Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Σκέψεις για την καπιταλιστική κρίση

Από το 2007 παρακολουθούμε όλοι μας μια πρωτοφανή κρίση που σαρώνει στο πέρασμά της και γκρεμίζει μύθους, δογματικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, οικονομικούς κολοσσούς της χρηματοκοικονομικής πίστης(;) σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Πολλοί βιάστηκαν να εκτιμήσουν το «τέλος» του καπιταλισμού. Άλλοι υποστήριξαν ότι επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα του κρατικού παρεμβατισμού για τη σωστή λειτουργία του καπιταλισμού. Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν σθεναρά ότι δεν χρειάζεται καμιά κρατική παρέμβαση και να αφήσουμε το σύστημα της αγοράς να λειτουργήσει και μέσα από αυτήν την «δημιουργική καταστροφή» το σύστημα θα αναγεννηθεί.
Φιλελεύθεροι και νεοφιλελεύθεροι, κρατιστές και σοσιαλιστές κάθε μορφής έδωσαν τις δικές τους ερμηνείες για την κρίση και για τα μέτρα που χρειάζεται να παρθούν.
Τι είναι πραγματικά αυτή η κρίση; Ποιούς πραγματικά αγγίζει και πόσο ; Ποιές είναι οι πραγματικές αιτίες αυτής της κρίσης και τι σχέση έχει η σημερινή κρίση με τις περιοδικές κρίσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που προέβλεψε ο Μάρξ; Υπάρχουν μαγικές συνταγές για την αντιμετώπισή της ;
Τα ερωτήματα είναι πολλά και αναμένουν απαντήσεις. Κατά κύριο λόγο απαντήσεις χρειάζεται να δώσουν απαντήσεις οι ίδιοι οι κυβερνώντες. Η κάθε πολιτική δύναμη που απαρτίζει το υπάρχον πολιτικό σύστημα ανεξάρτητα από την ιδεολογική σκοπιά της κάθε δύναμης πρέπει να μας πει την δική της εκτίμηση αλλά και τις προτάσεις της. Οι πολίτες θα κρίνουν. Ιδιαίτερα η δημοκρατική αριστερά χρειάζεται να μας δώσει την δική της εκδοχή για τη κρίση. Οι πολίτες περιμένουν να ακούσουν πειστικές απαντήσεις και ερμηνείες. Προτάσεις συγκεκριμένες. Χωρίς να υποτιμούμε τις προτάσεις που ακούγονται για κρατικοποίηση κάποιων Τραπεζών, δεν νομίζουμε ότι η λύση της «κρατικοποίησης» είναι το φάρμακο για όλες τις πληγές του καπιταλισμού. Και το ζητούμενο είναι με βάση ποια θεωρητικά εργαλεία θα κάνουμε αυτήν την συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, για να θυμηθούμε και μια παρότρυνση κάποιων θεωρητικών; Ισως χρειαστεί να ξεσκονίσουμε κάποιες σκέψεις του Μαρξ για την αγορά, γιατί με τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό ταυτίσαμε το σοσιαλισμό με τον κρατισμό, που κατάντησε παθογένεια για την αριστερά. Και αυτή την παθογένεια την συναντάμε πολύ συχνά στις προτεινόμενες πολιτικές σήμερα της αριστεράς κάθε έκφρασης.
Κάποιοι μελετητές της αγοράς που προσπαθούν να αναλύσουν τις αιτίες της σημερινής κρίσης, μιλάνε κυρίως για κρίση εμπιστοσύνης. Δηλαδή η γενεσιουργός αιτία της κρίσης είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης των «αγορών». Αυτή η απώλεια δημιούργησε αλυσιδωτές αντιδράσεις σε μια παγκοσμιοποιημένη πλέον αγορά.
Θα κάνουμε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε το θέμα της κρίσης, χωρίς να μπούμε σε μια αυστηρή οικονομική ανάλυση και αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσουμε βαρύγδουπους οικονομικούς όρους και συλλογισμούς που γίνονται βαρετοί σε όλους μας.
Για λόγους μεθοδολογικούς θα θεωρήσουμε ότι έχουμε μια οικονομία, την παγκόσμια οικονομία και θα την διαχωρίσουμε σε τρία επίπεδα. Το μοντέλο αυτό είναι μια πραγματικότητα και στο μέλλον θα γίνεται πιο καθαρό και ολοφάνερο σε όλους. Διευκρινίζουμε ότι αυτός ο διαχωρισμός σε τρία επίπεδα, είναι καθαρά μεθοδολογικός και όχι πραγματικός. Η πραγματικότητα ασφαλώς είναι πιο πολύπλοκη και χαοτική.
Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό που ονομάζουμε πραγματική οικονομία και είναι τα εργοστάσια, τα παραγώμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες, οι εργαζόμενοι, οι βιομήχανοι, οι αγορές των πρώτων υλών για την παραγωγή των προϊόντων και των υπηρεσιών, οι αγρότες, η γη, οι καταναλωτές κ.λ.π. Στο επίπεδο αυτό παράγονται όλες οι πραγματικές αξίες. Δηλαδή το άθροισμα όλων των αξιών τα παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών μιας οικονομίας αποτελεί και το πραγματικό παραγόμενο προϊόν μιας κοινωνίας.
Στο δεύτερο επίπεδο μπορούμε να δούμε τις Τράπεζες που δίνουν δάνεια στις επιχειρήσεις για να πληρώσουν τρέχουσες υποχρεώσεις τους και δεν έχουν μετρητά ή για μελλοντικές επενδύσεις και στους καταναλωτές για να αγοράσουν ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, να πάνε διακοπές κ.λ.π.. Οι Τράπεζες δανείζουν αλλά και αυτές δανείζονται από άλλες Τράπεζες και από τους καταθέτες. Οι Τράπεζες δεν «παράγουν» χρήματα, απλά κυκλοφορούν το χρήμα για να γίνονται πιο εύκολα οι οικονομικές συναλλαγές. Τα χρήματα που κυκλοφορούν πρέπει να ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα και στην πραγματική αξία μιας οικονομίας. Γιαυτό το ύψος του χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά γίνεται μέσο αυστηρών κανόνων, που διέπουν την παραγωγή και την κυκλοφορία τους από τις Κεντρικές Τράπεζες των Κρατών. Περισσότερο χρήμα στην αγορά φέρνει πληθωρισμό, δηλαδή μικρότερη πραγματική αξία του χρήματος.
Στο τρίτο επίπεδο έχουμε τις επενδυτικές Τράπεζες ή οργανισμούς που επενδύουν χρήματα εταιριών, οργανισμών, ασφαλιστικών ταμείων και ιδιωτών, σε διάφορα επενδυτικά προϊόντα που πολλές φορές και αυτοί που τα πουλάνε δεν γνωρίζουν ακριβώς την λειτουργία τους (αμοιβαία κεφάλαια, δομημένα ομόλογα, χρηματοοικονομικά παράγωγα κ.λ.π.). Οι επενδυτικοί αυτοί οργανισμοί, μπορεί να είναι Τράπεζες, θυγατρικές εταιρίες Τραπεζών, αλλά και ανεξάρτητες επενδυτικές εταιρίες ανάλογα με το δίκαιο της κάθε χώρας. Σε μια παγκοσμιοποιημένη όμως οικονομία λίγη σημασία έχει αυτό, αφού τα χρήματα ενός κατοίκου της άνω Ράχης (για να θυμηθώ τον φίλο μου το Γιώργο, ο οποίος διευκρίνιζε ότι είναι από την άνω Ράχη, χωρίς όμως να υπάρχει κάτω Ράχη !), μπορεί να «παίζονται» σε επενδυτικά χαρτιά που αφορούν ασφάλειες στεγαστικών ή επιχειρηματικών δανείων, πιστωτικές κάρτες, μελλοντικές αποδόσεις σε μετοχικά χαρτοφυλάκια ή άλλα παράγωγα προϊόντα που αφορούν την αγορά του άνθρακα ή του πετρελαίου. Επενδυτικά προϊόντα χωρίς πατρίδα αλλά και χωρίς να μπορεί κανείς να τα κατανοήσει πλήρως και ούτε βέβαια να τα ελένξει. Ο κάτοικος βέβαια της άνω Ράχης δεν ξέρει τι είναι αυτά τα επενδυτικά προϊόντα ακριβώς. Τα χρήματά που είχε πουλώντας κάποια κτήματα του για να γίνει ένας μεγάλος ξενώνας στην περιοχή του, τα έδωσε σε ένα υποκατάστημα της Τράπεζας του χωριού του, γιατί τον έπεισε ο γείτονάς του που ήταν υπάλληλος της Τράπεζας να επενδύσει σε κάποια προϊόντα που είχαν μεγάλες και εγγυημένες αποδόσεις. Ασφαλώς τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Όμως η ουσία είναι ότι στο επίπεδο αυτό των επενδυτικών οργανισμών συγκεντρώνεται το χρήμα που παράγεται στο πρώτο επίπεδο. Τα επενδυτικά αυτά προϊόντα «κυκλοφορούν» συνεχώς στην παγκόσμια αγορά. Αγοράζονται και πωλούνται. Όπως οι τιμές των μετοχών σε ένα χρηματιστήριο ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ανάλογα με την ζήτηση τους, έτσι και η αξία των προϊόντων αυτών ανεβαίνει και κατεβαίνει. Άλλωστε πολλά από αυτά τα προϊόντα συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με μετοχές επιχειρήσεων, ή με αξίες μετοχών ολόκληρων κλάδων και με άλλα παράγωγα προϊόντα που η προσδιοριστέα αξία τους είναι πολύ δύσκολο να αποσαφηνιστεί λόγω του πολυπλόκαμου των διασυνδέσεών τους με πραγματικές αξίες.
Όταν ο δείκτης ενός χρηματιστηρίου ανεβαίνει συνεχώς, δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνει. Είτε οι τιμές των μετοχών των εισηγμένων επιχειρήσεων ανταποκρίνονται στην πραγματική τους αξία είτε όχι. Εάν έχουμε πραγματική αύξηση της τιμής μιας μετοχής σημαίνει ότι η επιχείρηση στην οποία ανήκει η μετοχή αυτή, έχει πραγματικά κέρδη, είναι υγιής επιχείρηση. Όμως υπάρχει περίπτωση η εταιρία να μην είναι υγιής και η μετοχή της με διάφορα «κόλπα», ή γιατί η αγορά είναι σε περίοδο ανοδική εξ αιτίας γενικότερων αιτιών να ανεβαίνει. Δηλαδή ενδέχεται να μην έχουμε πραγματική αύξηση των τιμών των μετοχών, αλλά μια πλασματική αύξηση που σημαίνει ότι έχουμε υπερτίμηση της αξίας της. Έτσι δημιουργείται η λεγόμενη «φούσκα». Όμως για την αύξηση αυτής της πλασματικής αξίας κάποιοι επενδυτές (οργανισμοί και ιδιώτες) κατέθεσαν πραγματικό χρήμα και πήραν στα χέρια τους «χαρτιά» ή σύγχρονους ηλεκτρονικούς τίτλους. Πολλές φορές η αύξηση αυτή είναι ελεγχόμενη και η ίδια η αγορά έχει τους μηχανισμούς εξισορρόπησης (πληροφόρηση κ.λ.π.) και διορθώνει τις παραμορφώσεις αυτές. Τα υπερτιμημένα χαρτιά δεν έχουν ζήτηση και οι τιμές τους πέφτουν και έτσι επέρχεται η ισορροπία. Με την ίδια λογική λειτουργούν και τα πιο σύνθετα επενδυτικά προϊόντα. Βεβαίως αυτά τα προϊόντα διαχειρίζονται από τους επενδυτικούς οργανισμούς και τους ανθρώπους που έχουν ορίσει γι αυτό. Και στο επίπεδο αυτό «παίζονται» πολλών ειδών «παιχνίδια» για την προσέλκυση αγοραστών των επενδυτικών τους προϊόντων. Παιχνίδια ανάλογα με τη δύναμη που διαθέτουν. Έτσι μπορούν να ανεβάζουν και να κατεβάζουν τιμές προϊόντων που δεν έχουν καμιά σχέση με την παραγωγή τους, την εμπορία τους κ.λ.π. Για παράδειγμα οι μεγάλες αυξήσεις και οι μεγάλες μειώσεις στις τιμές του πετρελαίου που ζήσαμε την περίοδο 2007 – 2008 δεν είχαν αφετηρία τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες ή τις εταιρίες εμπορίας πετρελαίου, αλλά επενδυτικά κεφάλαια που «έπαιζαν» στην αγορά του πετρελαίου σημερινές και μελλοντικές πωλήσεις. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες ή οι εταιρίες εμπορίας πετρελαίου δεν έχουν σχέση με τα κεφάλαια αυτά ή με τους μηχανισμούς αυτούς που διαμόρφωσαν τις τιμές του πετρελαίου. Όλα αυτά τα συστήματα είναι αλληλοσυμπλεκόμενα.
Η σύγχρονη εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος έδωσε κάποια σχετική αυτονομία στο δεύτερο και ιδιαίτερα στο τρίτο επίπεδο. Η πιο «άγρια» εκδοχή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, που κυρίως εμφανίζεται στο αγλοσαξωνικό μοντέλο, συνειδητά ή όχι δεν έχει σημασία, εξελίχθηκε σε ένα σύστημα σχεδόν χωρίς κανένα κανόνα. Το χρηματιστηριακό κεφάλαιο δρα πλέον σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο σχεδόν ανεξέλεγκτο. Τα γρήγορα και εύκολα κέρδη της νέας εποχής που πραγματοποιούνται στο δεύτερο και κυρίως στο τρίτο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας, και δεν αποκτώνται με σκληρή και μακροχρόνια δουλειά και θυσίες, έτσι όπως ήξεραν οι κλασσικοί καπιταλιστές του πρώτου επιπέδου της οικονομίας, είναι μια πραγματικότητα σήμερα. Το πάρτι έχει ξεκινήσει. Τα χρυσά αγόρια που πρόσφατα έχουν τελειώσει το London School of Economics πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά. Αναλαμβάνουν να διαχειριστούν τεράστια κεφάλαια με μοναδικό σκοπό τις μεγάλες αποδόσεις. Σε κάθε περίπτωση οι ίδιοι θα είναι κερδισμένοι. Οι χαμένοι σε περίπτωση κατάρρευσης θα είναι όσοι επένδυσαν στα «προϊόντα» που διαχειρίζονται. ‘Οταν όμως η ψαλίδα ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο και κυρίως στο τρίτο επίπεδο της οικονομίας μεγαλώσει υπερβολικά τότε αρχίζουν τα προβλήματα. Εάν στο πρώτο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας δεν παράγεται ο πλούτος εκείνος, που θα δικαιολογεί για παράδειγμα την αγορά των κατοικιών, το ύψος των καταναλωτικών δανείων, το τρόπο ζωής των ανθρώπων, τότε έχουμε πρόβλημα. Δεν μπορεί δηλαδή η παγκόσμια οικονομία να παράγει χ ευρώ και οι άνθρωποι να καταναλώνουν εκατό φορές περισσότερα ευρώ. Τα διαθέσιμα είναι αυτά που παράγονται στο πρώτο επίπεδο της οικονομίας. Με αυτά τα διαθέσιμα πρέπει να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη. Στην πραγματικότητα όμως τι γίνεται. Κάποιες ομάδες ανθρώπων ζουν με υπερβολική χλιδή χωρίς καν να παράγουν κάτι, αφού ανήκουν στο δεύτερο και στο τρίτο επίπεδο της οικονομίας και άλλοι που συμμετέχουν στην πραγματική οικονομία του πρώτου επιπέδου ίσα ίσα να τα βγάζουν πέρα και πολλοί να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και κάποια εκατομμύρια του πλανήτη να λιμοκτονούν. Έτσι λειτουργεί το σύστημα. Υπερβολικές αμοιβές στα χρυσά αγόρια και κορίτσια του χρηματιστηριακού κεφαλαίου για να φέρουν γρήγορες και πολλές αποδόσεις στα χαρτοφυλάκια που τους δίνουν για να διαχειριστούν. Πολύ καλές αμοιβές σε όλο το υψηλό στελεχικό δυναμικό του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για να είναι πιστοί και να δουλεύουν περισσότερο. Διαχρονικά υπερβολικά κέρδη του χρηματοπιστωτικού συστήματος με άμεσα ωφελούμενους τους βασικούς μετόχους τους χρηματιστές. Όλα αυτά στο δεύτερο και στο τρίτο επίπεδο της οικονομίας. Δηλαδή μοιράζονται τεράστια ποσά σε λίγους ανθρώπους που ανήκουν σε επίπεδα που δεν παράγουν ούτε ένα ευρώ. Στο πρώτο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Συνήθως οι αυξήσεις στη μισθωτή εργασία της πραγματικής οικονομίας είναι πενιχρές. Κάποια στελέχη αμοίβονται καλύτερα και ένας αριθμός διευθυντικών στελεχών και μεγαλομετόχων πολύ καλύτερα. Θα πει κάποιος, τουλάχιστον αυτοί δουλεύουν στην πραγματική οικονομία και φέρνουν αποτελέσματα για την επιχείρηση, τους μετόχους και τους εργαζόμενους της και αξίζουν να πάρουν κάτι παραπάνω. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που συμμετέχουν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών της πραγματικής οικονομίας είναι σε καλύτερο επίπεδο, κυρίως λόγω της φοροδιαφυγής. Οι αγρότες παγιδευμένοι σε ένα υπερπροστατευτικό κράτος και στις πολιτικές των επιδοτήσεων, δεν μπορούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους ή όταν τα διαθέτουν οι τιμές που εξασφαλίζουν είναι υποδιαίρεση των τιμών διάθεσής τους στην αγορά. Την ίδια στιγμή σε διπλανές ή πιο μακρυνές χώρες, άνθρωποι χρειάζονται αυτά τα προϊόντα και θα μπορούσαν να απορροφήσουν την παραγωγή αυτή που είναι αδιάθετη.
Τι έχουμε λοιπόν στην πραγματικότητα. Μια πίτα που το μέγεθός της διαμορφώνεται στο πρώτο επίπεδο της οικονομίας, την μοιράζουν άνθρωποι που ανήκουν και στα τρία επίπεδα της οικονομίας. Και μάλιστα οι άνθρωποι του δεύτερου και του τρίτου επιπέδου, τρώνε τα μεγαλύτερα κομμάτια από την πίτα, στην δημιουργία της οποίας δεν έχουν συμβάλλει καθόλου.
Τι κάνουμε λοιπόν ;
Καταργούμε το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της οικονομίας ; Κρατικοποιούμε τις Τράπεζες ; Καταργούμε τα χρηματιστήρια και τις χρηματιστηριακές και επενδυτικές εταιρίες ; Και να καταργήσουμε όλα αυτά με τι θα τα αντικαταστήσουμε ; Με σοσιαλιστικά χρηματιστήρια και σοσιαλιστκές Τράπεζες ;
Δεν ξέρω αν είναι σωστό αυτό αλλά και να συμφωνήσουμε σε κάτι τέτοιο όλοι μας, δεν γνωρίζω τον τρόπο πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο με ελεύθερους και δημοκρατικούς κανόνες.
Σήμερα έχουμε ορισμένα δεδομένα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Ο καπιταλισμός από την εμφάνισή του μέχρι σήμερα εξελίχθηκε και μέσα από τις κρίσεις του ανανεωνόταν συνεχώς και κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες εξασφάλισε μια καλύτερη ζωή για τους πολίτες, διασφαλίζοντάς τους ένα καλύτερο μέλλον. Η ζωή σήμερα για εκατομμύρια ανθρώπους του καπιταλιστικού κόσμου είναι πολύ καλύτερη από τη ζωή που έκαναν οι άνθρωποι στην αρχή ή και τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Το αντίπαλο δέος ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατέρρευσε λόγω κυρίως ενδογενών αιτίων, βασικά γιατί δεν έδωσε λύσεις στα προβλήματα των λαών όπου δοκιμάσθηκε και ασφαλώς γιατί δεν υπήρξε δημοκρατικός. Η υπεροχή αυτή του καπιταλισμού και η επίλυση σε ένα βαθμό σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, έδωσε και δίνει κίνητρα σε εκατομμύρια ανθρώπους από τις χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου και θέλουν να μεταναστεύσουν στις χώρες της δυτικής επαγγελίας. Ακόμη και η κομμουνιστική Κίνα στην δεκαετία του 1980 κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και υιοθετεί μια οικονομική πολιτική με τους κανόνες της καπιταλιστικής ανάπτυξης και από τότε οι ρυθμοί ανάπτυξής της είναι πάνω από 10% κάθε χρόνο. Η ραγδαία αυτή ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει και το τίμημά της. Μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές και οικολογικά εγκλήματα με τεράστιες και σε ορισμένες περιπτώσεις με μη αντιστρέψιμα αποτελέσματα. Αποτελέσματα αυτής της ραγδαίας ανάπτυξης ζούμε πλέον καθημερινά. Σοβαρές αλλαγές στο κλίμα, εγκληματική εκμετάλλευση και εξάντληση των φυσικών πόρων, φαινόμενο του θερμοκηπίου. Προβλήματα που ίσως επιβάλλεται ακόμα και το περιεχόμενο της ανάπτυξης να αναθεωρήσουμε. Ίσως η βάση της βιωσιμότητας και της αειφορίας δεν είναι αρκετή συνθήκη, για τις οποιεσδήποτε προτεινόμενες αναπτυξιακές πολιτικές. Από τη μια λοιπόν έχουμε τις τρομακτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, μιας άγριας καπιταλιστικής ανάπτυξης, που εξασφάλισε όμως ένα καλό σχετικά επίπεδο για την πλειοψηφία των ανθρώπων στις αναπτυγμένες χώρες της δύσης και από την άλλη βλέπουμε να μπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο νέες αναπτυσσόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία και πάνω από δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι να φαίνονται αποφασισμένοι να ξεφύγουν από το επίπεδο που τους είχαν καταδικάσει κυρίως οι πολιτικές της δύσης, αλλά και οι δικές τους επιλογές. Τεράστια προβλήματα και προκλήσεις ορθώνονται μπροστά στην ανθρωπότητα στις αρχές της νέας εκατονταετίας. Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες για κανέναν και ιδιαίτερα για την αριστερά που βγήκε «τραυματισμένη» μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού.
Η παγκοσμιοποίηση που τις τελευταίες δεκαετίες, εξ αιτίας της τεχνολογικής επανάστασης της πληροφορικής και του internet, εξελίχθηκε με τρομερούς ρυθμούς, δημιούργησε νέες συνθήκες στον σύγχρονο κόσμο. Κυρίως ενίσχυσε την εκτίμηση, ότι οι λύσεις στα σύγχρονα προβλήματα πρέπει να αναζητηθούν μέσα στο διεθνές πλαίσιο που διαμορφώνεται. Το εθνικό κράτος καθημερινά χάνει την αίγλη του και την αποτελεσματικότητά του. Οι εθνικές πολιτικές που δεν παίρνουν υπόψη τους το παγκόσμιο περιβάλλον είναι ανίσχυρες. Ο κόσμος γίνεται όλο και περισσότερο ενιαίος. Σε ποιά κατεύθυνση θα ολοκληρώνεται ο σύγχρονος κόσμος έχει να κάνει με την διαμόρφωση των πολιτικών δυνάμεων που θα μπορέσουν να διατυπώσουν εναλλακτικές λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα. Όσο δεν διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τις πολιτικές αυτές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, θα κυριαρχούν οι σημερινές νεοσυντηρητικές πολιτικές που οδήγησαν στην σημερινή κρίση και που όλα δείχνουν ότι για άλλη μια φορά τη «νύφη» θα την πληρώσουν οι οικονομικά αδύνατοι, μέσω του Κράτους που έρχεται αρωγός να σώσει το καράβι που βουλιάζει. Όμως ο καπιταλισμός μέσα από την ίδια του την κρίση, το πιθανότερο είναι να βγει τελικά πιο ισχυρός και αποτελεσματικός. Αυτό έδειξαν όλες οι προηγούμενες κρίσεις του.
Η Ελλάδα μια μικρή χώρα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι δεν είναι σε θέση από μόνη της να διαμορφώσει πολιτικές που θα επηρεάσει τις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν υποτιμούμε βεβαίως την χάραξη εθνικών πολιτικών που θα μπορέσουν να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης για τους οικονομικά αδύνατους στην χώρα μας. Όμως οι πολιτικές αυτές έχουν περιορισμένο ορίζοντα και αποτελεσματικότητα. Δεν μπορούν να αγνοούν την διεθνή και παγκόσμια διάσταση και την αλληλεξάρτηση της οικονομίας μας με τις οικονομίες των άλλων χωρών, με την παγκόσμια οικονομία. Και αν κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας, υψώνοντας «εθνικά τείχη», νομίζοντας ότι μπορεί να σταματήσει τις παγκόσμιες επιδράσεις, τουλάχιστον εθελοτυφλεί. Η χώρα μας μπορεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης με πολιτικές που θα ενσωματώνουν την ένταξή της σε ένα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Και μάλλον ευτυχώς που είμαστε σ’αυτό το σύστημα γιατί δεν μπορώ να φανταστώ την Ελλάδα περιχαρακωμένη στα «εθνικά της σύνορα», όταν σήμερα χώρες όπως το μακρινό Βιετνάμ αναζητούν εναγωνίως την ενεργότερη συμμετοχή τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και η Ελλάδα σήμερα είναι ενταγμένη σε ένα ισχυρό οικονομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που και αυτό όμως ταρακουνήθηκε σοβαρά από την πρόσφατη κρίση και αναζητά λύσεις και διεξόδους. Μόνο που οι πολιτικές αυτές έχουν περιορισμούς και ο βασικότερος είναι το σοβαρό έλλειμμα δημοκρατικής ολοκλήρωσης που έχει σήμερα η Ένωση. Και αυτό είναι ζητούμενο για τις δυνάμεις της δημοκρατικής αριστεράς σήμερα. Γιατί μόνο μέσα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και το βάθεμα της δημοκρατίας, μπορεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να μπορέσει η Ευρώπη να αρθρώσει έναν εναλλακτικό παγκόσμιο λόγο. Αυτό προϋποθέτει αλλαγή του σημερινού συσχετισμού των δυνάμεων και η υπερίσχυση των πολιτικών που θέλουν την ενίσχυση και το βάθεμα μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε όλους τους τομείς. Μόνο έτσι η Ευρώπη θα γίνει υπολογίσημη δύναμη στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και θα μπορεί είτε να αποτρέπει δυσμενείς παγκόσμιες εξελίξεις είτε να επηρεάζει θετικές εξείξεις σε όφελος των λαών. Το στοίχημα είναι αυτό σήμερα. Θα μπορέσει η Ευρώπη να παίξει στο μέλλον έναν προοδευτικό και δημοκρατικό ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις ; Και είναι ερώτημα κλειδί για το ποια κατεύθυνση θα έχουμε στην εξέλιξη της παγκόσμιας κοινότητας και των παγκόσμιων προβλημάτων.
Πολιτικές «εθνικής» αναδίπλωσης στην Ευρώπη, που αναπτύσσονται από ορισμένες δυνάμεις και κυβερνήσεις στην Ευρώπη του σήμερα, εάν υπερισχύσουν θα έχουν σοβαρές δυσμενείς εξελίξεις για την παγκόσμια κοινότητα. Ένας νέος εθνικισμός που αναπτύσσεται από τα δεξιά και τα αριστερά του πολιτικού συστήματος και στην χώρα μας μόνο καλή εξέλιξη δεν θα είναι για το λαό μας και για τους λαούς της Ευρώπης και πιο άσχημα για τις πιο αδύνατες χώρες. Θα είναι σαν να αναθέτεις τις παγκόσμιες εξελίξεις στις πιο συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις του παγκόσμιου «χωριού» μας.
Ειλικρινά δεν βλέπω πως αλλιώς μπορείς να επηρεάσεις σήμερα οργανισμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, χωρίς μια ενιαία Ευρώπη δημοκρατική και πολιτικά ολοκληρωμένη ; Δεν μπορώ να δω πως θα μπορέσουμε να αποτρέψουμε διεθνείς εμπλοκές που θα απειλήσουν ακόμη και την ειρήνη, που έχουμε διασφαλίσει τουλάχιστον ως Ευρώπη για πάνω από εξήντα χρόνια. Δεν μπορώ να δώ πως θα εξελιχθούν ή μάλλον ανησυχώ για τις εξελίξεις, και με την διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών με την σημερινή αμφιλεγόμενη κυριαρχία των ΗΠΑ, την επανάκαμψη μιας Ρωσίας που θέλει να παίξει ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις και την εμφάνιση νέων μεγάλων δυνάμεων όπως της Κίνας και της Ινδίας, χωρίς την ύπαρξη μιας δημοκρατικής Ευρώπης. Και ειδικά δεν μπορώ να δω μια Ελλάδα απομονωμένη και έξω από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, τελευταίο υπερασπιστή κάποιων «εθνικών πολιτικών».
Το στοίχημα σήμερα για τις προδευτικές δυνάμεις της χώρας μας είναι μια δημοκρατική Ευρώπη. Πως θα εξελιχθεί η Ευρώπη και σε ποια κατεύθυνση. Πολιτικές που περιορίζονται στα εθνικά μας σύνορα είναι πολιτικές αμυντικής περιχαράκωσης. Είναι πολιτικές απομόνωσης που δεν έχουν καμιά προοπτική και κυρίως δεν μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Οι πολιτικές αυτές στην καλύτερη περίπτωση θα καταγγέλλουν τις εξελίξεις. Δεν θα συμμετέχουν όμως στην διαμόρφωση του νέου κόσμου του 21ου αιώνα.

Κώστας Χαϊνάς
24-12-2008

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ ! Για την αντιμετώπιση της κρίσης ξεχάσατε να προτείνετε την κρατικοποίηση των παιδικών σταθμών και των φροντιστηρίων !!!

Έλαβα την Κυριακή το βράδυ ένα μήνυμα με τις θέσεις του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ για την κρίση που περνάει η χώρα, μετά την έκτακτη συνέντευξη του προέδρου του. Αρκετά σημεία των θέσεων αυτών είναι χρήσιμα για όλους, αλλά ορισμένα μου δημιούργησαν τόσα ερωτηματικά, έως έκπληξη, που με ώθησαν να καταθέσω αυτές τις σκέψεις. Παραθέτω και τονίζω ορισμένα σημεία των προτάσεων του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ για να βοηθήσω στην κατανόηση των σκέψεων μου :
«Δημόσια δωρεάν μεταλυκειακή επαγγελματική εκπαίδευση, με σταδιακή απορρόφηση κάθε είδους Ιδιωτικού ΙΕΚ, ΚΕΣ κ.λ.π...Μαζικοί διορισμοί για κάλυψη όλων των κενών και αύξηση των θέσεων εκπαιδευτικού διοικητικού και ερευνητικού προσωπικού με μόνιμους λειτουργούς, με σταθερή εργασιακή σχέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης...Επείγον πρόγραμμα 100 χιλιάδων προσλήψεων...»
Δηλαδή :
1. Για το θέμα της αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης, προτείνει την κρατικοποίηση όλων των μορφών επιχειρηματικής δράσης σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης από τους παιδικούς σταθμούς, τα ιδιωτικά σχολεία Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, τα ΙΕΚ, έως και τα κολέγια που συνεργάζονται με ξένα Πανεπιστήμια. Την ονομάζει βεβαίως σταδιακή απορρόφηση, αλλά η ουσία παραμένει. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ως κυβέρνηση μετά τις εκλογές (αφού λέει ότι ήρθε η ώρα της αριστεράς!), θα κρατικοποιήσει όλες αυτές τις μορφές εκπαίδευσης.
2. Για το θέμα της αντιμετώπισης της ανεργίας προτείνει μαζικούς διορισμούς και άμεσα 100.000 προσλήψεις στο δημόσιο.

Διαβάζοντας αυτές τις προτάσεις αναρωτιέται κανείς, εάν ποτέ η αριστερά, σε κάθε της εκδοχή, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο θεοποίησης του κρατικισμού. Και πόσο μάλλον μια δημοκρατική, μεταρρυθμιστική αριστερά, όπως θέλει να παρουσιάζεται ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ (εκτός αν κάνω λάθος).
Αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους που εργάζονται σε όλο αυτό το φάσμα των επιπέδων της ιδιωτικής εκπαίδευσης, εφόσον θα τους απορροφήσετε στο Κράτος, τους ρωτήσατε αν θέλουν να «κρατικοποιηθούν» ;
Για να σοβαρευτούμε.
Το μοντέλο του κρατισμού ή του «υπαρκτού σοσιαλισμού», κατέρρευσε μετά το 1989 ανεπιστρεπτί. Όμως έχει καταρρεύσει και στη χώρα μας στα πάνω από τριάντα χρόνια κυβέρνησης των κομμάτων του δικομματισμού. Πελατειακές σχέσεις, ρουσφέτια, στημένες κρατικές προμήθειες, σκάνδαλα, αναξιοκρατία, γραφειοκρατία, αδιαφάνεια. Το επιχείρημα ότι το κράτος του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ δεν θα έχει καμιά σχέση με αυτό που ζούμε σήμερα, δεν γίνεται πιστευτό σε κανέναν. Γιατί αν ήθελε ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ να πιστέψει ο λαός ότι το δικό του Κράτος θα είναι διαφορετικό, γιατί δεν προτείνει την εδώ και τώρα αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και την απόλυση τους, όσων δεν αξίζουν να είναι κρατικοί λειτουργοί ;
Αγαπητοί φίλοι, δεν χρειαζόμαστε περισσότερο κράτος. Λιγότερο κράτος χρειαζόμαστε, αντιγραφειοκρατικό, δημοκρατικό, με διαφάνεια και αξιοκρατία. Με συνεχή δημοκρατική και αντικειμενική αξιολόγηση των δημόσιων λειτουργών. Η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης δεν επιτυγχάνεται με διατάγματα και διοικητικούς αποκλεισμούς, ούτε με τις «κρατικοποιήσεις» που προτείνετε. Δεν επιτυγχάνεται με την κλοπή των καλπών και την παρεμπόδιση της καθολικής ψηφοφορίας των φοιτητών στις αρχαιρεσίες για την εκλογή των διοικήσεων των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Δεν επιτυγχάνεται με την άρνηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτών και της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Δεν επιτυγχάνεται με το να βγάζουν οι εκπαιδευτικοί κάθε βαθμίδας την ουρά τους απ’έξω (υπάρχουν βεβαίως και εξαιρέσεις), ρίχνοντας όλες τις ευθύνες στο κράτος για την απαράδεκτη κατάσταση στην παιδεία. Την ίδια στιγμή όλα τα πολιτικά κόμματα να κάνουν την «πάπια» γιατί υπάρχει το περίφημο πολιτικό κόστος. Και πέρα από τις γενναίες αυξήσεις των δαπανών για την παιδεία που είναι απαραίτητες, χρειάζονται πολιτικές, που θα αναβαθμίζουν συνολικά το παρεχόμενο έργο και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης και προπαντός θα αξιολογούν το έργο αυτό συνεχώς, για όφελος της κοινωνίας και μαζί με την κοινωνία.
Τέλος, η κρίση αγκαλιάζει όλους τους τομείς της κοινωνίας και οικονομίας και δεν αφορά μόνο τη χώρα μας. Πλέον διανύουμε την φάση όπου τα εθνικά σύνορα είναι πλέον μια εικονική πραγματικότητα. Στην πράξη έχουν καταρριφθεί. Το κεφάλαιο, οι εργαζόμενοι, οι τεχνολογίες και οι τεχνογνωσίες, η γνώση, δεν έχουν πλέον εθνικές ταυτότητες. Τα προβλήματα χρειάζονται ευρωπαϊκές και γιατί όχι «παγκόσμιες λύσεις». Η πολιτική πλέον γίνεται «παγκόσμια». Τι κάνει η αριστερά μπροστά σ’αυτές τις προκλήσεις ; Μου δίνει μια εντύπωση ότι επανακάμπτει σε μια φοβική «εθνική» πολιτική, που όλα τα κακά οφείλονται στους «ξένους» που μας επιβουλεύονται, έχει παραιτηθεί ουσιαστικά από μια άλλη δημοκρατική και προοδευτική πολιτική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φαίνεται όλο και περισσότερο φοβούμενη να αναμετρηθεί στα ίσα, με τις νεοσυντηρητικές πολιτικές για το μέλλον των κοινωνιών.
Μακάρι να μην είναι έτσι.

15-12-2008

Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Οι «κουκουλοφόροι» και εμείς οι υπόλοιποι...

Ζούμε αυτές τις μέρες πρωτόγνωρες στιγμές μετά την μεταπολίτευση, τουλάχιστον όσον αφορά τον χαρακτήρα και την σημασία κάποιων γεγονότων. Με αφορμή μια εγκληματική πράξη, ενός ανεγκέφαλου αστυνομικού το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, εκτυλίσσονται γεγονότα που το πολιτικό σύστημα παρακολουθεί μάλλον αμήχανο τις εξελίξεις, χωρίς να μπορεί να τα ερμηνεύσει αλλά και να βγάλλει τα σωστά συμπεράσματα. Χιλιάδες νέα παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους των πόλεων της χώρας και σπάνε ότι βρουν μπροστά τους... Και δεν μιλάμε βέβαια γι αυτούς που περίμεναν την ευκαιρία για να λεηλατήσουν και να επιδοθούν σε ένα πλιάτσικο χωρίς προηγούμενο, χωρίς η αστυνομία να κάνει και τίποτα το ιδιαίτερο. Μιλάμε για τα χιλιάδες παιδιά που βγήκαν στους δρόμους και θέλανε να «χτυπηθούν» με τους «μπάτσους» να «σπάσουν» βιτρίνες και να «κάψουν» κτίρια. Και όλοι αυτοί δεν ήταν οι γνωστοί «κουκουλοφόροι» που κάνουν κάθε τόσο την Αθήνα άνω κάτω. Και οι οποίοι βεβαίως είναι οι γνωστοί - άγνωστοι της αστυνομίας. Ήταν χιλιάδες παιδιά 14 και 15 χρόνων. Και αυτό μας δυσκολεύει λίγο στις εκτιμήσεις μας...
Γεγονότα βέβαια, που εξελίσσονται σε ένα άρρωστημένο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι αποκαλύψεις από το σκάνδαλο του βατοπεδίου δείχνουν ότι κάποιοι αετονύχιδες ρασοφόροι με την βοήθεια και την σύμπραξη βασικών πολιτικών στελεχών των κυρίαρχων δυνάμεων, μέσα σε ένα χορό εκατομμυρίων, καταφέρνουν να ευτελίσουν το υπάρχων πολιτικό σύστημα. Με διάφορες κομπίνες αποκτώνται εύκολα και γρήγορα λεφτά. Πολλά λεφτά που κάποιους τους τυφλώνουν. Και τους πολλούς που τα βλέπουν να εκτυλίσσονται σαν ταινία, ενώ ξέρουν ότι είναι αληθινά, τους εξοργίζουν. Γιατί ξέρουν προκαταβολικά ότι κανένας δεν θα τιμωρηθεί γιαυτά. Το σύστημα όπως έκανε και στο παρελθόν θα φροντίσει να τα κουκουλώσει. Ταυτόχρονα τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός διέρχεται μια σοβαρή οικονομική κρίση, αποτέλεσμα κυρίως πολιτικών των πιο «άγριων» μορφών του, έτσι όπως διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, σε πολλές χώρες της δύσης και τώρα έχουν εισβάλλει στις χώρες του καταρρεύσαντος «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ένας καπιταλισμός που εξύμνησε τον υπερκαταναλωτισμό, που αγιοποίησε και προώθησε το κυνήγι της «επιτυχίας» με κάθε μέσον, που μετάτρεψε σε αξίες το «γκλάμουρ» και το «γιαλιστερό». Υπερχρέωσε νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Έδινε ασύστολα εορτοδάνεια και διακοποδάνεια ώστε να γευτεί ο καθένας τις «ηδονές» του καπιταλισμού. Του έλεγε απλά, έλα μπορείς να ζήσεις και εσύ το όνειρο. Και τον καταχρέωνε για μια ζωή. Και ταυτόχρονα τον «έδενε στο σύστημα» για μια ζωή. Αυτός είναι όμως ο καπιταλισμός και ο καθένας ας πρόσεχε θα πει κάποιος. Όμως και τώρα που ήρθε η κρίση βλέπουν ότι η πρώτη φροντίδα των πολιτικά κυρίαρχων, είναι να μην καταρρεύσει το τραπεζικό χρηματιστηριακό σύστημα. Στην περίπτωση αυτή δεν λένε στους χρηματιστές ας πρόσεχαν που έδιναν τα δάνεια ή που μοίραζαν τις κάρτες. Και ας πληρώσουν από τα διαθέσιμά τους και από τις αμύθητες περιουσίες που έχουν κάνει τόσα χρόνια τα golden boys του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τα υπερκέρδη που είχαν και συνεχίζουν να έχουν. Σε τελευταία ανάλυση τα τραπεζικά «ιδρύματα» επιχειρήσεις τους είναι, ας τις σώσουν οι ίδιοι οι μεγαλομέτοχοι, όπως προσπαθούν να κάνουν μόνοι τους οι μικροί επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες σήμερα. Αντί γι αυτό όμως τους δίνουν δισεκατομμύρια για να σώσουν τα «ιδρύματά τους», ώστε να μπορέσουν αύριο να κατασχέσουν τα σπίτια ή τα αυτοκίνητα όσων δεν μπορέσουν να ανταποκριθούν στα δάνειά τους. Εδώ ο «κρατισμός» είναι καλός, αφού δίνει εκατομμύρια...
Την ίδια στιγμή τα πανεπιστήμια βγάζουν χιλιάδες ανέργους ανεκπαίδευτους και ανειδίκευτους... Τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε χώρους όπου τα παιδιά απλά πάνε γιατί είναι υποχρεωτική η παρακολούθηση. Η εκπαίδευση τους, έχει ανατεθεί στα φροντιστήρια που δεν μπορεί να τα αποφύγει ούτε ο καλύτερος μαθητής. Ύστερα έρχεται η τηλεόραση. Καθημερινές αρλούμπες και σαπουνόπερες, όταν δεν έχει ποδόσφαιρο.
Όλα αυτά δεν «χωνεύονται» εύκολα από τα παιδιά. Μπορεί ο πατέρας και η μητέρα τους, να έχουν τις δεσμεύσεις του δανείου, το ενοίκιο, τις υποχρεώσεις και όλα αυτά να τους φοβίζουν, να τους «εγκλωβίζουν». Και ψηφίζουν όπως ψηφίζουν, συμπεριφέροναι όπως συμπεριφέρονται. Τα παιδιά όμως θέλουν να διαφοροποιηθούν από τους γονείς τους. Και με την πρώτη ευκαιρία θέλουν να αντιδράσουν. Να κάνουν κάτι. Και κάτω από ορισμένες συνθήκες θα σπάσουν και βιτρίνες. Γιατί το σύστημα αξιών που τους «διδάσκουμε», διαπιστώνουν ότι είναι ψεύτικο. Και θέλουν να το χτυπήσουν, να το πολεμήσουν. Βεβαίως στην πραγματικότητα σπάζοντας βιτρίνες δεν χτυπάνε το σύστημα. Αντίθετα το «σύστημα» θα πάρει αυτή την ενέργεια, θα φιάξει το μύθο του «κουκουλοφόρου» για να φοβίσει τους «νυκοκυραίους», θα ενισχύσει το σύστημα καταστολής, θα περιορίσει τη δημοκρατία. Όμως αυτό δεν μπορεί να το δει ο νέος των 14 και 15 χρονών. Αυτός θεωρεί ότι όταν τα βάζει με τους «μπάτσους» ή όταν σπάει βιτρίνες, πολεμάει το σύστημα, που «πίνει» το αίμα του πατέρα του, που δεν του δίνει ευκαιρίες, που τον περιορίζει. Και βλέπει αυτό γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο. Τα κόμματα στον ένα ή στον άλλο βαθμό έχουν μείνει στάσιμα εδώ και δεκαετίες, έχουν μετατραπεί σε γραφειοκρατικές καρικατούρες. Οι μηχανισμοί τους έχουν βολευτεί, είτε στον κρατικό μηχανισμό είτε στις κρατικές ενισχύσεις. Τα μαζικά όργανα, από τη ΓΣΕΕ έως τον τελευταίο πολιτιστικό σύλλογο, έχουν μετατραπεί σε κομματικές σφραγίδες. Μιλάνε μια ξύλινη γλώσσα, ο πολιτικός τους λόγος δεν γίνεται κατανοητός από τους νέους. Αναλώνονται σε έναν άγονο ανταγωνισμό μεταξύ τους, χωρίς να εμπνέουν και να δίνουν κάποια πειστική προοπτική στη νέα γενιά. Ο πνευματικός μας κόσμος φαίνεται «κουρασμένος», έχει χάσει την έμπνευσή του, έχει βουλιάξει στους αναπαυτικούς καναπέδες της προσοδοφόρας μεταπολίτευσης.
Οι «κουκουλοφόροι» θα αυξάνονται και θα πληθύνονται, όσο το κοινωνικό σύστημα δεν δίνει λύσεις στα προβλήματα και στα αδιέξοδα των νέων και όσο το πολιτικό σύστημα δεν δίνει πραγματικό όραμα και προοπτική.

10-12-2008
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Τελικά σε ποιο τόπο ζούμε ;

Παρακολουθώντας κάποιος αυτές τις μέρες την επικαιρότητα της πόλης μας (Χαλκίδα), μέσα στην μπόχα του βατοπεδίου, στην καλύτερη περίπτωση θα μελαγχολήσει.
Αναρωτιέται κανείς : Γιατί πάντα τρέχουμε εκ των υστέρων ως κοινωνία να προλάβουμε δυσμενείς εξελίξεις για τον τόπο μας ;
Και ασφαλώς δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα με ψυχολογικούς όρους, αφού όλα τα δημόσια θέματα είναι πολιτικά και στη βάση συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών είχαμε και έχουμε δυσμενείς εξελίξεις.

1. Η υπόθεση ΔΑΡΙΓΚ είναι ξανά στην επικαιρότητα έχοντας μια δυσμενή εξέλιξη, αφού ο εισηγητής του Ε’ τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας στο θέμα της έκτασης των 54 στρεμμάτων δεν φαίνεται να συντάσσεται με τις ενστάσεις των φορέων της πόλης για επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος, ώστε να αποφευχθεί η οικοπεδοποίηση μιας περιοχής που χρειάζεται ανάσα ζωής όπως αυτή της περιοχής «ΔΑΡΙΓΚ». Ομως ας δούμε τα πράγματα με μια λογική σειρά. Την περίοδο 1999-2000 κάποιοι κύριοι, γνωστοί στους εργαζόμενους της ΔΑΡΙΓΚ αφού τους χρωστάνε κάποια εκατομύρια δεδουλευμένα, αγοράζουν την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρίας η οποία ήδη είχε αρχίσει να έχει προβλήματα. Από την πρώτη στιγμή φαίνεται ότι οι κύριοι αυτοί δεν είχαν κανένα προσανατολισμό στην ανάπτυξη της επιχείρησης, (μιλούσαν μάλιστα για αποπροσανατολισμό για μετεγκατάστασή της στην Ριτσώνα!), αντίθετα με την δραστηριοποίηση της θυγατρικής τους «ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ», ήταν ηλίου φαεινότερο ότι εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν το ακίνητο των 54 στρεμμάτων. Δεν άργησαν να φανούν οι επιδιώξεις τους. Το 1999-2000, με αποφάσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας και του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλκίδας (!!!) αποχαρακτηρίζεται η έκταση των 54 στρεμμάτων, από χώρο κοινωφελών χρήσεων που προβλεπόταν στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο με συντελεστή δόμησης 0.6, σε οικιστικό χώρο με συντελεστή 1.8 !!! Δηλαδή στο χώρο αυτό μπορεί κάποιος να οικοδομήσει 97.200 τ.μ. σε οικοδομικά τερατουργήματα. (Βλέπε π.χ. ΚΤΕΛ που κάποιοι εκπρόσωποί μας πρότειναν να ολοκληρωθεί το έκτρωμα με κρατική επιχορήγηση! Εγώ προτείνω να επιχορηγηθεί η κατεδάφισή του). Βέβαια στη πορεία η «φούσκα» του χρηματιστηρίου και κάποιες άλλες εξελίξεις δεν τους επέτρεψαν ακόμα να προχωρήσουν στα σχέδιά τους αφού εκκρεμεί και στο Συμβούλιο Επικρατείας η ένσταση των φορέων της πόλης. Όμως κάθε καλόπιστος πολίτης αναρωτιέται, γιατί αφήσαμε ως κοινωνία τις εξελίξεις να οδηγηθούν στο σημείο αυτό ; Γιατί οι τότε εκπρόσωποι της πόλης και του Νομού, που όλοι τους συνεχίζουν να διαχειρίζονται τις τύχες της, από διάφορες θέσεις δεν μας λένε, γιατί πήραν αυτές τις αποφάσεις ; Και σε τελευταία ανάλυση εμείς ως κοινωνία γιατί συνεχίζουμε να τους εκλέγουμε στις κορυφαίες θέσεις του πολιτικού συστήματος στην αυτοδιοίκηση, είτε στην κεντρική πολιτική σκηνή ; Όμως έστω και σήμερα, ας κάνουμε κάτι για το θέμα και να μην περιμένουμε άπρακτοι και αμήχανοι την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προτείνουμε στη δημοτική αρχή να καλέσει όλους τους εκπρσώπους του Νομού (Βουλευτές, Πολιτικά Κόμματα, Νομαρχία, Φορείς κ.λ.π.) σε μια ανοικτή συνεδρίαση, όπου θα αποφασίσουμε ένα μεγάλο συλαλλητήριο των πολιτών της Χαλκίδας στον χώρο του εργοστασίου, διατρανώνοντας την θέληση της πόλης για την αποτροπή της τσιμεντοποίησης. Και να αποφασιστούν από κοινού οι σωστές νομικές κινήσεις και οι απαραίτητες προετοιμασίες για μια ευμενή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
2. Η υπόθεση της Πανεπιστημιακής Σχολής είναι ένα άλλο παράδειγμα της προχειρότητας και της έλλειψης σοβαρότητας στην διαχείριση των διαφόρων θεμάτων, από τους εκλεγμένους εκπρόσωπους του Νομού μας. Έχουμε τις τελευταίες εβδομάδες μια εξελισσόμενη αντιπαράθεση για το ποιος φταίει για την ματαίωση της ίδρυσης πανεπιστημιακής σχολής στην Χαλκίδα. Και αν είναι σωστή η πληροφορία, ματαιώθηκε γιατί οι φορείς της πόλης δεν πρότειναν κατάλληλο χώρο για την φιλοξενία της σχολής. Το θέμα πήρε τραγελαφικές διαστάσεις μετά την τελευταία επίσκεψη του Υπουργού Παιδείας στην πόλη μας. Βγαίνουν στην σειρά βουλευτές, δήμαρχοι, νομάρχες και προτείνουν δημόσια (να μην τους κατηγορήσουν ότι δεν έχουν και προτάσεις!), για χώρο φιλοξενίας της σχολής, το «Κόκκινο Σπίτι», το «Σπίτι με τα Αγάλματα», τον «Δημόκριτο», το π. «Γεωργιάδη» ! (Μάλλον ακατάλληλοι χώροι για παρόμοια χρήση για τον κοινό νου). Και αναρωτιέται κανείς, τόσα χρόνια που συζητάνε όλοι αυτοί οι αρμόδιοι για την σχολή δεν μπόρεσαν μα συναντηθούν μια φορά και να συζητήσουν που μπορούσε να γίνει αυτή η σχολή ; Όμως το θέμα αναδεικνύει ένα πολύ σοβαρότερο θέμα. Την προχειρότητα και αναποτελεσματικότητα της διαχείρισης παρόμοιων θεμάτων από τους εκπροσώπους μας. Κατ’αρχήν δεν έγινε ποτέ κάποια διαβούλευση για την αναγκαιότητα και το αντικείμενο της ίδρυσης μιας πανεπιστημιακής σχολής στη Χαλκίδα. Κάποια στιγμή αποφασίσθηκε, - μάλλον λόγω της συγκυρίας η Εύβοια να έχει υφυπουργό τουρισμού και όχι για κάποιον άλλον τεκμηριωμένο λόγο -, η ίδρυση Πανεπιστημιακής Σχολής τουριστικών σπουδών. Όμως ερωτήματα όπως, γιατί τουριστική σχολή, που μπορεί να γίνει αυτή η σχολή, πως θα γίνει αυτή η σχολή και μια σειρά παρεμφερή ερωτήματα δεν απαντήθηκαν γιατί δεν απασχόλησαν κανένα. Κανένας δεν ξέρει αν υπήρχε κάποιος εκπρόσωπος του νομού στον οποίο είχε ανατεθεί να διαχειριστεί το θέμα. Όμως έστω και σήμερα ας πάρει κάποια πρωτοβουλία η Νομαρχία είτε ο Δήμος Χαλκίδας και να κάνει τις σωστές κινήσεις και να μην αναλώνονται σε εντυπωσιασμούς για το ποιος φταίει για την ακύρωσή της.
3. Το θέμα του ΟΣΕ επίσης είναι ενδεικτικό για την καθυστερημένη αντίδραση της κοινωνίας μας για μείζονα θέματα που σημαδεύουν την πόλη μας και το μέλλον της. Και αν δεν υπήρχαν κάποιοι πολίτες ή φορείς να ταράξουν τα νερά της παθητικότητάς μας, ίσως και στο θέμα αυτό, οι αρμόδιοι να έβγαζαν την ουρά τους απ’έξω, όπως κάνανε και στο συγκεκριμένο θέμα μέχρι πρόσφατα. Είμαστε μπροστά σε μια επιχείρηση μετατροπής του ιστορικού χώρου του ΟΣΕ σε νέα τραπεζοκαθίσματα και κέντρα διασκέδασης. Όμως η πόλης μας δεν έχει ανάγκη μιας ακόμη πολυτελούς καφετέριας που θα αποφέρει κάποια λίγα ευρώ στον ΟΣΕ. Ο χώρος αυτός ασφαλώς ανήκει στον ΟΣΕ και κανένας δεν αμφισβητεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Όμως ο ΟΣΕ είναι μια 100% δημόσια επιχείρηση και ο χώρος αυτός του παραχωρήθηκε από το Κράτος (δηλαδή από την κοινωνία) για να τον αξιοποιήσει για τις λειτουργικές του ανάγκες. Εφόσον σήμερα ο ΟΣΕ αναβαθμίζεται με τον προαστιακό (αν και αυτός έγινε «μισερός» με τη μονή γραμμή) και θεωρεί ότι «περισσεύει» χώρος, να καλέσει τον Δήμο και τους άλλους εκπροσώπους της πόλης και από κοινού να βρεθούν οι καλύτερες λύσεις για την αξιοποίηση του χώρου, όπως πράσινο, χώροι περιπάτου, να φιλοξενήσει πιθανώς κάποιο μουσείο του σιδηρόδρομου και άλλες ήπιες παρεμβάσεις που δεν θα αλλοιώνουν όμως το χαρακτήρα του χώρου.

Με την αναφορά αυτών των τριών περιπτώσεων ασφαλώς δεν εξαντλούμε το μέγεθος του προβλήματος που συνδέεται με δύο παράγοντες που μας ταλανίζουν ως κοινωνία πολλά χρόνια τώρα. Την ανεπάρκεια των πολιτικών μας εκπροσώπων από τη μια μεριά και την δική μας παθητικότητα ως κοινωνία και ως πολίτες από την άλλη. Θέλουμε να αλλάξει κάτι σ’αυτούς τους δύο παράγοντες ; Προσωπικά δεν έχω απαντήσεις...


Χαλκίδα 5 Δεκεμβρίου 2008

Κώστας Χαϊνάς