστασία, οικολογική ανασυγκρότηση της χώρας και δημοκρατικές λύσεις»

Πάλι τα βαρίδια του αριστερισμού έκαναν τη δουλειά τους, αφού σε παλαιότερες αποφάσεις του ο ΣΥΝ θεωρούσε τους Οικολόγους – Πράσινους εν δυνάμει συμμάχους.
Το αποκορύφωμα της πολιτικής του απομονωτισμού και της περιχαράκωσης της αριστεράς, είναι η πολιτική απόφαση του ΣΥΝ για τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του 2010.

«Οι δημοτικοί συνδυασμοί που θα υποστηρίξουμε οφείλουν να εκφράζουν τουλάχιστον τον ΣΥΡΙΖΑ»

Αντί η αριστερά να προσπαθήσει να σπάσει την παράδοση του «χρίσματος» των κομμάτων του δικομματισμού, προτείνοντας ενωτικούς και πλατείς συνδυασμούς που θα δημιουργηθούν στη βάση των προβλημάτων και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, ακολουθεί την ίδια κομματική γραμμή. Οι δημοτικοί συνδυασμοί οφείλουν να εκφράζουν τουλάχιστον τον ΣΥΡΙΖΑ !!!. Δηλαδή εάν σε ένα δήμο υπάρχουν δυνάμεις που έχουν συναντηθεί στο παρελθόν σε μεγάλους αγώνες για τα τοπικά προβλήματα και είναι πέρα από το ΣΥΡΙΖΑ και θα ήθελαν να συνεχίσουν το ενωτικό τους εγχείρημα και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, δεν κάνουν για την αριστερά, αφού δεν έχουν πιστοποιητικό ΣΥΡΙΖΑ. Για άλλη μια φορά, η αριστερά αντί ενός μεγάλου ενωτικού εγχειρήματος στην κοινωνία επιλέγει την κομματική καταγραφή.

Δυστυχώς οι κυρίαρχες ηγεσίες της αριστεράς κάθε έκφανσης με τις πολιτικές τους, επιλέγουν εδώ και δεκαετίες να έχει η αριστερά έναν περιορισμένο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας.
Και αν κάποιος με ρωτήσει ποια είναι η πρόταση σήμερα θα του πω χωρίς καμιά αναστολή αυτό που είχα καταθέσει και πριν τις εκλογές και η οποία συμπυκνωνόταν στο σύνθημα ‘’Επανίδρυση της δημοκρατικής αριστεράς. Τώρα !!!’’
Από πολλούς φίλους εκλήφθηκε ως μια πρόταση σε κάποιες δυνάμεις από το χώρο του Συνασπισμού να αποχωρήσουν από το αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ και να δημιουργήσουν ένα άλλο σχήμα της δημοκρατικής αριστεράς. Δεν ξέρω αν αυτή είναι λύση, αλλά σίγουρα αυτή η προοπτική αντιμετωπίζει το θέμα της επανίδρυσης της αριστεράς, ως μια υπόθεση που λύνεται με οργανωτικούς όρους. Είναι γεγονός βέβαια ότι σήμερα στο χώρο του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έχουν δημιουργηθεί προκαταλήψεις και επικρατούν κυρίως οργανωτικά ρεύματα και όχι πολιτικά και ιδεολογικά, τα οποία δυσκολεύουν αντικειμενικά το εγχείρημα, το αποστειρώνουν από την ουσία του, που είναι ο επανακαθορισμός της δημοκρατικής αριστεράς με σύγχρονους όρους, δηλαδή ουσιαστικά η επανίδρυσή της. Όμως η επανίδρυση της δημοκρατικής αριστεράς δεν είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τους συσχετισμούς στο εσωτερικό του ΣΥΝ ή έστω του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι κάτι ευρύτερο, πιο πλούσιο και πιο δημιουργικό. Αφορά κυρίως τη δημοκρατική κοινωνική αριστερά που σήμερα παρακολουθεί τα γεγονότα σχετικά απογοητευμένη, ψηφίζει με συναίσθημα και όχι με πολιτικό ορθολογισμό, αισθάνεται απογοητευμένη και σχετικά απομονωμένη από την θεσμική αριστερά, κάθε τάσης.
Το εγχείρημα λοιπόν της επανίδρυσης της δημοκρατικής αριστεράς δεν είναι υπόθεση μόνο κάποιας ηγετικής ομάδας ή κάποιων πολιτικών παραγόντων. Δεν είναι υπόθεση μόνο κορυφής. Δεν είναι υπόθεση κάποιων προβεβλημένων στελεχών. Είναι κυρίως υπόθεση της κοινωνικής αριστεράς. Των δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτών της αριστεράς που βρίσκονται μέσα και κυρίως έξω από τα κόμματα της αριστεράς.
Δεν ξέρω αν σήμερα υπάρχουν οι όροι επανίδρυσης της δημοκρατικής αριστεράς. Εκείνο που μπορώ να πω είναι, ότι η επανίδρυση της δημοκρατικής αριστεράς δεν αφορά τη συγκρότηση ενός νέου κομματικού σχηματισμού, στα πρότυπα των σημερινών κομμάτων της αριστεράς. Η σύγχρονη δημοκρατική αριστερά θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός πολιτικού και ιδεολογικού ρεύματος που θα διαπερνά την κοινωνία και θα συγκροτείται μέσα από την κοινωνία και για την κοινωνία. Θα συγκροτείται πολιτικά με όρους κοινωνίας των πολιτών, με άμεση δημοκρατία και ανοικτές δημοκρατικές διαδικασίες. Η συγκρότησή της θα αγκαλιάσει και θα συγκινήσει τη κοινωνία, θα έχει τους ίδιους τους αριστερούς πολίτες, οι οποίοι θα έχουν ουσιαστικό λόγο και συμμετοχή στο εγχείρημα της επανίδρυσης της δημοκρατικής αριστεράς.
Το πώς και το πότε είναι ζητούμενα. Αλλά αυτά δεν απαντώνται σε ένα κείμενο. Αυτά γεννώνται μέσα από τις ίδιες τις ανάγκες της κοινωνίας και τις ιστορικές συγκυρίες.

Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 27-10-2009

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Σκέψεις για τις πρώτες μέρες της νέας Κυβέρνησης που προέκυψε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009

Ένα θετικό κλίμα φαίνεται να διαπερνά την κοινωνία και την πολιτική ατμόσφαιρα, λίγες μέρες μετά τις εκλογές και την ανάληψη της Κυβέρνησης από τη νέα πλειοψηφία. Δεν είναι μόνο η καταγραφή όλων των μετεκλογικών δημοσκοπήσεων αλλά και η καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους σου δίνει αυτήν την εντύπωση ανεξάρτητα τι ψήφισε ο καθένας.
Είναι αλήθεια ότι το κλίμα αυτό οφείλεται κυρίως στην καθολική αποτυχία της παλαιάς Κυβέρνησης και στην μεγάλη απογοήτευση που είχε δημιουργήσει σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, αλλά καθόλου δεν πρέπει να υποτιμήσουμε και τις θετικές κινήσεις και εξαγγελίες της νέας Κυβέρνησης.
Θα ήταν μικρόψυχο και πολύ εγωιστικό να μην αναγνωρίσουμε, την φρεσκάδα των νέων προσώπων, την αναγνώριση των μεγάλων προβλημάτων μέσα από τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας Κυβέρνησης, που ταλανίζουν δεκαετίες την ελληνική κοινωνία και την κατάθεση πολλών προτάσεων και εξαγγελιών που δίνουν τουλάχιστον ένα αίσθημα ανακούφισης. Ασφαλώς τι θα γίνει απ’ όλα αυτά και σε τι βαθμό, είναι ζητούμενο. Αυτό θα το δείξει η ζωή και θα αποδειχθεί από την ίδια την πραγματικότητα.
Όμως δεν συμφωνώ με την τακτική «σε περιμένω στη γωνία». Δηλαδή, δεν κάνω τίποτα, αλλά περιμένω να δω τα πρώτα στραβοπατήματα για να βγω στην συνέχεια να σε καταγγείλω.
Επίσης δεν συμφωνώ με την τακτική μηδενισμού των πάντων. Χωρίς να έχουμε κανένα χειροπιαστό δείγμα της νέας Κυβέρνησης, ή έχουμε ελάχιστα, δεν μπορούμε να προδιαγράψουμε απόλυτα την αποτυχία της.
Και το θέμα δεν είναι να δώσουμε ανοχή στην νέα Κυβέρνηση. Όχι δεν νομίζω ότι αυτό είναι το ζητούμενο. Όμως η τακτική που επιλέγουν κάποιοι με στημένα «θέατρα συγκρούσεων» - δείγματα γραφής είδαμε λίγες μέρες πριν έξω από το Υπουργείο εργασίας – για να αποδείξουν την «αντεργατικότητα» της νέας Κυβέρνησης με το καλημέρα, δεν πείθει κανένα απ’ αυτούς που προσπαθεί να πείσει. Και να είναι σίγουροι οι εμπνευστές της ότι η τακτική αυτή, θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα από τους πολίτες και την κοινωνία. Οι πολίτες κρίνουν τον καθένα με τις πράξεις και τις πολιτικές του και επιλέγουν. Όπως έκαναν πρόσφατα στις εκλογές.
Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε τουλάχιστον όσοι εμφορούμαστε από τις ιδέες της δημοκρατικής αριστεράς, αλλά και η κοινωνία των πολιτών μέσα από τις κινήσεις πολιτών, τους κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς, είναι να «πυρπολήσουμε» την νέα Κυβέρνηση με συγκεκριμένες προτάσεις και θέσεις. Με παρεμβάσεις και θέσεις δημιουργικές. Για κάθε εξαγγελία και θέση της νέας Κυβέρνησης, εκείνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να στηρίξουμε κάθε θετικό μέτρο και θέση και να βοηθήσουμε να πάνε τα πράγματα πιο μπροστά, πιο προοδευτικά, πιο δημοκρατικά. Και ασφαλώς σε κάθε αρνητική εξαγγελία και θέση να αγωνιζόμαστε μαζί με την κοινωνία των πολιτών για την αναίρεσή της. Και χωρίς να αναμένουμε εξαγγελίες, χρειάζεται να καταθέτουμε προτάσεις και θέσεις για επείγοντα θέματα της κοινωνίας. Η υπόθεση της αναβάθμισης της δημοκρατίας, της κοινωνικής προόδου, δεν είναι υπόθεση μόνο κάποιας Κυβέρνησης. Είναι πρώτα απ’όλα υπόθεση της κοινωνίας και των ίδιων των πολιτών.
Και εκείνος που θα κρίνει αν μια θέση της νέας Κυβέρνησης είναι θετική και υπέρ της κοινωνίας των πολιτών, είναι οι ίδιοι οι πολίτες και όχι κάποιες κομματικές «φωτισμένες πρωτοπορίες». Και εδώ χρειάζεται να επεξεργασθούμε και να καταθέσουμε προτάσεις και θέσεις, ώστε να αναβαθμίσουμε τη δημοκρατία και την συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, όχι μόνο μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά και στην καθημερινή λειτουργία της δημοκρατίας.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω όμως με το είδος της αντιπολίτευσης που ταμπουρωμένη πίσω από έναν ξεπερασμένο κρατισμό, απορρίπτει κάθε πρόταση της νέας Κυβέρνησης, αναβάλλοντας τις λύσεις των προβλημάτων σε κάποιο αδιόρατο «σοσιαλιστικό» αύριο. Που αντιμάχεται κάθε είδους μεταρρύθμιση. Που μηδενίζει κάθε προσπάθεια και πολιτική μεταρρύθμισης αυτού του Κράτους, γιατί την θεωρεί ενσωμάτωση. Που θεωρεί ότι η λύση κάθε προβλήματος περνάει μέσα από την «κρατικοποίηση» της λύσης του.
Όμως αυτή η πρακτική έχει οδηγήσει την αριστερά αντί να υπερασπίζεται τους αδύνατους να συντάσσεται αρκετές φορές με τις κάθε είδους συντεχνίες. Το είδαμε αυτό πρόσφατα στα λιμάνια, παλαιότερα με ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων που επιδίωκαν ειδική μεταχείριση και η αριστερά τους υπερασπιζόταν. Το είδαμε στην παιδεία, που η απόρριψη κάθε μεταρρύθμισης την οδήγησε να διαφωνήσει ακόμη και με την καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στην εκλογή των αντιπροσώπων τους στις διοικήσεις των πανεπιστημίων. Το βλέπουμε διαχρονικά όταν απορρίπτει κάθε είδους αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των δημόσιων υπηρεσιών και λειτουργών, να υπερασπίζεται ουσιαστικά το απαράδεκτο καθεστώς που επικρατεί στις δημόσιες υπηρεσίες ή τουλάχιστον να συμβάλλει στο να μην γίνεται καμιά μεταρρύθμιση ή αλλαγή.
Η απόδειξη για το ποιος υπερασπίζεται τους κοινωνικά αδύνατους, δεν είναι οι κορώνες και οι βερμπαλιστικές εκφράσεις που περιέχουν τις λέξεις μονοπώλια και κεφάλαιο. Αλλά η ίδια η πρακτική και οι πολιτικές που ασκούνται στα πραγματικά προβλήματα και οι λύσεις που προωθούνται.
Τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα για την νέα Κυβέρνηση. Δεν αρκούν μόνο οι καλές προθέσεις. Χρειάζεται πολιτική βούληση και σταθερότητα στις επιλογές. Γιατί οι συγκρούσεις με μεγάλα συμφέροντα, κάθε είδους συντεχνίες είναι αναπόφευκτες. Το «βαθύ κράτος» είναι μπροστά της.
Τέλος η νέα Κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει τον ίδιο τον εαυτό της ουσιαστικά, αφού πρέπει να συγκρουστεί μετωπικά με το ίδιο το παρελθόν του Κυβερνώντος κόμματος. Με κατεστημένες νοοτροπίες, ημέτερους, κομματικούς στρατούς και άλλα γνωστά φαινόμενα που ταλαιπωρούν διαχρονικά την ελληνική κοινωνία. Και το στοίχημα που βάζει με τον ελληνικό λαό αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό είναι πολύ μεγάλο.

Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 19-10-2009

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Τι γίνεται με το εμπορικό λιμάνι του Πειραιά ;

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας με την κινέζικη εταιρία COSCO, το εμπορικό λιμάνι του ΠΕΙΡΑΙΑ ουσιαστικά υπολειτουργεί και κάποια διαστήματα δεν λειτουργούσε καθόλου.
Την συμφωνία της προηγούμενης κυβέρνησης, που παραχώρησε για 35 χρόνια την εμπορική διαχείριση στην κινέζικη εταιρία έναντι 4,3 δις. € (παρούσα αξία περίπου 490 εκ.€), είχαν καταγγείλει όλα τα κόμματα της τότε αντιπολίτευσης, από το ΚΚΕ, το ΣΥΝ έως το ΛΑΟΣ και του ΠΑΣΟΚ συμπεριλαμβανομένου, στελέχη του οποίου υπόσχονταν και απ’ ότι φαίνεται υπόσχονται και σήμερα στους συνδικαλιστές, ότι θα επαναδιαπραγματευτούν τη συμφωνία με τους Κινέζους.
Για την ουσία της συμφωνίας :
Κάποιοι λένε για πώληση του εμπορικού λιμανιού της χώρας. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι πρόκειται για κάποια συμφωνία παραχώρησης της εμπορικής χρήσης δύο σταθμών μεταφόρτωσης. Πρώτο θέμα λοιπόν είναι ότι πρόκειται για παραχώρηση της χρήσης και όχι για πώληση. Καλά είναι λοιπόν να μιλάμε για τα πραγματικά γεγονότα και όχι να χρησιμοποιούμε όρους με ιδεολογική και πολιτική φόρτιση, έτσι για εντυπωσιασμό.
Η γνώμη μου είναι ότι κατ’ αρχήν η συμφωνία με την Κινέζικη εταιρία θεωρείται μια θετική εξέλιξη για τη χώρα μας. Και αυτό γιατί :
Η συμφωνία με τον οικονομικό γίγαντα που λέγεται Κίνα, από μόνη της αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας. Ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας δίνει μια μοναδική ευκαιρία στη χώρα μας να παίξει έστω και μέσω της παραχώρησης, έναν παγκόσμιο ρόλο στο παγκόσμιο εμπόριο. Να καταστήσει το λιμάνι του ΠΕΙΡΑΙΑ ένα μεγάλο εμπορικό λιμάνι, μια πραγματική πύλη της Δύσης προς την Ανατολή και αντίστροφα. Έναν μεγάλο κόμβο διακίνησης των εμπορευμάτων ανάμεσα στην Δύση και την Ανατολή. Και μάλιστα σε συνεργασία με μια μεγάλη δύναμη που ακούει στο όνομα Κίνα και που όλα δείχνουν ότι είναι η νέα μεγάλη οικονομική υπερδύναμη του πλανήτη.
Κάποιοι λένε ότι η συμφωνία εξυπηρετεί τα κινέζικα συμφέροντα.
Ασφαλώς και η παραχώρηση εξυπηρετεί και τα Κινέζικα συμφέροντα. Όμως ποια διεθνή συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μερών που την υπογράφουν ; Όμως εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της χώρας μας. Γιατί αν η χώρα μας αρνηθεί μια τέτοια στρατηγική συνεργασία, οι Κινέζοι θα βρουν άλλο λιμάνι για να ‘εξυπηρετήσουν’ τα συμφέροντά τους. Και αυτό ίσως είναι στη γειτονιά μας. Και τότε θα είμαστε ευχαριστημένοι μέσα στην απομόνωσή μας, γιατί δεν δεχθήκαμε να ‘ξεπουλήσουμε’ το λιμάνι μας. Βέβαια τα πλοία της ανατολής και της δύσης θα περνάνε ανοικτά του Πειραιά. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα για τους κάθε είδους υπερασπιστές της ‘εθνικής μας περιχαράκωσης’.
Κάποιοι εθελοτυφλούν και καταγγέλλουν τη συμφωνία ή κάθε συμφωνία με τρίτες χώρες, γιατί όπως λένε ‘ξεπουλάμε’ το λιμάνι μας στους Κινέζους. Ουσιαστικά τι μας λένε ; Να παραμείνει ο Πειραιάς, ένα λιμάνι όπως είναι σήμερα. Ένα λιμάνι ‘επαρχιακό’ το οποίο ουσιαστικά εξυπηρετεί τις ανάγκες διακίνησης των εμπορευμάτων της χώρας, ίσως και ένα τμήμα της παγκόσμιας διακίνησης, λόγω της ιδιαίτερης θέσης της χώρας μας στην παγκόσμια ναυτιλία. Όμως τι θα γίνει στο μέλλον ; Μπορεί να παίξει τον νέο ρόλο που θέλουμε ως χώρα ή θα παραμείνει ένα περιφερειακό λιμάνι παραγκωνισμένο, παραμελημένο, υποβαθμισμένο, έξω και πέρα από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, ‘αμόλυντο’ όμως από τα ξένα συμφέροντα ;
Κάποιοι καλοπροαίρετα λένε : Γιατί δεν αναλαμβάνει το Κράτος να παίξει αυτό το ρόλο που θα παίξει η Cosco ; Να κάνει επενδύσεις, να εκσυγχρονίσει και να επεκτείνει το εμπορικό λιμάνι. Ίσως θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένα σύγχρονο και δημοκρατικό Κράτος που δουλεύει με αξιοκρατία και χωρίς τις συντεχνίες να καθορίζουν τις πολιτικές της χώρας, αλλά σε μια άλλη εποχή. Ίσως τον προηγούμενο αιώνα. Στην σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης τα κράτη δεν μπορούν να κλείνουν τα μάτια, στις παγκόσμιες συμμαχίες και συνεργασίες. Ειδικά σε θέματα τέτοια όπως τα εμπορικά λιμάνια, όπου χρειάζεται εξειδικευμένη τεχνογνωσία αλλά και δύναμη, πρέπει να αναζητάς τους καλύτερους ‘παίκτες’ του παγκόσμιου εμπορίου και να κλείνεις μαζί τους αμοιβαία επωφελείς συνεργασίες. Και η Cosco είναι μια υπερδύναμη του παγκόσμιου εμπορίου. Γι αυτό κυρίως δεν μπορεί να τα καταφέρει το ελληνικό κράτος, το υπάρχων αλλά και οποιοδήποτε άλλο (ακόμη και το πιο σοσιαλιστικό), που θα δούλευε ιδανικά, θα έπρεπε να επιδιώκει παρόμοιες συνεργασίες με τέτοιους οικονομικούς κολοσσούς και γνώστες της παγκόσμιας αγοράς. Το θέμα είναι να εξασφαλίσεις αμοιβαία οφέλη από τη συνεργασία μαζί τους. Εάν οι ειδικοί του χώρου εκτιμούν ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της συμφωνίας και οι Κινέζοι συμφωνούν να την ξαναδούμε τότε ναι, να δούμε την επαναδιαπραγμάτευση. Αν και υπάρχουν ενστάσεις, ότι με την τακτική αυτή δεν δείχνουμε και τα καλύτερα δείγματα ως χώρα στην παγκόσμια αγορά. Γιατί το κράτος πρέπει να έχει συνέχεια. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό, πρέπει να ξεκαθαρίσει η κυβέρνηση, προς όλες τις πλευρές ότι η συνεργασία με τη Cosco είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα μας. Γιατί πρέπει να καταλάβουν και οι συνδικαλιστές που έχουν ‘παγώσει’ το λιμάνι, ότι δεν μπορούν να υπαγορεύουν την εξωτερική και εμπορική πολιτική της χώρας. Βεβαίως έχουν δικαίωμα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, αλλά απ’ότι διαβάσαμε οι διεκδικήσεις τους είναι να ‘παγώσει’ η συμφωνία με τη Cosco, ουσιαστικά να καταργηθεί και όχι κάποια συνδικαλιστικά αιτήματα. Και απ’όσα γνωρίζουμε και η υπάρχουσα συμφωνία τους κατοχυρώνει, δίνοντάς τους την δυνατότητα, είτε να αποχωρήσουν, παίρνοντας αποζημιώσεις της τάξεως των 200.000,00 € (!) είτε να συνεχίσουν να εργάζονται στο λιμάνι κάτω από τη νέα εταιρία (ΣΕΠ ΑΕ) που θα διαχειριστεί τις εμπορικές προβλήτες που προβλέπει η παραχώρηση. Και σε τελυταία ανάλυση μπορεί κάποιες συντεχνίες να θιγούν με την εφαρμογή της συμφωνίας, αλλά μακροπρόθεσμα οι εργαζόμενοι στο λιμάνι θα ωφεληθούν και κυρίως θα βρούν δουλειά περισσότεροι άνθρωποι που σήμερα βρίσκουν κλειστές τις πόρτες του λιμανιού από τις 'κλειστές' συντεχνίες που λειτουργούν στο λιμάνι του Πειραιά.
Η ουσία όμως είναι η πολιτική βούληση. Και πρέπει η Κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει άμεσα τις πολιτικές προθέσεις της και να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί.

Και με την ευκαιρία να δούμε το λιμάνι του Πειραιά στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται. Κάποιες προτάσεις είναι :
Να ενισχυθεί ο ρόλος του Πειραιά ως εμπορικό λιμάνι καθιστώντας το σταδιακά αμιγώς εμπορικό, ενισχύοντας τις υποδομές και αναδείχνοντας το ως ένα βασικό κόμβο ενός ολοκληρωμένου συστήματος συνδυασμένων μεταφορών με ενίσχυση του ρόλου του εμπορικού σιδηρόδρομου.
Να μεταφερθούν οι ακτοπλοϊκές υπηρεσίες του Πειραιά στο λιμάνι του Λαυρίου και καθιστώντας το Λαύριο, ένα μεγάλο ακτοπλοϊκό λιμάνι. Προϋπόθεση η δημιουργία κατάλληλων υποδομών και η σύνδεσή του με το εθνικό δίκτυο, με σύγχρονους οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες, με επέκταση του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα. Μελέτη (περίληψή της, είναι διαθέσιμη στην διεύθυνση
http://kostasxainas.blogspot.com/search?updated-min=2007-01-01T00%3A00%3A00-08%3A00&updated-max=2008-01-01T00%3A00%3A00-08%3A00&max-results=1)
αποδεικνύει ότι η χρονοαπόσταση προς τα νησιά του Αιγαίου με λιμάνι αναχώρησης το λιμάνι του Λαυρίου, θα μειωθεί έως 48%.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι ο Πειραιάς δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση, αλλά ούτε και για αντιπολίτευση κρυμμένη πίσω από παρωχημένες ιδεοληψίες και κρατισμούς. Το θέμα πρέπει να αντιμετωπισθεί στη βάση μιας σύγχρονης αντίληψης για την θέση της χώρας μας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και πως μπορεί αυτή να ενισχυθεί με κριτήριο το εθνικό συμφέρον.


Χαλκίδα 13-10-2009
Κώστας Χαϊνάς

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ερωτήματα που ζητούν επειγόντως απαντήσεις !!!

Γιατί οι πολίτες επιλέγουν σταθερά εδώ και τριάντα πέντε χρόνια τα κόμματα του δικομματισμού ;
Γιατί τα κόμματα της αριστεράς περιορίζονται στα γνωστά ποσοστά τους, παρά την κατάρρευση του ενός ή του άλλου πόλου του δικομματισμού ;
Ερωτήματα που ζητούν επειγόντως απαντήσεις.

Οι εκλογές τέλειωσαν. Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και προσωπικά ο κ. Καραμανλής υπέστη μια συντριπτική ήττα. Το ΠΑΣΟΚ κατήγαγε μια μεγάλη νίκη, παίρνοντας την ποθούμενη αυτοδυναμία. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ υπέστησαν μια υποχώρηση δείχνοντας ότι έχει πιάσει ‘’οροφή’’ που πρέπει να προβληματίσει τον Περισσό. Ο ΛΑΟΣ πήρε ένα τμήμα της δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και αύξησε τις δυνάμεις του, χωρίς όμως να πείθει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους για τις πολιτικές του. Η επίδοση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, αν και οι δυνάμεις του σημείωσαν μια μικρή υποχώρηση, στις γνωστές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στο εσωτερικό του, θεωρείται μια μικρή νίκη. Κυρίως το αποτέλεσμα αποτελεί μια επιβεβαίωση των επιλογών του προέδρου του ΣΥΝ και μια σημαντική προσωπική του νίκη απέναντι στους αμφισβητίες του. Οι Οικολόγοι – Πράσινοι κατέγραψαν μια σημαντική νίκη παρότι δεν ξεπέρασαν το όριο του 3%, αφού καταγράφονται πλέον ως μια σημαντική πολιτική δύναμη, υπερδιπλασιάζοντας τις δυνάμεις που είχαν πάρει το 2007. Το μέλλον βέβαια θα δείξει κατά πόσο το εγχείρημά τους θα αποβεί βιώσιμο σε ένα πολιτικό σκηνικό που ο δικομματισμός καλά κρατεί.

Και αυτό είναι το ζητούμενο. Που οφείλεται η κυριαρχία του δικομματισμού τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια ; Ασφαλώς συνδέεται με τον εκλογικό νόμο και σε μια σειρά άλλους λόγους, που όμως δεν είναι του παρόντος σημειώματος. Αυτό που θα μας απασχολήσει σήμερα είναι κατά πόσο η πολιτική της αριστεράς διαχρονικά συμβάλλει έστω και κατ’ ελάχιστον στην διαιώνισή του. Και εξηγούμαι.

Τι έχουμε στο πολιτικό σκηνικό από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δύο κόμματα –που ονομάστηκαν από πολλούς και διάφορους και από την αριστερά, κόμματα εξουσίας ! – που εναλλάσσονται στην εξουσία από τότε και μια αριστερά με τις διάφορες εκφράσεις της όχι μόνο να μην κάνει τίποτα για να ανατρέψει αυτό το πολιτικό σκηνικό, αλλά αντικειμενικά συμβάλλει στην διαιώνισή του.

Το ΚΚΕ έχει μια σταθερή πολιτική εδώ και πολλά χρόνια, που καταγγέλλει τους πάντες και τα πάντα, καταδικάζοντας κάθε πολιτική μεταρρύθμιση, κάθε πολιτική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Από το συνδικαλιστικό κίνημα όπου ουσιαστικά έχει διασπάσει τα συνδικάτα με την στρατηγική επιλογή του ΠΑΜΕ, αλλά και σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και της πολιτικής τραβάει ένα μοναχικό δρόμο διεκδικώντας την απόλυτη αλήθεια, ο οποίος το πολύ – πολύ να του δίνει μια – δυο μονάδες πάνω κάτω στις εκλογικές του επιδόσεις κάθε φορά. Τοποθετεί όλες τις άλλες πολιτικές απέναντί του και καθαρίζει. Αντίσταση και ανυπακοή μας λέει για σήμερα, μεταθέτοντας την λύση των προβλημάτων σε ένα απώτερο και αδιόρατο μέλλον. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική και ταυτόχρονα αδιέξοδη αφού δεν έχει καμιά πειστική πρόταση για τα σημερινά προβλήματα της χώρας και του λαού μας.

Η συγκρότηση της δημοκρατικής αριστεράς μέσα από τη δημιουργία του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα και μετά έδωσε κάποιες ελπίδες και προσδοκίες σε πολλούς πολίτες, ότι πλέον η δημοκρατική αριστερά θα έβρισκε έναν ρεαλιστικό βηματισμό συγχρονισμού της με την κοινωνία και τις ανάγκες της. Ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, θα ξέφευγε επιτέλους από τη γενικόλογη διαμαρτυρία και καταγγελία και θα έμπαινε ουσιαστικά στην τροχιά της δημοκρατικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε με σκαμπανευάσματα και υπαναχωρήσεις με κύριο χαρακτηριστικό σε κάθε εκλογική αναμέτρηση τις εκκλήσεις για την πολιτική της επιβίωση. Φαινόταν ότι ποτέ δεν πίστεψε στις δυνάμεις της, στην δυνατότητα παρέμβασής της στα πολιτικά πράγματα και διαμόρφωσης προϋποθέσεων ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών. Η πολιτική της περιοριζόταν βασικά σε καταγγελίες και διαμαρτυρίες. Σχεδόν πάντα το πολιτικό μήνυμα που εξέπνεε ήταν να δυναμώσουν το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ για να έχουν δύναμη αντίστασης αυτοί που δεν έχουν δύναμη. Μέχρι εκεί. Τα θέματα όπως, ποιος θα είναι στην διακυβέρνηση της χώρας την επόμενη μέρα, δεν την απασχόλησε ούτε την απασχολούσε ποτέ.

Όμως οι πολίτες σκέφτονται λίγο διαφορετικά. Τους απασχολεί κυρίως ποιος θα κυβερνά και με τι πολιτικές αυτή τη χώρα και κατά δεύτερον αν θα είναι κάποιος λιγότερο ή περισσότερο κοντά του στους αγώνες. Γιατί άλλωστε γι’ αυτό ψηφίζουν. Για να βγάλουν κυβέρνηση που θα ασκήσει συγκεκριμένες πολιτικές και όχι ποιος θα είναι στην ηγεσία του συνδικάτου. Και με αυτό σαν βασικό κριτήριο ψηφίζουν. Γιατί να δώσουν ψήφο σε ένα κόμμα που δεν θέλει να Κυβερνήσει ; Που φοβάται ή δεν θέλει να Κυβερνήσει ; Έτσι απλά σκέφτεται ένας πολίτης. Ακόμη και να θέλει να ψηφίσει την αριστερά, γιατί δεν θέλει να δώσει τις αλαζονικές αυτοδυναμίες σε κανένα κόμμα και θέλει Κυβερνήσεις συνεργασίας, η ίδια η αριστερά φροντίζει σε όλους τους τόνους να τους λέει. Μην με ψηφίζετε, δεν με ενδιαφέρει να κυβερνήσω, δεν με ενδιαφέρει να συνεργασθώ. Δεν το λέει ακριβώς έτσι, αλλά περίπου έτσι. Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις προγραμματικής συνεργασίας λέει. Μάλιστα, και αυτές οι προϋποθέσεις πότε και πως θα δημιουργηθούν ; Με το να οδηγεί τους πολίτες που θέλουν να την ψηφίσουν στον δικομματισμό ; Γιατί τι άλλο να κάνει ένας πολίτης που έχει απογοητευθεί από το ΠΑΣΟΚ, θέλει να ψηφίσει τη δημοκρατική αριστερά αλλά αυτή του λέει : Ξέρεις, ψήφισέ με αλλά να ξέρεις, δεν πρόκειται να συμβάλλω σε κυβερνητικές λύσεις συνεργασίας. Τι θα κάνει ο πολίτης αυτός ; Έστω και με βαριά καρδιά θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ. Έτσι δουλεύει το δικομματικό σύστημα και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ξέρει πολύ καλά αυτό τα παιχνίδι της αυτοδυναμίας χρόνια τώρα. Και το παίζει καλά, βοηθούντος της αριστεράς. Λέει λοιπόν, αφού αυτοί δεν θέλουν συνεργασία, ψήφισε ΠΑΣΟΚ να έχουμε αυτοδυναμία. Και πείθει, παρότι οι πολίτες δεν θα ήθελαν να του δώσουν αυτοδυναμία.

Η αριστερά λοιπόν έχει σοβαρές ευθύνες για την διαιώνιση του δικομματισμού και του αποκλεισμού κυβερνητικών λύσεων συνεργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η αριστερά σε όλες τις εκδοχές, έχει ‘’ξεχάσει’’ την απλή αναλογική. Γιατί η απλή αναλογική απαιτεί συνεργασίες. Και η αριστερά δυστυχώς δεν έχει να πει τίποτα στο θέμα αυτό.

Ο αντίλογος λέει. Μα αν πούμε ότι θα συνεργασθούμε με το ΠΑΣΟΚ, τότε γιατί να σε ψηφίσει κάποιος και να μην πάει κατ’ ευθείαν στο ΠΑΣΟΚ; Γι’ αυτό ακριβώς που είπαμε προηγουμένως. Για να μην έχουμε κυβερνήσεις αυτοδυναμίας. Για να έχουμε κυβερνήσεις προγραμματικής συνεργασίας. Για να σπάσει το κομματικό κράτος και οι πελατειακές σχέσεις. Για να σπάσει η αναξιοκρατία και η αλαζονεία. Για να μην διαλύεται το κράτος με τον ερχομό και την αποχώρηση των κομματικών στρατών σε κάθε κυβερνητική εναλλαγή. Και για χίλιους άλλους λόγους. Και για λίγα απ’όλα αυτά θα άξιζε να δοκιμάσουμε το σύστημα των κυβερνήσεων συνεργασίας. Και σε τελευταία ανάλυση όταν η αριστερά υπερασπίζεται το σύστημα της απλής αναλογικής δεν πρέπει να υπερασπίζεται και τις κυβερνήσεις συνεργασίας ;

Μια επιθετική πολιτική υπεράσπισης των Κυβερνήσεων συνεργασίας δεν είναι φιλοπασοκισμός ή κρυπτοπασοκισμός όπως υποστηρίζουν αυτάρεσκα οι πολέμιοί της και ξεμπερδεύουν. Αυτή η καραμέλα πρέπει να σταματήσει επιτέλους. Αντίθετα μια σταθερή πολιτική υπεράσπισης των προγραμματικών συνεργασιών, είναι μια υπεύθυνη πολιτική που δίνει πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα των πολιτών για την διακυβέρνηση της χώρας. Και αυτή τη πολιτική δεν την διατυπώνεις μόνο προεκλογικά ή μόνο μετεκλογικά. Πρέπει να είναι μια σταθερή πολιτική της αριστεράς πάντα και όχι ευκαιριακά. Μόνο έτσι δημιουργείς τις προϋποθέσεις αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών. Μόνο έτσι δίνεις ρεαλιστικές απαντήσεις στο πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας. Μόνο έτσι πολεμάς την αλαζονεία της αυτοδυναμίας και δίνεις ελπίδες στους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με το δικομματισμό και αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Εάν η δημοκρατική αριστερά δεν συνειδητοποιήσει αυτή την ανάγκη μετά από τόσες εκλογικές αναμετρήσεις που βλέπει τις δυνάμεις της να κινούνται διαχρονικά στο όριο της πολιτικής επιβίωσης, τότε να είναι σίγουρη ότι ο δικομματισμός θα συνεχίσει να κυριαρχεί και η αριστερά να είναι στη γωνία.

Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 5-10-2009

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Αυτοδύναμες Κυβερνήσεις : Τέλος Εποχής ή Νέα Εποχή ;

Ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα των επικείμενων εκλογών; Δεν ξέρω αν έχουμε τελειώσει με τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, αλλά το σημείωμα αυτό εξετάζει τι θα γίνει, εάν πραγματικά οι επικείμενες εκλογές δεν δώσουν σε κανένα κόμμα αυτοδυναμία.

Το πραγματικό όμως δίλημμα αυτών των εκλογών είναι ποια θα είναι η επόμενη μέρα για τον τόπο. Τον πολίτη τον ενδιαφέρει πρωτίστως ποιοι θα τον κυβερνούν και όχι ποιοι θα είναι στην αντιπολίτευση. Ποια Κυβέρνηση θα αναδειχθεί από αυτές τις εκλογές σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας; Σε ποια κατεύθυνση θα είναι οι μελλοντικές Κυβερνήσεις Συνεργασίας ; Και σίγουρες απαντήσεις δεν έχουμε... Κάνουν λάθος όσοι νομίζουν ότι αυτό είναι δευτερεύον θέμα. Το κυρίαρχο στοιχείο της εκλογικής ψήφου είναι η αυριανή κυβέρνηση. Τα άλλα αφορούν τους συναισθηματισμούς. Δεν υποτιμούμε τον ρόλο της αντιπολίτευσης και την χρησιμότητά του. Όμως τους πολίτες τους ενδιαφέρει κυρίως ποιος θα κυβερνά αυτόν τον τόπο, αύριο. Άλλωστε αυτό δεν είναι και το κυρίαρχο νόημα των εθνικών εκλογών ;

Οι πολίτες που ενισχύουν και εκλογικά, χρόνια τώρα τα μικρά πολιτικά σχήματα, θέλουν την υποχώρηση και την ήττα του δικομματισμού και την ανάδειξη αυτών των δυνάμεων σε βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης των μετεκλογικών εξελίξεων και γιατί όχι και των Κυβερνήσεων. Ο λόγος είναι απλός. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο για να καταδικάσουν κάποιες πολιτικές, αλλά κυρίως για να δείξουν τι πολιτικές θα ήθελαν να εφαρμοστούν.

Έτσι λοιπόν όταν ψηφίζουν ένα μικρό κόμμα δεν το κάνουν γιατί απλά θέλουν να καταψηφίσουν τα μεγάλα κόμματα του δικομματισμού, αλλά κυρίως γιατί θέλουν το κόμμα που ψηφίζουν να παίξει ρόλο όσο γίνεται πιο σημαντικό και δημιουργικό στις μετεκλογικές εξελίξεις και βεβαίως στον σχηματισμό ακόμη και Κυβερνήσεων Συνεργασίας.

Οι ηγεσίες των κομμάτων που δεν βλέπουν αυτήν την διάσταση της ψήφου των πολιτών που τους ψηφίζουν, αδικούν κατάφωρα τους ψηφοφόρους τους. Τους υποτιμούν και δίνουν στην ψήφο τους, έναν πολύ περιορισμένο περιεχόμενο. Οι πολίτες που απορρίπτουν τον δικομματισμό καταψηφίζοντας τον, ταυτόχρονα υπερψηφίζουν ένα μικρό κόμμα, δίνοντας του την εντολή να διαχειριστεί θετικά και δημιουργικά την ψήφο του.

Και όταν οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων κλείνουν τα αυτιά τους στα μηνύματα αυτά ή κάνουν πως δεν ακούνε, οι πολίτες το καταλαβαίνουν και δεν ξαναδίνουν ευκαιρίες...

Έτσι λοιπόν εάν δεν υπάρξει από κανένα κόμμα αυτοδυναμία :

Δημιουργούνται νέες συνθήκες και πολιτικά δεδομένα. Τίποτα δεν θα είναι ίδιο με το χθες. Όλοι και όλα αλλάζουν. Τα κόμματα, οι ηγεσίες, οι αντιλήψεις, οι νοοτροπίες.
Δίνεται ένα δυνατό κτύπημα στην αλαζονεία, στον ηγεμονισμό στον πολιτικό αυταρχισμό των αυτοδύναμων κυβερνήσεων.
Όλοι αρχίζουν να σκέπτονται πιο συνεργατικά, να αναζητούν συμμάχους, να αναζητούν συγκλίσεις και συνομιλητές.
Ο ρόλος των μικρών κομμάτων σε ένα τέτοιο τοπίο θα είναι καταλυτικός. Όσο πιο ισχυρά αναδειχθούν αυτά τόσο πιο μεγάλη θα είναι η καταλυτική τους δύναμη ώστε να «σπρώξουν» τα πράγματα προς μια κατεύθυνση.
Το κάθε κόμμα χωρίς ηγεμονισμούς και διάθεσης επιβολής πρέπει να αναζητήσει τα ελάχιστα εκείνα σημεία συνάντησης, ένα ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο μιας διακυβέρνησης.

Αν λοιπόν δεχθούμε ότι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ξεπέρασμα του δικομματισμού, πρέπει να αναζητήσουμε σε ποια κατεύθυνση οδηγούνται τα πράγματα. Οι επιλογές νομίζω είναι δύο : Η πρώτη επιλογή είναι η συντηρητική κατεύθυνση. Η δεύτερη επιλογή είναι η προοδευτική κατεύθυνση με συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Μια τρίτη επιλογή, όπως η συνεργασία Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ, αν και συζητείται από διάφορους κύκλους, δεν φαίνεται να συγκεντρώνει πιθανότητες υλοποίησης, αφού το χάσμα στην κοινωνική βάση των δύο κομμάτων είναι μεγάλο και είναι δύσκολο να καλυφθεί άμεσα. Όχι όμως αδύνατο και ειδικά στο άμεσο μέλλον εάν μέχρι τότε δεν υπάρξουν άλλες επιλογές...
Αν περιοριστούμε λοιπόν στις δύο εκδοχές, δηλαδή την συντηρητική και την προοδευτική κατεύθυνση, το ερώτημα που τίθεται είναι τι θα κάνουν οι ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς. Η εκτίμησή μου είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει κάθε ιδέα συνεργασίας με τον οποιοδήποτε, αφού επιμένει στο δόγμα της καθαρότητας και της σταθερής και τίμιας αντιπολίτευσης. Με λίγα λόγια δεν την ενδιαφέρουν οι «αστικές» κυβερνήσεις αναμένοντας την «λαϊκή εξουσία». Παρόμοιες απόψεις εκφράζουν και κάποιες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι τι θα κάνει η δημοκρατική αριστερά, όταν γνωρίζει ότι στηρίζεται από δυνάμεις που θέλουν ενεργότερο και καταλυτικότερο ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις. Υπάρχουν και εδώ δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, θα ερμηνεύσει την εντολή που θα πάρει από τους ψηφοφόρους, ως εντολή θετικής συμβολής στην δημιουργία των προϋποθέσεων για συγκλίσεις και αναζήτηση πλαισίου συνεργασίας, ώστε να αναδειχθεί μια προοδευτική Κυβέρνηση συνεργασίας. Αυτές οι δυνάμεις που θέλουν αυτήν την επιλογή, πιστεύουν βαθειά και με συνέπεια στην πολιτική προγραμματική συνεργασία των προοδευτικών κομμάτων και πριν και μετά τις εκλογές. Πιστεύουν βαθειά στις κυβερνήσεις συνεργασίας, γιατί οι μονοκομματικές κυβερνήσεις από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα έδωσαν ότι είχαν να δώσουν. Επίσης τι νόημα έχει η ήττα του δικομματισμού αν δεν πιστεύεις στις κυβερνήσεις συνεργασίας ; Πέρα από τη διαπίστωση ότι, σήμερα τα προβλήματα είναι τόσο σύνθετα και πολύπλοκα που μόνο κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν να αντιμετωπίσουν. Είτε σε συντηρητική είτε σε προοδευτική κατεύθυνση βέβαια. Και αυτό πρέπει να αποτελέσει ένα πραγματικό δίλημμα για την δημοκρατική αριστερά.

Οι κυβερνήσεις προοδευτικής προγραμματικής συνεργασίας θα βασίζονται σε περισσότερα από ένα κόμματα και σε ένα κοινά αποδεκτό προγραμματικό πλαίσιο και οι θετικές επιδράσεις γενικότερα στο πολιτικό μας σύστημα θα είναι πολλές :

Ίσως να είναι δυσκολότερες οι κυβερνητικές αποφάσεις αφού οι συναποφασίζοντες θα είναι περισσότεροι, αλλά ταυτόχρονα θα μεγαλώσει η κοινωνική συναίνεση, άρα καλύτερες προϋποθέσεις στην υλοποίηση των αποφάσεων και των νόμων.
Μέσα από τις δυσκολίες των κυβερνητικών συγκλίσεων θα δημιουργείται μεγαλύτερη κοινοβουλευτική συναίνεση αλλά ταυτόχρονα απαιτήσεις μεγαλύτερου κοινωνικού ελέγχου.
Τα κόμματα και οι ηγεσίες τους είτε βρίσκονται στην πλευρά της πλειοψηφίας είτε της μειοψηφίας, θα υποχρεώνονται να συμπεριφέρονται πιο σοβαρά και υπεύθυνα απέναντι στους πολίτες που τους εμπιστεύθηκαν.
Ο λαϊκισμός θα δεχθεί σοβαρό πλήγμα αφού πλέον τα κόμματα και οι ηγεσίες τους θα υποχρεωθούν να υλοποιήσουν και μη δημοφιλείς αποφάσεις.

Ένα σοβαρό επιχείρημα που επικαλείται η άποψη της άρνησης μιας κυβέρνησης συνεργασίας είναι ότι, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν έχει κάνει ουσιαστική αυτοκάθαρση και αυτοκριτική για τα λάθη της εικοσαετούς κυβερνητικής θητείας. Αν όχι απόλυτα, σε μεγάλο όμως βαθμό αυτό ισχύει. Το ΠΑΣΟΚ από τη χρονιά που πέρασε στη αντιπολίτευση, δηλαδή από το 2004, περιορίσθηκε σε κάποια ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και σε κάποια μισόλογα για λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος. Δεν μπήκε στην ουσία των καθυστερήσεων και των λανθασμένων πολιτικών της εικοσαετίας του. Αυτός άλλωστε είναι ο βασικός λόγος που οι προοδευτικοί πολίτες το αμφισβήτησαν μετά το 2004 και μάλιστα μετά τις εκλογές του 2007 η αμφισβήτηση αυτή πήρε τη μορφή πολιτικού ρεύματος, δοκιμάζοντας τη δημοκρατική αριστερά τουλάχιστον δημοσκοπικά. Είναι άλλο θέμα εάν η ηγεσία της αριστεράς με τις επιλογές της έκαψε αυτήν την ευκαιρία το 2008…

Ένα όμως αποτέλεσμα που δεν θα δίνει αυτοδυναμία στο ΠΑΣΟΚ, θα αποδείξει περίτρανα ότι οι πολίτες επιλέγουν τη συνεργασία και όχι την αυτοδυναμία. Αυτό δημιουργεί νέα πολιτικά δεδομένα. Είναι μια άλλη κατάσταση. Τα ίδια τα πράγματα επιβάλλουν αλλαγές στρατηγικής σε όλα τα κόμματα. Και στο ΠΑΣΟΚ που δεν μπορεί να συνεχίσει όπως χθες. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα τροφοδοτήσει εξελίξεις και στον χώρο του. Για αυτοανανέωση και αυτοκριτική. Μια κατάσταση μη αυτοδυναμίας δημιουργεί νέα δεδομένα συνολικά στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Αναβαθμίζει το ρόλο των μικρότερων κομμάτων στις πολιτικές εξελίξεις. Δημιουργεί προϋποθέσεις παρέμβασης της δημοκρατικής αριστεράς στην κατεύθυνση των εξελίξεων. Αυτό όμως δεν γίνεται με «τεχνητές διαδικασίες», ούτε μπορεί να το επιβάλλει η δημοκρατική αριστερά, θέτοντας απλά κάποιους όρους. Αυτό θα είναι μια δυναμική διαδικασία που θα επιβληθεί στο ΠΑΣΟΚ, από τις ίδιες τις εξελίξεις, τους πολίτες και τις δυνάμεις που συναπαρτίζουν την παράταξη αυτή. Η δυναμική των εξελίξεων της μη αυτοδυναμίας, πολεμά την αλαζονεία, αλλάζει συνειδήσεις σε χρόνο dt, δημιουργεί νέες προσδοκίες στους προοδευτικούς πολίτες, λειτουργεί πολλαπλασιαστικά και όχι απλά αθροιστικά στην κοινωνία.

Και εδώ αναδεικνύονται οι ευθύνες της δημοκρατικής αριστεράς.
Εάν καταθέσει προτάσεις όπως αυτή των «έξι σημείων» που είχε κατατεθεί παλιότερα από τον Αλέκο Αλαβάνο, για να αποδείξει ότι δεν υπάρχει προγραμματική σύγκλιση, θα θεωρηθεί περισσότερο ως παιχνίδι πολιτικής και όχι πραγματική πολιτική. Είναι πολύ εύκολο αν θέλει, να ‘’κλοτσήσει’’ αυτήν την ευκαιρία που της δίνεται από την κοινωνία να συνδιαμορφώσει την κατεύθυνση των εξελίξεων στη χώρα μας, επιβεβαιώνοντας αυτάρεσκα την ‘’αντισυστημική’’ της καθαρότητα.

Το δύσκολο είναι να επεξεργασθεί και να διατυπώσει το ελάχιστο πλαίσιο συνάντησης και συνεργασίας. Είναι αυτό που λέμε minimum στα μαθηματικά. Το πλαίσιο για το οποίο είναι έτοιμη η κοινωνία και η πολιτική της πλειοψηφία να συνεργασθεί. Και αυτή η πολιτική συνεργασία μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Από την προγραμματική ανοχή έως την συγκυβέρνηση. Ανάλογα με αυτό το minimum που θα έχει επιτευχθεί. Η ουσία όμως είναι αν θέλεις και αν επιδιώκεις πολιτικά την συνάντηση και την συνδιαμόρφωση ενός minimum μετά τις εκλογές. Εάν θέλεις να επιβάλλεις το maximum (δηλαδή το πρόγραμμά σου), είναι ωσάν να αγνοείς την ετυμηγορία των πολιτών που σου έδωσαν μια συγκεκριμένη δύναμη, την οποία αυτή θα πρέπει να διαχειριστείς. Όχι για να εκβιάσεις, αλλά για να διαπραγματευθείς και αν υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις να συνεργασθείς. Και οι πολίτες κρίνουν κάποτε. Και τις αλαζονικές αυτοδυναμίες και τη μικρομέγαλη συμπεριφορά και τους εκβιασμούς.

Και για να μην λέμε γενικές κουβέντες και να μιλάμε συγκεκριμένα θα διακινδύνευα τελείως πρόχειρα να διατυπώσω ένα minimum πλαίσιο :

Ενδυνάμωση της κοινωνικής και δημοκρατικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, ολοκλήρωσης και κοινωνικής συνοχής των χωρών μελών της ΕΕ με την θεσμική ενίσχυση του ευρωκοινοβουλίου, την ανάπτυξη των περιφερειών και την ισχυροποίηση της κοινωνίας των πολιτών.
Στην οικονομική πολιτική, σε συνθήκες μιας παγκόσμιας ύφεσης, στήριξη των κατώτερων εισοδημάτων και συντάξεων, στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των αγροτών, ένταση στις δημόσιες επενδύσεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας στην φάση της ύφεσης. Δίκαιο φορολογικό σύστημα που θα φορολογεί όλους ανάλογα με τα πραγματικά τους εισοδήματα και την περιουσιακή τους κατάσταση. Ασφαλιστική μεταρρύθμιση με την πραγματική και ουσιαστική ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων και την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, ώστε κάθε Έλληνας πέρα από την κατώτερη κοινωνική σύνταξη που θα είναι για όλους, να παίρνει την σύνταξη που αναλογεί στις εισφορές του ανεξαρτήτως ασφαλιστικού ταμείου. Μείωση των στρατιωτικών δαπανών και έλεγχο όλων των δημοσίων δαπανών και επαναξιολόγησή τους με κατάργηση όσων εξυπηρετούν το πελατειακό κράτος, καθιέρωση κανόνων χρηστής και οικονομικής διαχείρισης με καθιέρωση κινήτρων στους δημόσιους λειτουργούς για την παροχή ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Στην παιδεία στήριξη και μεταρρύθμιση του συστήματος της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, αύξηση των δημοσίων δαπανών, αξιολόγηση των εκπαιδευτών του εκπαιδευτικού συστήματος και της εκπαιδευτικής διαδικασίας με την καθιέρωση αντικειμενικών συστημάτων αξιολόγησης.
Στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας και αναβάθμισή του ώστε κάθε Έλληνας να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες του, μεταρρύθμισή και εκδημοκρατισμός της λειτουργίας του και διαφάνεια στις προμήθειές του μέσα από δημόσιους ανοικτούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς με κανόνες και διαφάνεια.
Στα θέματα περιβάλλοντος δημιουργία υπουργείου περιβάλλοντος με αυξημένες αρμοδιότητας σε θέματα χωροταξίας, πολεοδομίας, δασών, αστικών και βιομηχανικών αποβλήτων, διαχείρισης υδάτων και σε μια σειρά άλλα θέματα που θα κριθεί το ειδικό βάρος ενός τέτοιου υπουργείου για την διασφάλιση της αειφορίας και της βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας. Με την διαμόρφωση μιας περιβαλλοντικής πολιτικής που θα διαπερνά κάθετα και οριζόντια όλες τις πολιτικές της Κυβέρνησης σε συνεργασία με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών.
Εκσυγχρονισμός και εκδημοκρατισμός του δημόσιου τομέα με την καθιέρωση της αξιολόγησης των δημόσιων υπηρεσιών και των δημοσίων υπαλλήλων από την κοινωνία και τους πολίτες και μέτρα που θα καταργούν το κομματικό κράτος και την αλλαγή των στελεχών με κάθε κυβερνητική αλλαγή.
Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής επιτάχυνση των διαδικασιών κλεισίματος των εκκρεμοτήτων με τη FYROM, σταθερή στήριξη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας και της ένταξής της στην ΕΕ, σταθερή στήριξη των κοινοτικών συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού.

Αυτά τα επτά σημεία μαζί με κάποια άλλα, όπως προσώπων που θα καλεστούν να διαχειριστούν ένα τέτοιο πλαίσιο, λειτουργίας μιας Κυβέρνησης και άλλα παρεμφερή θέματα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα minimum πλαίσιο. Εάν μια δημοκρατική κυβέρνηση προχωρούσε σε αλλαγές στην κατεύθυνση αυτών των επτά σημείων, δεν θα ήταν μια θετική εξέλιξη για τη χώρα ; Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά είναι τα μόνα. Μπορεί να είναι κάποια άλλα ή μέρος αυτών. Απλά θέλω να δείξω ότι μπορεί η δημοκρατική αριστερά αντί να είναι θεατής των εξελίξεων, να διεκδικήσει την συνδιαμόρφωση τους με πολιτικό ρεαλισμό και καθαρό λόγο.

Το εύκολο λοιπόν σήμερα είναι να απορρίψει κάθε είδους σύγκλιση και συνεργασία, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει κανένα σημείο συνεννόησης με τις πολιτικές δυνάμεις που θα προκύψουν μετά τις εκλογές και να οδηγηθούμε έτσι σε νέες εκλογές, όπως ακριβώς θέλουν και οι μνηστήρες του δικομματισμού και μέσα απ’ αυτές, ίσως μια δεύτερη ευκαιρία στην νεκρανάστασή του, με την ίδια ή με άλλη μορφή, με τη βοήθεια του εκλογικού νόμου αλλά και με την καθοριστική συμβολή των πολέμιών του, δηλαδή της αριστεράς.

Η δημοκρατική αριστερά δεν μπορεί να συνεχίζει να αγνοεί την κοινή λογική. Χρόνια τώρα αγωνίζεται για την απλή αναλογική. Απλή αναλογική ίσον κυβερνήσεις συνεργασίας. Και οι πολίτες που θα την ψηφίσουν προσδοκούν να δουν να διαμορφώνει τις πολιτικές προϋποθέσεις για τις κυβερνήσεις προγραμματικής συνεργασίας. Περιμένουν να πει λοιπόν το αυτονόητο. Ψηφίστε με να είμαι μια ισχυρή πολιτική δύναμη μετά τις εκλογές, ώστε να συμβάλλω στην διαμόρφωση προϋποθέσεων προγραμματικής σύγκλισης και συνεργασίας και σε κυβερνητικό επίπεδο. Όσο πιο μεγάλη δύναμη μου δώσετε, τόσο περισσότερες και καλύτερες θα είναι οι προϋποθέσεις, οι εξελίξεις να πάνε σε προοδευτική κατεύθυνση. Ταυτόχρονα να πει και το αυτονόητο, εάν δεν δημιουργηθούν τελικά οι προϋποθέσεις που θα διασφαλίζουν μια προοδευτική προοπτική για τον τόπο (πρόγραμμα, πρόσωπα, τρόπος διακυβέρνησης κ.λ.π.), τότε δεν θα γίνουμε ουρά ή «τσόντα» κανενός, γιατί για μας οι υπουργικοί θώκοι δεν είναι αυτοσκοπός.

Ξεκάθαρες κουβέντες τις οποίες εκτιμούν και θέλουν ν’ ακούσουν οι πολίτες σήμερα και πριν τις εκλογές. Αύριο θα είναι αργά.


Χαλκίδα 12 Σεπτεμβρίου 2009
Κώστας Χαϊνάς

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Επανίδρυση της δημοκρατικής αριστεράς ΤΩΡΑ!

Φτάσαμε στο παραπέντε των εκλογών και ο χώρος της δημοκρατικής αριστεράς ταλανίζεται από ψεύτικα διλήμματα του τύπου Τσίπρας ή Αλαβάνος.
Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών πολύ κατώτερα των προσδοκιών αλλά και των αποτελεσμάτων που είχε στο παρελθόν η δημοκρατική αριστερά στις ευρωεκλογές, έδωσαν το πρώτο σήμα, αλλά μάλλον η ηγεσία του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν τα ερμήνευσαν σωστά. Αναζήτησαν τις αιτίες σε κάποια οργανωτικά προβλήματα και σε θέματα προεκλογικής τακτικής. Δεν άγγιξαν την ουσία, που κατά την γνώμη μου αφορούν την ουσία της πολιτικής και της φυσιογνωμίας της δημοκρατικής αριστεράς.
Το πολιτικό πρόσωπο που έχτισε η δημοκρατική αριστερά από τη μεταπολίτευση, με ελλείψεις, αδυναμίες, καθυστερήσεις ασφαλώς, ήταν ένα πρόσωπο δημοκρατικό, αντιδογματικό, μεταρρυθμιστικό το οποίο δεν περιοριζόταν σε κούφιες καταγγελίες και λόγια του αέρα, αλλά παρενέβαινε στην καθημερινή πολιτική με προτάσεις και πολιτικές που αλλάζουν το σήμερα και δεν υπόσχονται ‘’παραδείσους’’ κάποιου αόριστου σοσιαλιστικού αύριου. Έτσι τουλάχιστον έχει ‘’στιγματισθεί’’ στις συνειδήσεις των πολιτών η δημοκρατική αριστερά. Ως μια δύναμη δημοκρατική, μεταρρυθμιστική, ευρωπαϊκή, προοδευτική και γι’ αυτό πάντα η πολιτική της συμπάθεια ευρύτερων στρωμάτων πολιτών, ήταν μεγαλύτερη από την εκλογική της επιρροή.
Και κάποια στιγμή την περίοδο 2004 -2005 ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια κατ’αρχήν εκλογική συμμαχία του ΣΥΝ με κάποιες κινήσεις, ομάδες και πρόσωπα. Η πολιτική και ιδεολογική εμβέλεια όμως αυτών των δυνάμεων ήταν πολύ περιορισμένη, πολύ ‘’στενότερη’’ απ’ αυτήν των δυνάμεων του ΣΥΝ. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ως κόμμα εκφράζει δυνάμεις από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία έως την κομμουνιστική δημοκρατική αριστερά. Οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ με κάποιο ειδικό βάρος, καλύπτουν ουσιαστικά ένα χώρο της εξωκοινοβουλευτικής και ‘’αντικαπιταλιστικής’’ αριστεράς με μια έντονη αριστερίστικη φυσιογνωμία και πολιτική. Από τότε αρχίζει ένα ‘’παιχνίδι’’ πολιτικών και ιδεολογικών ‘’πιέσεων’’ με στόχο να μετατοπισθεί το κέντρο βάρους της πολιτικής και ιδεολογικής φυσιογνωμίας του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ προς τα ‘’αριστερά’’. Ανακαλύπτεται ο ‘’αντισυστημικός’’ και ‘’αντικαπιταλιστικός’’ ιδεολογικός προσανατολισμός. Επανέρχονται και υιοθετούνται θέσεις όπως, ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι αλλαγές εντός του καπιταλιστικού συστήματος είναι ‘’ρετουσάρισμα’’ του συστήματος, που δημιουργούν ψευδαισθήσεις στους εργαζόμενους. Απορρίπτονται αναφανδόν οι συνεργασίες και οι συμμαχίες με άλλες προοδευτικές δυνάμεις και υιοθετείται η θέση ότι μόνο μια ‘’καθαρή’’ αριστερή εξουσία μπορεί να δώσει λύσεις σήμερα. Μέσα από μικρά ή μεγάλα θέματα οι παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ένα έντονο ‘’αριστερίστικο’’ ύφος και ένα ‘’στεγνό’’ καταγγελτικό λόγο. Αντίστοιχη ‘’αριστερή’’ στροφή έχουμε και από το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ που εκφράζεται μέσα από κείμενα και θέσεις σε σοβαρά θέματα της τρέχουσας πολιτικής αλλά και στο πρόγραμμα που κατέθεσε, όπου μέσα από την θολή παρουσίαση μιας οικονομίας των αναγκών, είκοσι χρόνια από την κατάρρευση του ‘’υπαρκτού σοσιαλισμού’’, αναγορεύει έναν νέο ‘’κρατισμό’’ σε νέο ιδεολόγημα και τη λύση για κάθε οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Αρνείται στην ουσία, τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, τις συμμαχίες με άλλες δημοκρατικές και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις και επιμένει σε μια ‘’αριστερή’’ καθαρότητα. Ο Αλέκος Αλαβάνος φαίνεται να πρωταγωνιστεί ή τουλάχιστον να υιοθετεί αυτήν την ‘’αριστερή’’ στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΝ, να ‘’υιοθετείται’’ από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ ως ο άνθρωπός τους και αυτό έδειχνε ότι μάλλον τον κολάκευε. Η στάση του από τη μέρα της αποχώρησής του από την ηγεσία του ΣΥΝ, ήταν μια στάση που –αντικειμενικά-σταδιακά και σταθερά ‘’μείωνε’’ το ειδικό βάρος του ΣΥΝ στο ΣΥΡΙΖΑ. Οι χειρισμοί του και η επιμονή του σε κάποια κρίσιμα πολιτικά θέματα οδηγούσε την ‘’διάχυση’’ του ΣΥΝ μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, την πολιτική υποβάθμιση του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Οι δυνάμεις του αριστερού ρεύματος μέσα στον ΣΥΝ, μάλλον από τη δύναμη της αδράνειας, δεν αντιδρούσαν σ’αυτήν την σταδιακή διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ σε σχεδόν αριστερίστικες θέσεις, αφού ένας δικός τους άνθρωπος πρωταγωνιστούσε. Η ανανεωτική πτέρυγα μπορεί να αντιδρούσε, αλλά οι δυνάμεις της ήταν περιορισμένες αλλά και εγκλωβισμένες στη στρατηγική της ‘’ενότητας’’ της αριστεράς. Όμως το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούσε το θέμα της ενότητας της αριστεράς. Αποτέλεσε στην ουσία το ‘’όχημα’’’ της αλλαγής της φυσιογνωμίας της δημοκρατικής και ανανεωτικής αριστεράς στη χώρα μας. Και σε ένα βαθμό οι δυνάμεις που το επιδίωξαν το πέτυχαν. Τουλάχιστον σε ηγετικό και πολιτικό επίπεδο. Γιατί η κοινωνική δημοκρατική αριστερά ποτέ δεν δέχθηκε αυτή την μετάλλαξη της, όπως δείχνουν πολλές έρευνες. Μπορεί να απογοητεύτηκαν πολλοί αλλά συνεχίζουν να αποτελούν και σήμερα τον κορμό της πολιτικής δύναμης της δημοκρατικής αριστεράς, του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η διέξοδος κατά τη γνώμη μου σήμερα είναι η :
Επανίδρυση της δημοκρατικής ανανεωτικής αριστεράς με το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο που χρόνια τώρα υποστηρίζει. Σταθερός ευρωπαϊκός προσανατολισμός για μια πιο ολοκληρωμένη και ευαίσθητη κοινωνικά και δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση, για μια νέα δημοκρατική προοδευτική πλειοψηφία που θα αναλάβει να υλοποιήσει στη χώρα μας ένα δημοκρατικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τα μεγάλα θέματα που απασχολούν το τόπο μας και θα εφαρμόσει πολιτικές υπέρ των κοινωνικά αδυνάτων.
Μια τέτοια αριστερά μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο στην αλαζονεία και στις πιέσεις ενός ‘’αυτοδύναμου’’ ΠΑΣΟΚ στον κόσμο της αριστεράς και να αποτελέσει τον καταλύτη για τις αναγκαίες πολιτικές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό, την ισχυροποίηση της δημοκρατικής αριστεράς και το άνοιγμα μιας νέας προοδευτικής κατεύθυνσης για τη χώρα μας και το λαό μας.

Στα πλαίσια αυτά η δημοκρατική αριστερά έχει παρόν αλλά κυρίως έχει μέλλον.
Όσοι φίλοι του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδέχονται αυτό το πλαίσιο μπορούν να αναζητήσουν την διαμόρφωση ενός άλλου πολιτικού χώρου όπως τον θέλουν, πιο ‘’αριστερό’’, πιο ‘’αντικαπιταλιστικό’’, πιο ‘’αντισυστημικό’’, πιο ‘’επαναστατικό’’ και ας τον πουν όπως θέλουν. Όμως τον χώρο της δημοκρατικής ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής αριστεράς δεν μπορούν να τον χρησιμοποιούν για να ‘’μεγαλώσουν’’ τεχνητά την απήχηση των πολιτικών τους θέσεων στην κοινωνία. Ας δοκιμάσουν την απήχηση των θέσεών τους απ’ευθείας στην κοινωνία, εκθέτοντας τις θέσεις τους στην κρίση των πολιτών στις εκλογές και στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση και όχι χρησιμοποιώντας ένα άλλο όχημα.

Η πρωτοβουλία στους πολίτες.

Αυτοοργάνωση τώρα της δημοκρατικής ανανεωτικής αριστεράς.

Κυρίως από ‘’κάτω’’ αλλά και από ‘’πάνω’’.

Σύνταξη μιας νέας ιδρυτικής διακήρυξης που θα θέτει το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο αυτής της νέας συνάντησης.

Ανοικτή πρόσκληση σε όλους τους δημοκράτες προοδευτικούς αριστερούς πολίτες, να αυτοοργανωθούν και να επανιδρύσουν την δημοκρατική αριστερά σήμερα σε κάθε πόλη σε κάθε χωριό, με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας.

Να συγκροτήσουν συντονιστικές επιτροπές σε επίπεδο πόλης και νομού και να δημιουργήσουν μέσα από ανοικτές συνελεύσεις και άμεσες δημοκρατικές διαδικασίες, πλατιά δημοκρατικά ψηφοδέλτια.

Η απάντηση τώρα είναι ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ και επανίδρυση της πολιτικής δημοκρατικής αριστεράς.



Χαλκίδα 4-9-2009
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Συζήτηση στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ : Τοπίο στην ομίχλη

Η «κόντρα» Αλαβάνου – Τσίπρα και η παραίτηση του πρώτου : Τοπίο στην ομίχλη, άλλοθι για κάποιους από την ηγεσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ώστε για άλλη μια φορά να μη συζητήσει επί της ουσίας και ανοικτά στην κοινωνία και με την κοινωνία, τα πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα των επιλογών της.

Έτσι εξελίσσεται μετεκλογικά το όλο θέμα. Λες και το ζήτημα της διάψευσης των προσδοκιών με το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών για την αριστερά, εξαντλείται σε κάποιες προσωπικές διαφορές και διαφωνίες στην εκλογική τακτική. Ασφαλώς ότι στο debate πήγε ο Αλέκος και όχι ο Αλέξης δημιούργησε κάποια σύγχυση. Ο εξοβελισμός ενός επιτυχημένου ευρωβουλευτή όπως ο Παπαδημούλης, από τους κομματικούς συσχετισμούς στην τρίτη θέση, δημιούργησε κάποιες απογοητεύσεις. Όπως επίσης και κάποια άλλα θέματα που ακούστηκαν στις δημόσιες ομιλίες του ηγετικού δίδυμου του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μετά τις ευρωεκλογές. Δεν υποτιμώ καθόλου αυτά τα ζητήματα. Έχουν ασφαλώς τη σημασία τους και ίσως αν τα είχαν χειριστεί καλύτερα αυτά τα θέματα, να είχε λίγο καλύτερες εκλογικές αποδόσεις.
Όμως δεν είναι η ουσία της μειωμένης εκλογικής απήχησης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα ζητήματα.
Η ουσία είναι η στρατηγική και οι πολιτικές του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Αυτές έκριναν οι πολίτες και γι’ αυτές ψήφισαν ή απείχαν.
Οι πολίτες «δοκίμασαν» το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εκλογές του 2007 για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίνοντάς του μεγάλα δημοσκοπικά ποσοστά. Σταθερά από το 2004 έδειχναν με πολλούς τρόπους ότι αναζητούσαν μια πειστική εναλλακτική λύση. Βλέποντας το ΠΑΣΟΚ εγκλωβισμένο στις εσωκομματικές διαμάχες του αλλά και μη τολμώντας να αναμετρηθεί με τη δική του εικοσαετία, έψαχναν μια άλλη πολιτική πρόταση. Ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία για την αριστερά να αναδειχτεί στην μεγάλη δύναμη που θα άνοιγε έναν νέο εναλλακτικό δρόμο απέναντι στον δικομματισμό που βασιλεύει στη χώρα μας από τη μεταπολίτευση. Όμως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έκανε ότι μπορούσε για να απαξιωθεί και να διαψεύσει όλους αυτούς που τον «δοκίμαζαν».
Τα παραδείγματα αναρίθμητα.
Στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, συντάχθηκε με τις πιο καθυστερημένες, συντηρητικές και συντεχνιακές αντιλήψεις που πολέμησαν την ενοποίηση των ταμείων και την διαιώνιση των διακρίσεων των εργαζομένων Ελλήνων, σε πατρικίους και πληβείους του ασφαλιστικού συστήματος. Συντάχθηκε με τις διεκδικήσεις συντεχνιών που απαιτούσαν εξαιρέσεις από την ενοποίηση, ειδικές παροχές και άλλα προνόμια που είχαν εξασφαλίσει από το πελατειακό κράτος του δικομματισμού. Αντί να πρωταγωνιστήσει για μια μεγάλη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, που θα διασφάλιζε την δίκαιη ασφαλιστική κάλυψη όλων των εργαζομένων και ιδιαίτερα των νεότερων και μελλοντικών γενεών, περιορίστηκε στην καταγγελία και στην υπεράσπιση κάποιων «κεκτημένων» ιδιαίτερα κρατικοδίαιτων συντεχνιών.
Στα πανεπιστήμια, γοητευμένος από την μεγάλη αντίθεση στη τροποποίηση του άρθρου 16, το οποίο σημειωτέον είχε μετατραπεί σε σύγχρονο λάβαρο της επανάστασης στο λόγο του, έδινε την εντύπωση ότι στήριζε άκριτα κάθε είδους κατάληψη και κινητοποίηση. Η εικόνα που δεχόταν η κοινή γνώμη ήταν ότι αν δεν πρωταγωνιστούσε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον δεν καταδίκαζε πρακτικές, όπως η αρπαγή της κάλπης (!), για να μην εφαρμοστεί ο νόμος της κ. Γιαννάκου, που καθιέρωνε την καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στην εκλογή των οργάνων διοίκησης. Μια προοδευτική αλλαγή (τουλάχιστον όσον αφορά τη καθολική ψηφοφορία), που ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν την δέχθηκε, τασσόμενος ουσιαστικά με το αμαρτωλό καθεστώς των συναλλαγών κάποιων φοιτητικών παρατάξεων και ορισμένων καθηγητών. Παρακολούθησε και παρακολουθεί ακόμη σχεδόν αμήχανα, τις βιαιοπραγίες και τους προπηλακισμούς κάποιων ομάδων απέναντι σε πανεπιστημιακούς καθηγητές, χωρίς να τις καταδικάζει απερίφραστα και χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αντί να πρωταγωνιστήσει με τις λιγοστές του δυνάμεις, σε μια νέα συνεννόηση και στην υπέρβαση του σημερινού τέλματος του φοιτητικού κινήματος με τη μη λειτουργία των συλλόγων και της ΕΦΕΕ, υπερασπίστηκε μια παρωχημένη αντίληψη και νοοτροπία για το πανεπιστημιακό άσυλο που έχει μετατραπεί από καθεστώς ελεύθερης διακίνησης των ιδεών σε καθεστώς να εμποδίζονται να ακουστούν απόψεις που δεν αρέσουν σε κάποιους, ουσιαστικά σε άσυλο παρανομούντων και ομάδων κάθε είδους καταστροφής.
Η αλαζονεία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ εκφράστηκε σε πολλές στιγμές την προηγούμενη περίοδο. Από τους απρεπείς χαρακτηρισμούς που απέδιδε στους πολιτικούς του αντιπάλους, μέχρι την εικόνα που έδινε, ωσάν να είχε εξουσιοδότηση να μιλάει εκ μέρους όλου του λαού και όλων των εργαζομένων. Δείγμα αυτής της αλαζονικής συμπεριφοράς των ηγετικών στελεχών του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα μετά τη δημοσκοπική του άνοδο, ήταν η διαχείριση της νεολαιίστικης εξέγερσης του Δεκέμβρη, όταν προσπάθησε να εμφανισθεί αν όχι ως εκπρόσωπος και γνήσιος εκφραστής της νεολαίας και των ανησυχιών της, τουλάχιστον ως ο μοναδικός της υπερασπιστής, μπερδεύοντας την ερμηνεία της εξέγερσης και τα κοινωνικά αίτια που την δημιούργησαν με την άσκηση μιας υπεύθυνης πολιτικής. Τουλάχιστον δεν έκανε καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να διαχωρίσει έγκαιρα τη θέση του με πρακτικές που δεν συνάδουν με την αριστερά, δημιουργώντας συγχύσεις και απογοητεύσεις σε μεγάλη μερίδα πολιτών.
Σε μια έξαρση κρατισμού, για κάθε πρόβλημα ως λύση είχε την κρατικοποίηση. Έννοιες όπως η αξιολόγηση σχεδόν χάθηκαν από το λεξιλόγιο του. Στα πλαίσια ενός καταχρεωμένου και σχεδόν χρεωκοπημένου κράτους, ως απάντηση στη κρίση ζητά 100.000 νέες προσλήψεις στο δημόσιο, χαϊδεύοντας κατ’αρχήν τα αυτιά κάποιων ανέργων, ταυτόχρονα όμως θυμίζει σε πολλούς το μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και της ισοπεδωτικής φτώχειας και μιζέριας που συνόδευε αυτό το αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο σύστημα.
Και το σημαντικότερο σ’ αυτές τις ευρωεκλογές, έγινε πιο ξεκάθαρη η ολική επαναφορά του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σε εθνοκεντρικές θέσεις. Σε μια περίοδο που γίνεται φανερό σε όλο και περισσότερους ότι τα προβλήματα αποκτούν διεθνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα, άρα χρειάζονται και πολιτικές ανάλογης εμβέλειας. Και εμείς ως χώρα ενώ βρισκόμαστε σε έναν τέτοιο υπερεθνικό σχηματισμό που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αντί να αγωνισθεί για την συνέχιση και εμβάθυνση της δημοκρατικής ολοκλήρωσης, για μια Ευρώπη πιο ευαίσθητη κοινωνικά, για έναν παράγοντα διεθνούς ειρήνης και συνεργασίας, ζητά την κατάργηση όλων των ευρωπαϊκών συνθηκών.
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα παραδείγματα, χαρακτηριστικά δείγματα της πολιτικής που άσκησε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ το προηγούμενο διάστημα και που κατά τη γνώμη μας βρίσκεται η ουσία της μειωμένης του εκλογικής επιρροής.
Αν νομίζουν κάποιοι στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ότι οι πολίτες δεν παρακολούθησαν αυτά τα θέματα και δεν τον αξιολόγησαν γι αυτά, κάνουν λάθος.

Σ’αυτά τα πρωτεύοντα θέματα της πολιτικής του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ θα θέλαμε να ακούσουμε τους κ.κ. Αλαβάνο και Τσίπρα όπως και τους υπόλοιπους της ηγεσίας του να τοποθετηθούν και όχι στα δευτερεύοντα.

Δυστυχώς οι τάσεις στον ΣΥΝ ανεξάρτητα ποια πλευρά έχει την κύρια ευθύνη, αντί για ελεύθερα ρεύματα ιδεών έχουν μετατραπεί σε μικρούς κομματικούς στρατούς που στοιχίζονται κάθε φορά με τις θέσεις που παίρνει μια μικρή κομματική ηγετική ομάδα, χωρίς διαβούλευση με την κοινωνία και μεταξύ τους, χωρίς τη βάσανο της σύνθεσης των ιδεών. Και γιαυτό και Συνέδριο να κάνει τώρα ο ΣΥΝ μάλλον μία από τα ίδια θα προκύψουν. Ίσως χρειάζονται ριζικότερες ανατροπές και στον τρόπο λειτουργίας και στον τρόπο αποφάσεων στις μεγάλες επιλογές με τη μέγιστη συμμετοχή της κοινωνικής αριστεράς.

Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ/ΣΥΡΙΖΑ σήμερα έχει κρίση ταυτότητας. Αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό πρέπει να απασχολήσει την ηγεσία του. Εκτός αν θέλουν να συνεχίσουν να είναι ένα κόμμα διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Αυτό ασφαλώς μπορεί να το επιλέξουν, αλλά να ξέρουν ότι μάλλον δεν ενδιαφέρει την κοινωνία και τους πολίτες.

Κώστας Χαϊνάς
20 Ιουνίου 2009

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Μετανάστης, ένας παγκόσμιος πολίτης

Μια λέξη που όταν την ακούμε έρχονται στο μυαλό μας πολλές εικόνες σε όλους μας ανάλογα με τις εμπειρίες του.

Του πατέρα ή του παππού μας που είχε ταξιδέψει κάποιες δεκάδες χρόνια πριν στην Γερμανία, στην Αμερική, στην Αυστραλία αναζητώντας καλύτερες μέρες...
Την δική μας ίσως όταν κάποιες δεκαετίες πριν κατά χιλιάδες εγκαταλείψαμε τα χωράφια και τα σπίτια μας από κάποια επαρχία της Ελλάδας, στοιβαζόμενοι στις νέες συνοικίες της πρωτεύουσας ή στα άλλα αστικά κέντρα της χώρας, σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας...
Του πρωταγωνιστή της ταινίας που ταξίδεψε σε πολλές χώρες και άλλους τόπους αναζητώντας την Ιθάκη του...
Ο σύγχρονος μετανάστης που συναντάμε στην Ομόνοια, στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Πάτρα, είναι αυτός ο πολίτης του κόσμου που παρατάει κάθε τι πίσω του, πληρώνοντας από το υστέρημά του, χρεωμένος ακόμη και με τη μελλοντική του εργασία τον δουλέμπορο, για να τον μεταφέρει στη γη της επαγγελίας που ακούει στο όνομα Ελλάδα, Ευρώπη, πρώτος κόσμος...
Η μετανάστευση δεν ήταν πάντα, ούτε είναι πάντα κατάρα. Μπορεί να είναι και δημιουργία, μπορεί να είναι και ανανέωση μιας κοινωνίας. Ο νέος κόσμος της Αμερικής δημιουργήθηκε από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα από την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική στους προηγούμενους αιώνες.
Στη χώρα μας οι μετανάστες (νόμιμοι και μη νόμιμοι), μετά τη δεκαετία του ογδόντα συνέβαλλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της χώρας. Με τις εισφορές τους έδωσαν ανάσες ζωής στα ασφαλιστικά μας ταμεία. Ανέλαβαν να κάνουν εργασίες που υποτιμούσαμε να κάνουμε εμείς οι ντόπιοι. Ταυτόχρονα είναι γνωστά σε όλους μας γεγονότα όπως, της στυγνής εκμετάλλευσης μεταναστών από ορισμένους ντόπιους στα χωράφια με μικρές αμοιβές και χωρίς ασφάλιση. Των εκβιασμών πολλών μεταναστών από κυκλώματα που δρουν σε δημόσιες υπηρεσίες για την πολυπόθητη πράσινη κάρτα παραμονής, με τη «βοήθεια» μάλιστα και κάποιων δικηγόρων, έναντι βέβαια αδρών αμοιβών. Με την ενοικίαση ενός δωματίου σε δέκα μετανάστες, όπου δεν μοιραζόταν όμως το ενοίκιο, αλλά ο κάθε μετανάστης έδινε το δικό του ενοίκιο. Και άλλα πολλά όχι και τόσο κολακευτικά για την κοινωνία μας.
Τα τελευταία χρόνια όμως οι ρυθμοί εισδοχής στη χώρα μας ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Τα στοιχεία που έχουμε και τα οποία δεν είναι πλήρη και ακριβή, αλλά κυρίως οι εικόνες που παίρνουμε καθημερινά δείχνουν ότι έχουμε ξεπεράσει τις δυνατότητες της χώρας. Οι δυνατότητας ένταξης αυτών των ανθρώπων στις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας, έχουν από καιρό εξαντληθεί. Έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Και μάλιστα οι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος άργησαν πολύ να το συνειδητοποιήσουν αν και η κοινωνία εξέπεμπε μηνύματα το προηγούμενο διάστημα. Όποιος δεν το βλέπει αυτό τότε στρουθοκαμηλίζει, παριστάνοντας απλά τον αντιρατσιστή. Αφήνει άθελά του ή συνειδητά δεν έχει σημασία, να δημιουργηθούν και να αναπτυχθούν τα πιο ξενοφοβικά σύνδρομα στους ανθρώπους, σπρώχνοντας τους στην αγκαλιά των πιο ρατσιστικών και εθνικιστικών πολιτικών. Όποιος επίσης μένει στα συνθήματα και δεν προτείνει κάτι συγκεκριμένο εκτίθεται. Όπως κάποιες ανέφικτες προτάσεις όπως, να καταργηθούν οι ευρωπαϊκές συνθήκες για την εσωτερική μετακίνηση εντός της ΕΕ ή να ανοίξουμε τα σύνορα και να πάνε όπου θέλουν οι μετανάστες (!) είναι απλά λαϊκισμός.
Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από διάφορους φορείς, όπως να ενισχύσουμε τη φύλαξη των συνόρων για την αντιμετώπιση της μη νόμιμης μετανάστευσης, να δημιουργήσουμε κέντρα φιλοξενίας μεταναστών και μια σειρά άλλα μέτρα που ακούστηκαν τελευταία, δεν μπορεί να απορρίπτονται επειδή δεν μας αρέσει αυτός που τις κάνει. Χρειάζεται να εξετάζονται πολύπλευρα, ιδιαίτερα όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους και ασφαλώς με κριτήριο των ανθρωπισμό τους, γιατί έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους και όχι με αριθμούς.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά την Ελλάδα, τη Μάλτα, την Ιταλία και κάποιες άλλες χώρες. Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και αφορά την παγκόσμια κοινότητα.
Οποιοδήποτε μέτρο και να παρθεί σήμερα για την αντιμετώπιση του θέματος, δεν αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες που γεννούν το πρόβλημα. Που είναι κυρίως οι μεγάλες οικονομικές ανισότητες στο σύγχρονο κόσμο, οι κάθε είδους πόλεμοι, τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα.
Αν συμφωνήσουμε στις διαπιστώσεις αυτές τότε θα συμφωνήσουμε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με κάποιες εθνικές πολιτικές. Αυτές οι πολιτικές μπορεί να ανακουφίσουν κάποιους συνανθρώπους μας ή να περιορίσουν προσωρινά κάποιες δραματικές επιπτώσεις (που ασφαλώς είναι κάτι), αλλά μακροπρόθεσμα δεν λύνουν το πρόβλημα.
Χρειάζονται πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες πολιτικές για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου προβλήματος, που λέγεται μετανάστευση. Πολιτικές που δεν θα αναγκάζουν αυτούς τους ανθρώπους να ξεριζώνονται από τον τόπο τους. Πολιτικές που θα τους διασφαλίζουν τα στοιχειώδη, πρώτα πρώτα ασφάλεια για τη ζωή τους και στην συνέχεια ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Αυτές οι πολιτικές είναι το ζητούμενο σήμερα. Και αυτές οι πολιτικές δεν μπορούν να δημιουργηθούν και να υλοποιηθούν από ένα κράτος. Χρειάζονται παγκόσμιες συνεννοήσεις και συμφωνίες. Ένα μεγάλο και λαμπρό πεδίο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τις πολιτικές δυνάμεις που πρόσφατα εξελέγησαν, για να καθορίσουν τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές πολιτικές. Και το θέμα δεν είναι απλά να μας δώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση κάποια επιπλέον κονδύλια για να εφαρμόσουμε μεταναστευτική πολιτική. Αυτά θα τα ζητήσουμε και θα τα πάρουμε μάλλον. Δεν λύνουν όμως ριζικά το πρόβλημα. Χρειάζεται η ΕΕ αλλά και η παγκόσμια κοινότητα να χαράξει νέες πολιτικές απέναντι στις χώρες του λεγόμενου τρίτου και τέταρτου κόσμου. Να παρέμβει στους διεθνείς οργανισμούς και στα παγκόσμια φόρουμ, στην διαμόρφωση πλανητικών πολιτικών για τα θέματα της ανάπτυξης αυτών των κόσμων. Ίσως είναι καιρός να αναζητήσουμε κάποιες πολιτικές μορφές μιας δημοκρατικής πλανητικής διακυβέρνησης, αφού πλέον και ο ΟΗΕ αποδεικνύεται όλο και περισσότερο, τουλάχιστον ανεπαρκής.
Το θέμα των μεταναστών είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που δικαιώνει όλους αυτούς που εναντιώνονται στην εθνική περιχαράκωση και αγωνίζονται για περισσότερη πολιτική και δημοκρατική Ευρώπη. Ο μετανάστης μέσα από την αγωνία του και το δράμα του αναδεικνύει τον σύγχρονο παγκόσμιο πολίτη. Έναν πολίτη που έχει ίδια δικαιώματα στη ζωή με όλους μας.
Όσο αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ειρήνη, δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν υγεία, δεν έχουν παιδεία, εξ αιτίας των πολέμων και των πολιτικών των οικονομικά ισχυρών, θα φεύγουν από τις πατρίδες τους και θα συνωστίζονται έξω από τα σπίτια των ευρωπαίων.
Και να είστε σίγουροι, εάν δεν αλλάξουν οι συνθήκες ζωής τους στις ίδιες τις πατρίδες τους, (που πολλές φορές δεν ευθύνονται οι ίδιοι), όσο και καλά να φυλάμε τα σύνορα με πολεμικά πλοία και στρατό, αυτοί θα έρχονται κολυμπώντας, γιατί δεν υπολογίζουν τίποτα, αφού και τη ζωή τους να χάσουν κολυμπώντας, στην πατρίδα τους ήδη την θεωρούν ξοφλημένη.


Κώστας Χαϊνάς
Ιούνιος 2009

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Σκέψεις για μια νέα ιδρυτική πράξη για την αριστερά

Η εκλογική επιρροή της αριστεράς κάθε απόχρωσης και σ’αυτές τις ευρωεκλογές, παρότι η ψήφος είναι πιο ελαστική, κυμάνθηκε στα γνωστά ποσοστά της. Ο δικομματισμός παρά τη μικρή κάμψη του, κράτησε σε γενικές γραμμές τις δυνάμεις του και αν δούμε και τη σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων του ΛΑΟΣ, τότε μαλλον έχουμε μιαν ενίσχυση της πολιτικής εκπροσώπησης των πιο φοβικών, συντηρητικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας.
Το ΚΚΕ παρά τις θεωρίες συνομωσίας περί προβοκάτσιας, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις ψήφους που πήρε το 2007 αλλά ούτε αυτούς που το ψήφισαν στις ευρωεκλογές του 2004.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργώντας προεκλογικά μεγάλες προσδοκίες, πήρε τελικά τα γνωστά ποσοστά του, με μια μια μικρή κάμψη των δυνάμεών του σε σχέση με το 2007.
Οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ κατάφεραν να εκλέξουν ευρωβουλευτή, αφού αύξησαν σημαντικά τις δυνάμεις τους σε σχέση με το 2007 αλλά και με το 2004. Βεβαίως μένουν πολλά να δείξουν ακόμη και να αποδείξουν ότι μπορούν να εκφράσουν μια σοβαρή και ολοκληρωμένη προοδευτική εναλλακτική πολιτική πρόταση και ότι δεν αποτελούν το χώρο που συγκεντρώνει απλά την διαμαρτυρία.
Συμπέρασμα : Η αριστερά σήμερα με τη μορφή των δύο πόλων της (ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ) δεν αποτελεί μια εναλλακτική πειστική επιλογή για τους πολίτες.
Κάποια προσέγγιση λέει ότι φταίει η έλλειψη ενότητας της αριστεράς και ότι εάν είχαμε την κατάσταση του 1989 με τον ενιαίο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ίσως ναι ίσως όχι. Σήμερα όμως είναι 2009 και η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.
Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι βαθύτερο και συνδέεται με τη φυσιογνωμία και τη στρατηγική της αριστεράς. Και εξηγούμαι, σημειώνοντας μόνο τρεις πλευρές της φυσιογνωμίας και της στρατηγικής της αριστεράς σήμερα.

1. Η αριστερά δεν έχει κόψει ακόμη αποφασιστικά και τελεσίδικα τον ιδεολογικό ομφάλιο λώρο με τον πάλαι ποτέ «υπαρκτό σοσιαλισμό». Και αυτό γιατί δεν έκανε ποτέ μια βαθειά επανεκτίμηση αυτού του συστήματος. Και εννοούμε βασικά στα θέματα των οικονομικών και παραγωγικών σχέσεων αυτού του συστήματος, στη μη λειτουργία της αγοράς, στη δικτατορία του ενός κόμματος, στα θέματα της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών και σε μια σειρά άλλα προβλήματα που συνδέθηκαν με το σύστημα αυτό και έχουν αφήσει βαθειές αρνητικές εντυπώσεις στους πολίτες. Και κυρίως για το θέμα του ρόλου και της λειτουργίας του Κράτους. Οι πολιτικές της αριστεράς σήμερα σε μια σειρά θέματα στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, έχουν έναν έντονο κρατισμό, απόρροια αυτής της ιδεολογικής προσέγγισης, ανεξάρτητα εάν έχει αποδειχθεί και στη χώρα μας ότι κάθε κρατικό δεν σημαίνει και φιλολαϊκό. Ούτε πείθει το επιχείρημα, ότι το σοσιαλιστικό κράτος θα είναι διαφορετικό. Γιατί αυτό το συνδέουν με το «υπαρκτό σοσιαλιστικό» κράτος, της ανελευθερίας και του χαμηλού επιπέδου κοινωνικής ευημερίας που διασφάλισε για τους πολίτες του το σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Άρα χρειάζεται να γίνει μια μεγάλη τομή μέσα στην αριστερά που θα κόψει κάθε σχέση και κάθε δεσμό με τον κρατισμό, την ανελευθερία και τον καταναγκασμό που συνδέθηκαν με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Και αυτό πρέπει να εκφράζεται σε όλες τις πολιτικές της σήμερα.
2. Η αριστερά σήμερα δεν μπορεί να θεωρεί κάθε εκσυγχρονισμό, κάθε μεταρρύθμιση ενσωμάτωση στο σύστημα και στο όνομα αυτό να τις καταδικάζει ως φιλελευθερισμό και να τελειώνει. Έχοντας μια σχηματική και αντιδιαλεκτική προσέγγιση για την κίνηση της ιστορίας, θεωρεί κάθε μεταρυθμιστικό μέτρο μικρό ή μεγάλο, που παίρνεται στα πλαίσια αυτού του συστήματος «ρετουσάρισμα» του. Κάθε μέτρο που θα βοηθούσε τη κίνηση της κοινωνίας προς τα εμπρός, η αριστερά αντί να το ενισχύει και να το προωθεί, συνήθως το καταδικάζει και το καταγγέλλει, ως ψευτοβελτιώσεις του συστήματος και ψευδαίσθηση αλλαγής. Στο όνομα κάποιας αντικαπιταλιστικής ρητορείας, ξεχνάει ένα βασικό συμπέρασμα που έχουμε από την ίδια την ιστορική εξέλιξη. Σε όλες τις μεταβάσεις από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο π.χ. από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό, δεν έχουμε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης του ενός και έναρξης του επόμενου. Αυτά τα δύο συστήματα συνυπήρξαν για πολλά χρόνια, δεκατετίες, ίσως και αιώνες ολόκληρους. Σε μερικές χώρες ακόμη και σήμερα, ίσως να έχουμε κατάλοιπα φεουδαρχικών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι η ροή της ιστορίας δεν είναι ευθύγραμμη και γραμμική. Ότι κάποια στιγμή τελειώνουμε με τον καπιταλισμό και αρχίζουμε την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτό έγινε και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Τουλάχιστον στην αρχή που οι προθέσεις ήταν πιο αγνές, πίστεψαν ότι μπορούσαν να «χτίσουν» αμέσως το σοσιαλισμό. Και γιαυτό είχαμε αυτές τις αντιδημοκρατικές μεθοδέυσεις, με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση, με τη βία να καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων, υποτίθεται για το κοινό καλό, που στην συνέχεια έγιναν καθεστώς καταναγκασμών, ανελευθερίας, απαγορεύσεων, σταλινισμός. Και όλα αυτά στο όνομα ενός «ιερού» σκοπού. Του «σοσιαλισμού». Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ένα ρητό με εγκληματικές επιπτώσεις στους ανθρώπους, ακόμη και στην ζωή τους. Όποιος δεν συμφωνούσε ήταν εχθρός του «σοσιαλισμού». Ο αγώνας όμως για μια καλύτερη κοινωνία είναι συνεχής και διαρκής και μάλλον αέναη και άπειρη όπως είναι η ζωή στη φύση, αφού αφορά αλλαγές στη συνείδηση των ανθρώπων και όχι για κάποιο κατασκεύασμα που επιβάλλεται από τα «πάνω» και με τη βία. Και γίνεται ασφαλώς και από τα «πάνω» και κυρίως από τα «κάτω». Με αλλαγές κυρίως στις συνειδήσεις των ανθρώπων και όχι με βία και με αναγκαστικές πολιτικές. Η αριστερά σήμερα δεν μπορεί να είναι αρνητική στις μεταρρυθμίσεις του συστήματος και ας είναι στα πλαίσια του συστήματος. Και ας προτείνονται και από άλλους πολιτικούς φορείς. Το κριτήριο για την αριστερά δεν μπορεί να είναι από ποιον προωθείται κάποια πολιτική, ούτε εάν αποτελεί κάτι ολοκληρωμένο και ριζικό σύμφωνα με την δική της συνολική αντίληψη, αλλά εάν το κάθε μέτρο είναι σε όφελος μιας καλύτερης κοινωνίας και αν προσθέτει κάτι στην υπόθεση αυτή. Οι μεταρυθμίσεις μπορεί να γίνονται στα πλαίσια του συστήματος, και να ενσωματώνονται στο σύστημα, αλλά η αριστερά δεν είναι ανάγκη να ενσωματώνεται στο σύστημα και αυτό να είναι μια ειδοποιός διαφορά της. Η αριστερά μέσα από την προώθηση των μεταρυθμίσεων να δείχνει το μέλλον και την προοπτική. Και κυρίως να πείθει. Και να αλλάζει συνειδήσεις. Κριτήριο για την ορθότητα ενός μέτρου, είναι εάν αυτό καλυτερεύει τη ζωή των πολλών και κυρίως των κοινωνικά αδυνάτων. Εάν αυτό είναι αντικειμενικά και καλυτέρευση του καπιταλισμού λίγο έχει σημασία και σε τελευταία ανάλυση γιατί είναι κακό να καλυτερεύουμε το υπάρχον σύστημα, τον υπάρχοντα τρόπο ζωής και ας το λέμε και καπιταλισμό. Οι πολίτες μέσα απ’αυτή τη διαδικασία συνειδητοποιύν την πορεία προς το καλύτερο. Γιατί τις λύσεις πρέπει να τις αναζητήσουμε στο σήμερα και όχι να τις αναβάλλουμε σε κάποιο αδιόρατο σοσιαλιστικό αύριο. Και αυτό θέλουν και οι άνθρωποι. Γιαυτό ψηφίζουν τα κόμματα. Για το σήμερα και όχι για κάποιο καλύτερο αύριο, που είναι στα μυαλά κάποιων και θέλουν να το κάνουν πεποίθηση και στην κοινωνία.
3. Στενά δεμένο με τα προηγούμενα είναι η εγκατάλειψη ουσιαστικά της πολιτκής μιας ευρωπαϊκής αριστεράς, με σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό, με την έννοια της εμβάθυνσης της δημοκρατίας, την κοινωνική συνοχή των λαών της Ευρώπης, την αλληλεγγύη, την από κοινού αντιμετώπιση των μεγάλων παγκόσμιων προκλήσεων της εποχής από τους λαούς της Ευρώπης. Έτσι παρακολουθούμε μια ολική επαναφορά της αριστεράς σε πολιτκές εθνικές περιχαράκωσης. Η πρότασή της είναι άρνηση σε όλα. Κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας, κατάργηση της συμφωνίας του Μάαστριχτ, κατάργηση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Όμως αυτές οι συμφωνίες ουσιαστικά είναι οι βάσεις ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατάργησή τους στη χώρα μας σημαίνει και αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό προτείνει αβασάνιστα το ΚΚΕ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ με τις τελευταίες προσεγγίσεις του ουσιαστικά το ίδιο λέει. Όμως ας δούμε τα πράγματα πιο ρεαλιστικά. Η συνάντηση είκοσι επτά ευρωπαϊκών χωρών και η λειτουργία τους, στα πλαίσια έστω και αυτού του αδύνατου δημοκρατικά θεσμικού πλαισίου, που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί μια σημαντική προοδευτική εξέλιξη, σε μια ήπειρο που τον πορηγούμενο αίωνα έζησε δύο αιματηρούς παγκόσμιους πολέμους. Σήμερα σε έναν αβέβαιο κόσμο, όπου διαμορφώνονται νέο παγκόμιοι πόλοι όπως η Κίνα, η Ινδία, η Λατινική Αμερική, η παρουσία μιας ενιαίας και ισχυρής Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει για την παγκόσμια κοινότητα. Και όσο πιο δημοκρατική γίνεται αυτή η Ευρώπη, όσο περισσότερο βαθαίνει η δημοκρατία και η συμμετοχή των πολιτών στις διεργασίες αυτές, τόσο καλύτερα για τους λαούς της Ευρώπης. Η αποχή των πολιτών από τις ευρωεκλογές δείχνει μια απαξίωση στην ιδέα μιας ανίσχυρης και γραφειοκρατικής Ευρώπης. Η ερμηνεία κάποιων ότι η μεγάλη αποχή των ευρωπαίων πολιτών από τις πρόσφατες εκλογές είναι στοιχείο ότι οι πολίτες δεν θέλουν την Ευρώπη είναι κατά τη γνώμη μας βαθειά λανθασμένη. Γιατί μια άλλη ερμηνεία είναι, ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θέλουν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πιο δημοκρατική, που θα εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία της, που θα «ξεφύγει» από τα στενά πλαίσια μιας οικονομικής ένωσης, που θα γίνει μια πολιτική οντότητα με ισχυρή φωνή στα παγκόσμια προβλήματα, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής συνοχής, των παγκόσμιων ανισοτήτων. Ασφαλώς η σημερινή ένωση έχει τεράστια ελλείμματα δημοκρατίας. Όμως αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο για την αριστερά. Το να καταγγέλλεις μόνο δεν βγάζει τίποτε. Απλά βοηθάς να διαιωνίζεται η ίδια κατάσταση. Αντί να καταγγέλλει λοιπόν, να μιλήσει για τα θέματα αυτά, για μια δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να δώσει ένα νέο όραμα, αυτό το όραμα που λείπει σήμερα από τους ευρωπαίους πολίτες. Κάποιοι λένε ότι δεν γίνεται τίποτα αφού κυριαρχούν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, παρά μόνο εάν ανατραπεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ασφαλώς στην Ευρωπαϊκή Ενωση, έχουμε εκτός από τους πολίτες της και τα οικονομικά μονοπώλια, τις πολυθενικές, το μεγάλο κεφάλαιο, τις πολεμικές βιομηχανίες. Ασφαλώς οι δυνάμεις αυτές προσπαθούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις και το ευρωπαϊκό γίγνεσθει, όπως αυτές θα ήθελαν. Χωρίς να απλουστεύουμε τα πράγματα, γιατί οι εξελίξεις δεν καθορίζονται από κάποιες λέσχες δυνατών που συνεδριάζουν κρυφά και αποφασίζουν (γίνεται και αυτό βέβαια χωρίς να σημαίνει ότι τις καθορίζουν αποκλειστικά), ταυτόχρονα υπάρχουν και εκατομμύρια πολίτες που μπορούν και αυτοί όχι απλά να επηρεάσουν αλλά να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις, αφού είναι εκατομμύρια φορές περισσότεροι. Σ’αυτήν λοιπόν την Ευρώπη, την ευρώπη των αντιφάσεων, των συγκρούσεων, των ανισοτήτων, χρειάζεται η αριστερά να δράσει και να πείσει για το όραμά της τους πολίτες, αντί απλά να την καταγγέλλει. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία η αριστερά θα κερδίζει τους πολίτες και θα αλλάζει τους συσχετισμούς για μια Ευρώπη της προόδου, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας.

Πολλά άλλα παρόμοια θέματα θα μπορούσαν να αναφερθούν.
Αν η αριστερά δεν δει αυτά τα θέματα σήμερα, δεν έχει κανένα νόημα να υπάρχει έτσι για να υπάρχει σε οποιαδήποτε μορφή, ενωμένη ή χωριστά. Κατά τη γνώμη μου χρειάζεται μια επανίδρυση της σύγχρονης δημοκρατικής αριστεράς.


Κώστας Χαϊνάς

Χαλκίδα 10 Ιουνίου 2009

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Κάποιες πρώτες σκέψεις για τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών στις 7 Ιουνίου 2009

Τι εκφράζει η αποχή για ένα τμήμα της κοινωνίας που δεν απείχε στις Ευρωεκλογές λόγω κάποιας γενικής απολιτικότητας.

Την απογοήτευση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας των πολιτών, που κάθε φορά γίνεται μεγαλύτερο, απέναντι στο πολιτικό σύστημα της χώρας συνολικά.
Την διαμαρτυρία ενός τμήματος των πολιτών απέναντι στο κόμμα που ψηφίζει στις εθνικές εκλογές, που θέλει να την εκφράσει με την αποχή του και όχι με την προτίμηση κάποιου άλλου κόμματος.
Την αδιαφορία ενός τμήματος των πολιτών απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ή την μη κατανόηση του ρόλου και της σημασίας τους, στοιχείο που δείχνει το δρόμο για μια πιο ουσιαστική προσέγγιση των ευρωπαϊκών θεμάτων, στα πλαίσια της κάλυψης των σημερινών δημοκρατικών ελλειμμάτων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τι εκφράζουν τα αποτελέσματα για τα πολιτκά κόμματα.

Ένα γενικό συμπέρασμα για το δικομματισμό

Ο δικομματισμός καλά κρατεί, διαψεύδοντας όσους πρότρεξαν και μίλησαν για το τέλος του. Παρά την μικρή σχετικά υποχώρηση που έχει, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, σε αντίθεση με αντίστοιχα σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συγκέντρωσαν περίπου το 70% των έγκυρων ψήφων.
Τα μικρότερα υπάρχοντα κόμματα της σημερινής βουλής και ειδικότερα τα κόμματα της αριστεράς, δεν αποδείχθηκαν πειστικές εναλλακτικές λύσεις για πολλούς δυσαρεστημένους πολίτες που προτίμησαν είτε να απόσχουν, είτε να ενισχύσουν νέα και άλλα μικρότερα κόμματα.

Για τη Νέα Δημοκρατία

Οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, είτε με την αποχή τους, είτε με την επιλογή τους προς άλλα κόμματα και ιδιαίτερα προς το ΛΑΟΣ, έστειλλαν ένα ισχυρό μήνυμα προς τη Νέα Δημοκρατία, αποδοκιμασίας των πολιτικών που άσκησε και προσωπικά προς τον κ. Καραμανλή για τον τρόπο που χειρίσθηκε τα σκάνδαλα. Ασφαλώς και δεν έχουν τελειώσει όλα για τη Νέα Δημοκρατία. Στο επόμενο διάστημα θα δούμε τα περιθώρια ελιγμών και διαμόρφωσης εναλλακτικών επιλογών. Ο δικομματισμός όπως είπαμε μπορεί να είχε κάποια μικρή υποχώρηση, κρατά όμως τις βασικές του δυνάμεις και μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και εφεδρείες στο συντηρητικό τόξο του πολιτικού συστήματος. Άρα τα πράγματα στο πολιτικό σκηνικό θα διαμορφωθούν ανάλογα και με τον τρόπο που θα χειριστούν τα θέματα συμμαχιών και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας.

Για το ΠΑΣΟΚ

Τα αποτελέσματα έδωσαν ένα σαφές προβάδισμα στο ΠΑΣΟΚ και στον Γεώργιο Παπανδρέου έναντι της Νέας Δημοκρατίας και του κ. Καραμανλή. Όμως αυτές οι εκλογές δεν βγάζουν Κυβέρνηση, αλλά και να έβγαζαν, το ΠΑΣΟΚ δεν θα μποορύσε να συγκροτήσει Κυβέρνηση, ίσως ακόμη και με τον τελευταίο εκλογικό νόμο Παυλόπουλου, που δίνει ένα μεγάλο μπόνους στο πρώτο κόμμα. Με τα αποτελέσματα λοιπόν αυτά, οι πολίτες δεν έδωσαν ανοικτή επιταγή στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ούτε τον αέρα ενός σαφούς πολιτικού ρεύματος, ώστε να μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι διεκδικεί μιαν αυτοδύναμη πλειοψηφία στις επόμενες εθνικές εκλογές. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ μένει πολλά να δείξει ακόμη και κυρίως να πείσει ότι αποτελεί μέρος μιας φερέγγυας πολιτικής λύσης, χωρίς τα γνωστά αλαζονικά χαρακτηριστικά του πρόσφατου παρελθόντος του.

Για το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ με ποσοστό λίγο κατώτερο από τις επιδόσεις του στις εθνικές εκλογές του 2007, μπορούμε να πούμε ότι συγκράτησε γενικά το μεγάλο τμήμα των δυνάμεών του. Δεν μπόρεσε όμως να κερδίσει από τη δυσαρέσκεια προς το πολιτικό σύστημα νέους ψηφοφόρους, είτε ψηφοφόρους που δεν ήθελαν να ψηφίσουν τα υπάρχοντα κόμματα. Και αυτό κυρίως οφείλεται στον ένοτονο αντιευρωπαϊσμό που επέδειξε. Τα συνθήματα για ανυπακοή και απειθαρχία προς την ΕΕ, δεν έπιασαν τόπο, αφού τα αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις της, ούτε η πλειοψηφία των πολιτών έδειξε κάποια αντιευπωπαϊκή στάση όπως επεδίωκε, αφού σαφώς η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών προτίμησαν μια στάση κριτική ή όχι προς την ΕΕ, πάντως μέσα στα πλαίσιά της. Σε ένα βαθμό λοιπόν αυτός ο έντονος αντιευρωπαϊσμός του ΚΚΕ δεν βοήθησε να κερδίσει κάποιους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του πολιτικού συστήματος και τους έσπρωξε είτε στην αποχή είτε σε άλλα μικρότερα σχήματα. Επίσης ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να πάρει υπόψη της η ηγεσία του ΚΚΕ είναι ότι, σήμερα δυνάμεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με έντονο αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό, είναι πολιτικοί φορείς με αντιδραστικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Τι σχέση έχει ένας πολιτικός χώρος κατ’ εξοχήν διεθνιστικός –όπως τουλάχιστον θέλει να λέει ότι είναι το ΚΚΕ- με τις δυνάμεις αυτές; Τέλος η αποχή των ευρωπαίων πολιτών που θέλει να προσεταιριστεί το ΚΚΕ, τις περισσότερες φορές δεν προέρχεται από έναν γενικό αντιευρωπαϊσμό, αλλά μάλλον από την έλλειψη μιας σαφέστερης και βαθύτερης δημοκρατικής πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το ΛΑΟΣ

Η άνοδος του ΛΑΟΣ είναι ένα στοιχείο που μπορεί να οφείλεται σε ένα βαθμό στην μετατόπιση δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα δείχνει μια -μικρή έστω- ενίσχυση των φοβικών και εθνικιστικών χαρακτηριστικών σε ένα τμήμα της κοινωνίας μας. Αυτό ως στοιχείο σε συνδυασμό με την ενίσχυση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο παρόμοιων αντιευρωπαϊκών, ρατσιστικών, φοβικών και εθνικιστικών δυνάμεων είναι ένα θέμα που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τη δημοκρατική Ευρώπη και τις πολιτικές δυνάμεις που την συγκροτούν.


Για τους Οικολόγους – Πράσινους

Αποτελούν τους κερδισμένους των εκλογών, αφού παρά τις χυδαίες επιθέσεις που δέχθηκαν το τελευταίο διάστημα, κατάφεραν να συγκεντρώσουν την κρίσιμη πολιτική μάζα, που τους αναδεικνύει σε μια αυτόνομη πολιτική δύναμη. Πρέπει όμως να αποδείξει στην πράξη ότι δεν αποτελεί ένα απλό χώρο συγκέντρωσης της διαμαρτυρίας και της απογοήτευσης των πολιτών, αλλά μια πολιτική δύναμη που θέλει και μπορεί να συμβάλλει στη συνάντηση όλων εκείνων των δυνάμεων που αγωνίζονται για μια προοδευτική κατεύθυνση στη χώρα μας.

Για το ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον χαμένο των ευρωεκλογών, όχι τόσο γιατί συγκέντρωσε ένα ποσοστό λίγο μικρότερο απ’αυτό που συγκέντρωσε στις τελευταίες εθνικές εκλογές, τη στιγμή που πάντα στις ευρωεκλογές η ανανεωτική αριστερά συγκέντρωνε μεγαλύτερα ποσοστά σε σχέση με τα εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωνε στις εθνικές εκλογές. Αλλά κυρίως γιατί οι προσδοκίες που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, ήταν τελικά πολύ μεγαλύτερες απ’αυτές που πραγματικά μπορούσε.
Τα αποτελέσματα συνδέονται σαφώς με τις αντιευρωπαϊκές επιλογές της ηγεσίας του, που ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα απέκτησαν τον χαρακτήρα, μιας ολικής επαναφοράς σε φοβικές εθνοκεντρικές επιλογές, που αν και απογοήτευσαν πολλούς ψηφοφόρους του που τελικά όμως στο μεγαλύτερο τμήμα τους τον ψήφισαν, αλλά κυρίως όμως απομάκρυναν πολλούς εν δυνάμει ψηφοφόρους του.
Ασφαλώς συνδέεται και με τις πολιτικές που εφάρμοσε σε πολλά θέματα της εσωτερικής πολιτικής επικαιρότητας και πιο συγκεκριμένα με το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να πείσει για την ρεαλιστικότητα της δικής του εναλλακτικής πολιτικής λύσης για τη χώρα μας, ώστε να αποτελέσει τον πολιτικό πόλο υποδοχής για τους απογοητευμένους και δυσαρεστημένους πολίτες.

Τις επόμενες μέρες, όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα μελετήσουν βαθύτερα τα αποτελέσματα και θα βγάλουν τα απαραίτητα πολιτικά συμπεράσματα, που θα μετουσιωθούν σε πολιτικές. Οι πολίτες θα τις κρίνουν και πάλι.


Κώστας Χαϊνάς
Δευτέρα 8-6-2009

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Δέκα λόγοι γιατί ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ στις 7 Ιουνίου

1. Γιατί είναι ο χώρος που δημιούργησαν οι πιο δημιουργικές, οι πιο ζωντανές και δημοκρατικές δυνάμεις της ιστορικής αριστεράς.
2. Γιατί στο ψηφοδέλτιό του έχει, πέρα από πολλούς άξιους και ανιδιοτελείς αγωνιστές, έναν από τους πιο επιτυχημένους ευρωβουλευτές της προηγούμενης Ευρωβουλής, που παρά το «ρίξιμο» που του έγινε, παρέδωσε μαθήματα δημοκρατίας και συλλογικότητας.
3. Γιατί παρά τα λάθη που έκανε το προηγούμενο διάστημα σε πολλά θέματα και τους λανθασμένους χειρισμούς της ηγεσίας του (κατά τη γνώμη μου), οι προθέσεις των πολιτικών της ήταν να βοηθήσουν τους κοινωνικά αδύνατους.
4. Γιατί σε μεγάλα περιβαλλοντικά θέματα του νομού μας (Λιθάνθρακας, Ασωπός κ.ά.) στάθηκε με συνέπεια κοντά στο περιβαλλοντικό κίνημα, το στήριξε χωρίς προσπάθειες χειραγώγησης.
5. Γιατί σε πολλά φλέγοντα κοινωνικά θέματα όπως στο θέμα των μεταναστών, αγωνίσθηκε σταθερά ενάντια στο ρατσισμό και τα φοβικά σύνδρομα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους ξένους πολίτες.
6. Γιατί απέναντι στο δικομματισμό που οδήγησε τη χώρα μας στα σημερινά αδιέξοδα, η ελπίδα για την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και τη συγκρότηση της μεγάλης συμμαχίας των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων του αύριο, περνάει σήμερα μέσα από την ενίσχυση της δημοκρατικής και ανανεωτικής αριστεράς.
7. Γιατί είναι ο πολιτικός χώρος που παρά τις σοβαρές πολιτικές ενστάσεις μου στα ευρωπαϊκά θέματα και την σύγχυση που υπάρχει στο χώρο στα θέματα αυτά, είναι και ο μοναδικός συγκροτημένος χώρος της αριστεράς σήμερα που μπορεί να συζητήσει για τα θέματα αυτά ελεύθερα και δημοκρατικά και να βρει τον καλύτερο δρόμο για μια δημοκρατική Ευρώπη.
8. Γιατί έναι η πολιτική δύναμη που η ισχυροποίησή της, θα στείλλει πολλαπλά μηνύματα σε πολλούς παραλήπτες και θα δημιουργήσει νέα δεδομένα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο για τις αυριανές συναντήσεις και συμμαχίες.
9. Γιατί είναι ο πολιτικός χώρος όπου υπάρχει μια ελπίδα αναγέννησης και διαμόρφωσης μιας μεγάλης δημοκρατικής και ανανεωτικής αριστεράς που μαζί με όλες τις άλλες δυνάμεις της εργασίας, της οικολογίας και του πολιτισμού, θα δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα για μια καλύτερη και πιο δίκαιη κοινωνία σήμερα και αύριο με δημοκρατία και ελευθερία.
10. Γιατί πολλές φορές ψηφίζουμε με το συναίσθημα και τη καρδιά.


2 Ιουνίου 2009

Κώστας Χαϊνάς

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Το πραγματικό δίλημμα είναι, μια Ευρώπη με περισσότερη δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη ή εθνική απομόνωση.

Όσο πλησιάζουμε προς τις ευρωεκλογές η συζήτηση και η πολιτική αντιπαράθεση όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την ουσία και όλο και λιγότερο μιλάμε για τα πραγματικά ευρωπαϊκά προβλήματα.
Ποιό είναι το μέλλον της Ευρώπης στο σύγχρονο κόσμο ;
Ποιός είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σημερινό πολυπολικό και πολυπολιτισμικό κόσμο που διαμορφώνεται ;
Ποιές αλλαγές και ποιές μεταρυθμίσεις απαιτούνται στο οικοδόμημα που λέγεται ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για την κάλυψη του δημοκρατικού, κοινωνικού και πολιτικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989 και του τζογαδόρικου καπιταλισμού είκοσι χρόνια μετά, ποια είναι η πολιτική πρόταση του κάθε πολιτικού φορέα;
Ερωτήματα για τα οποία δεν έχει απαντήσει ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα καμιά πολιτική δύναμη μέχρι σήμερα λίγες μέρες πριν τις εκλογές.
Στις σημερινές «σκέψεις» θα αναφερθούμε στα βασικά ευρωπαϊκά κείμενα που θέλει να καταργήσει η αριστερά κάθε έκφρασης και ειδικά στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το ΚΚΕ μάλιστα, σε μια επίδειξη γνήσιας «αριστεροσύνης» δεν θέλει απλά την κατάργησή του Συμφώνου Σταθερότητας, γιατί εκτιμά ότι αυτό είναι αποπροσανατολιστικό (για να μην ταυτίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ), αλλά χρειάζεται αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά βέβαια δεν είναι και ιδιαίτερα μεγάλη, αφού και ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά πλέον την κατάργηση όλων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Εκείνο βέβαια που δεν μας λένε και οι δύο, είναι τι προτείνουν για το παρόν των εργαζομένων (που φιλοδοξούν να εκπροσωπούν πολιτικά) και της χώρας. Ή μάλλον μας λένε παραπέμποντας τις λύσεις όμως, σε κάποιο αδιόρατο «σοσιαλιστικό» μέλλον.
Για την ουσία του θέματος, Σύμφωνο Σταθερότητας στα πλαίσια ενός άρθρου.
Το Σύμφωνο αυτό καθορίζει κάποια όρια για το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό. Για τη χώρα μας αυτό σημαίνει :
1. Το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ)
2. Το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να ξεπερνά το 60% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ)
3. Ο πληθωρισμός να μην ξεπερνά το 2%
Και αναρωτιέται ο κάθε καλοπροαίρετος πολίτης, ο κάθε καλόπιστος παρατηρητής, ο καθένας μας χωρίς δογματισμούς και ταμπελοποιήσεις των απόψεων περί νεοφιλελευθερισμού και άλλων ηχηρών παρόμοιων, που θέλουν να βλέπουν την ουσία :
Και γιατί είναι κακό για τη χώρα μας να ισχύουν αυτοί οι όροι, αυτοί οι κανόνες για το δημόσιο έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό ;
Ίσα – ισα που θεωρώ ότι είναι καλό να έχουμε αυτά τα όρια, αυτούς τους κανόνες. Και εξηγούμαι :
1. Το δημόσιο έλλειμμα είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κράτος δαπανά περισσότερα από αυτά που εισπράττει. Προφανώς θα δημιουργηθεί έλλειμμα. Η λύση λοιπόν είναι να περιορίσουμε τις αλόγιστες δαπάνες του δημόσιου τομέα (από τα πολυτελή αυτοκίνητα των βουλευτών μας έως τις αμαρτωλές κρατικές προμήθειες), να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή από τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, έως το «μαύρο» χρήμα που κυκλοφορεί ελεύθερα και με Τραπεζική προστασία. Δεν μας φταίει η ύπαρξη ορίου, ίσα – ισα που έχουμε και ένα καμπανάκι να μας προειδοποιεί.
2. Το δημόσιο χρέος είναι αποτέλεσμα του συνεχούς δανεισμού του κράτους για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του. Είτε αυτές είναι οι πληρωμές των συντάξεων, είτε είναι οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, είτε για να καλύψουμε τα ελλείμματα, το κράτος κάθε τόσο υποχρεώνεται να δανείζεται. Βέβαια τα χρήματα αυτά χρόνια τώρα πάνε στις «μαύρες τρύπες» των ελλειμμάτων και όχι για αναπτυξικά έργα και επενδύσεις. Η λύση είναι λοιπόν μα χτυπήσουμε την εισφοροδιαφυγή, να βρούμε τους απαραίτητους πόρους για να καλύψουμε τις ανάγκες του δημόσιου τομέα και όχι εύκολα και αγόγγυστα να δανειζόμαστε και να υπερχρεώνουμε όχι μόνο τη δική μας τη γενιά, αλλά κυρίως τις μελλοντικές γενιές που δεν φταίνε και σε τίποτα να πληρώσουν τα σπασμένα.
3. Ο πληθωρισμός είναι ένα σύνθετο μέγεθος που συνδέεται με πολλές πλευρές της οικονομικής πολιτικής μιας χώρας αλλά και των συνθηκών που επικρατούν κάθε φορά στην αγορά. Η λύση λοιπόν είναι να ασκήσουμε όσο γίνεται καλύτερη και αποτελεσματικότερη πολιτική στη χώρα μας, ώστε ο πληθωρισμός να κρατηθεί σε χαμηλά επίπεδα.

Κάποιοι αναλυτές λένε ότι, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης θα πρέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας να «χαλαρώσει» (αυτό ζητάει και το ΠΑΣΟΚ σήμερα), ώστε να μπορέσουμε –λένε- να αναπτύξουμε περισσότερο τη κοινωνική πολιτική και τις παροχές προς τα πληττόμενα κοινωνικά στρώμματα. Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά πως γίνεται με δανεικά να κάνεις κοινωνική πολιτική. Αν αυτή είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την διακυβέρνηση που επαγγέλλεται ας μας το πει καθαρά. Δηλαδή ότι σκοπεύουν να κάνουν κοινωνική πολιτική με ξένα κόλυβα. Χωρίς να πειράξουν την φοροδιαφυγή, χωρίς να αγγίξουν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Με δανεικά δηλαδή, που θα καταχρεώσουν τη χώρα και θα υποθηκεύσουν το μέλλον της. Αυτό που κάνει με συνέπεια ο δικομματισμός χρόνια τώρα. Μάλιστα επικαλούνται την πολιτική του Ομπάμα στις ΗΠΑ, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να δανείζεται από την Κίνα και να έχει εκτοξευθεί το δημόσιο έλλειμα των ΗΠΑ κοντά στο 13% του ΑΕΠ ! Όμως το να συγκρίνεις την οικονομία των ΗΠΑ με αυτήν της χώρας μας, είναι τουλάχιστον πολιτικά αφελές για να μην πούμε αυτό που λέει ο λαός μας στα καφενεία.
Αλλά και να δεχθούμε ότι για κάποιους επείγοντες λόγους όπως είναι αυτοί που καθορίζονται από την τρέχουσα οικονομική κρίση, χρειάζεται να «χαλαρώσουν» οι όροι του Συμφωνου Σταθερότητας, είτε να «παγώσουμε» το ίδιο το σύμφωνο για κάποιο διάστημα, στην πορεία δεν θα χρειαστεί να ορίσουμε κάποιους κανόνες, κάποιους όρους, κάποιους στόχους τέλος πάντων, για το δημόσιο έλλειμμα, τον πληθωρισμό ή το δημόσιο χρέος ; Να αναζητήσουμε εν τω μεταξύ τις βαθύτερες αιτίες που δημιουργούν το δημόσιο έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό. Και να εφαρμόσουμε τις ανάλογες πολιτικές. Κατά την γνώμη μου όσοι υποστηρίζουν ότι δεν χρειαζόμαστε ένα παρόμοιο πλαίσιο είτε λαϊκίζουν και δημαγωγούν άρα είναι ανεύθυνοι πολιτικά είτε δεν θέλουν για κάποιους λόγους να βλέπουν την πραγματικότητα.
Δηλαδή και τα τρία αυτά θέματα που ορίζει το Σύμφωνο σταθερότητας συνδέονται με τις ασκούμενες πολιτικές της χώρας, άρα με τις πολιτικές του δικομματισμού είκοσι και πάνω χρόνια και όχι με κάποιες «ντιρεκτίβες» που κάποιοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να μας επιβάλλουν. Και εάν θέλουμε να ασκήσουμε κοινωνική πολιτική δεν μας φταίει το Σύμφωνο Σταθερότητας αλλά οι ασκούμενες πολιτικές στη χώρα μας. Και είναι γνωστό ότι η κοινωνική πολιτική ασκείται από τις εθνικές κυβερνήσεις και όχι από τις Βρυξέλες. Δεν μας λέει κανείς από τις ΕΕ, να μην κάνουμε επενδύσεις, να μην δημιουργούμε νέες θέσεις εργασίας, να μην προστατεύσουμε ή και να αυξήσουμε τα εργατικά εισοδήματα. Το πρόβλημα λοιπόν είναι οι πολιτικές του δικομματισμού και όχι το Σύμφωνο Σταθερότητας. Αφού το πολιτικό μας σύστημα είναι ανίκανο τόσα χρόνια να ελέγξει το δημόσιο χρέος, το δημόσιο έλλειμμα και τον πληθωρισμό, έρχεται η ΕΕ (ευτυχώς θα έλεγα) και μας υποχρεώνει να έχουμε κάποιους κανόνες.
Μια πολιτική που θα διεκδικούσε «περισσότερη» Ευρώπη, όπως για παράδειγμα είναι η διεκδίκηση της έκδοσης ενός ευρωομόλογου, όπου θα μπορούσαν να δανειστούν με ευνοϊκούς όρους σε συνθήκες κρίσης οι χώρες της ΕΕ, για να στηρίξουν την οικονομία τους, είναι κατανοητή. Η κατάργηση όμως του Συμφώνου Σταθερότητας πέρα από μια θέση τελείως εξωπραγματική, είναι μια πολιτική «λιγότερης» Εύρωπης, περιοριστική, εθνοκεντρική.
Και ας υποθέσουμε ότι καταργείται το Σύμφωνο Σταθερότητας. Τι καλό προβλέπεται για τη χώρα μας ; Πέρα από τις γενικότερες επιπτώσεις στο ευρώ ως νόμισμα, στην ελληνική οικονομία, στις χώρες της ζώνης του ευρώ, τις οποίες δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε. Ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα ωφεληθούν από μια τέτοια εξέλιξη; Πουθενά δεν μπορώ να βρω ποιο θα είναι το όφελος για τις δυνάμεις της εργασίας. Αντίθετα κάποιοι άλλοι, όπως τα γνωστά αρπακτικά του δημόσιου πλούτου και τα μεγάλα διαπλεκόμενα συμφέροντα (δηλαδή οι δυνάμεις της ανεξέλεγκτης και ασύστολης αγοράς), αξιοποιώντας τη διαπλοκή και την χαλαρότητα που θα επικρατήσει από την έλλειψη συγκεκριμένων κανόνων, θα λεηλατήσουν ότι έχει απομείνει. Μόνο σκεφτείτε τι θα γίνει όταν τα δύο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν δεσμεύσεις, στο όνομα της διατήρησης της εξουσίας ή στο όνομα της κατάκτησης της εξουσίας, τι «πάρτυ» θα γίνει σε βάρος των εργαζομένων, σε βάρος τελικά της χώρας μας.
Μήπως εάν δεν υπήρχαν αυτοί οι όροι από το Σύμφωνο Σταθερότητας, έπρεπε να τους εφεύρουμε στη χώρα μας, για να σταματήσουμε επιτέλους τις σπατάλες του δημόσιου τομέα, την εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους του δικομματισμού, τις αλόγιστες και ανεξέλεγκτες προμήθειες του δημόσιου τομέα με τις χρυσές μίζες στους ημετέρους και τόσα άλλα που ζήσαμε και ζούμε ακόμη ;
Η αριστερά λοιπόν αντί να βλέπει την ουσία της πολιτικής, μιλάει για κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας, στο όνομα κάποιου ακατανόητου (σε μένα) μοδάτου αντιευρωπαϊσμού. Αντί δηλαδή να χτυπάει το γάϊδαρο (τις ασκούμενες πολιτικές του δικομματισμού), χτυπάει το σαμάρι (την Ευρωπαϊκή Ένωση), αφού είναι της μόδας και οι παροιμίες στο λόγο της αριστεράς.
Και γιατί παρακαλώ κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και των άλλων αριστερών δυνάμεων, αριστερή και προοδευτική πολιτική είναι να καταργηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας ; Με ποια κριτήρια βαφτίζετε αυτήν την πολιτική αριστερή ; Με βάση τα δικά μου κριτήρια που προηγούμενα εξέθεσα, η πολιτική σας αυτή είναι μια πολιτική φοβική, και αδιέξοδη, που σας αναγκάζει να ζητάτε την κατάργηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, για να είστε συνεπείς στην ολική επαναφορά σας, στις παρωχημένες θέσεις του εθνοκεντρισμού και της απομόνωσης.

1 Ιουνίου 2009

Κώστας Χαϊνάς