Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Σκέψεις για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού




(Το κείμενο είναι τα βασικά σημεία της παρέμβασης μου στη σύσκεψη του Περιφερειακού Συμβουλίου Στερεάς Ελλάδας για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, την Πέμπτη 25-1-2013)

1.Διαπιστώνεται μέσα από τη συζήτηση ένα βασικό έλλειμμα που συνδέεται με αυτό που λέμε «περιφερειακή συνείδηση». Το νέο θεσμικό πλαίσιο που εφαρμόστηκε πριν δύο χρόνια για τη νέα δομή της αυτοδιοίκησης, έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα αλλά και περιορισμούς. Για παράδειγμα το δίπολο που εμφανίσθηκε σε κάποιες τοποθετήσεις, ως αντιπαράθεση Λαμίας – Χαλκίδας, μπορεί να βασίζεται σε κάποια υπαρκτά προβλήματα, δεν αποτελεί όμως την ουσία του προβλήματος της περιφερειακής αυτοδιοίκησης. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ανάγκη ολοκλήρωσης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται να γίνουν στο θεσμό της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, ώστε να μπορέσει να παίξει τον πραγματικό της ρόλο ως αυτοδιοίκηση της περιφέρειας και όχι ως ένας απλός διαχειριστής και ενδιάμεσος της Κρατικής εξουσίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης α’ βαθμού. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν σήμερα απλά να συζητά και αργότερα να γνωμοδοτεί το Περιφερειακό Συμβούλιο, το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για την Στερεά Ελλάδα και η τελική απόφαση να ανήκει στην κεντρική εξουσία. Δηλαδή τι είδους περιφερειακή αυτοδιοίκηση υφίσταται, εάν δεν μπορεί να συζητήσει και να αποφασίσει το Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού της Περιφέρειάς του; Ασφαλώς παίρνοντας υπόψη τις γενικότερες κατευθύνσεις του Γενικού Χωροταξικού Σχεδίου της χώρας. Είναι αστείο όμως ότι, ακόμη και για ένα μικρό αγροτικό δρόμο της περιφέρειας, σήμερα αποφασίζει η κεντρική εξουσία. Άρα χρειάζονται συμπληρωματικές, συγκεκριμένες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, που θα αναβαθμίζουν περαιτέρω την περιφερειακή αυτοδιοίκηση, θα αναβαθμίζουν τον ρόλο του περιφερειακού συμβούλου και θα παραχωρούν όχι μόνο τις αναγκαίες αρμοδιότητες που σήμερα συνεχίζουν να παραμένουν αρμοδιότητα της κεντρικής εξουσίας, αλλά και τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στο ρόλο μιας πραγματικής αυτό-κυβέρνησης της περιφέρειας. Ένα δεύτερο έλλειμμα είναι η συμμετοχή της αυτοδιοίκησης α’ βαθμού, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας στη συζήτηση αυτή. Ο περιορισμός της συζήτησης σε ένα μικρό σύνολο «ειδικών» δεν βοηθά να εμπεδωθεί αυτό που λέμε «περιφερειακή συνείδηση» και θα συνεχίζουμε να κυνηγάμε ανεμόμυλους για το ποιος είναι «ριγμένος» στο δίπολο Χαλκίδα – Λαμία.
2.Ένα δεύτερο θέμα είναι αυτό που αναφέρεται στον τίτλο της μελέτης της σημερινής συζήτησης. Μιλάμε για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Δεν αρκεί σήμερα να μιλάμε απλά για αειφορία στους τίτλους των θεμάτων και να δημιουργούμε την εντύπωση ότι ξεμπερδέψαμε με την βιωσιμότητα της επιδιωκόμενης ανάπτυξης. Τα θέματα της αειφορίας χρειάζεται να ενσωματώνονται οριζόντια και εγκάρσια σε όλες τις προβλεπόμενες κατευθύνσεις και δράσεις οποιασδήποτε αναπτυξιακής κατεύθυνσης και πρωτοβουλίας. Και κυρίως χρειάζεται να υπάρχει ο υποχρεωτικός ιστορικός απολογισμός των στρατηγικών που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν και αυτά πρέπει να αποτυπώνονται σε κάθε μελέτη που θέλει να εκτιμήσει το προηγούμενο Περιφερειακό Πλαίσιο, πως και που εφαρμόσθηκε, ποιες ήταν οι επιπτώσεις, τα θετικά και τα αρνητικά στο περιβάλλον και στην κοινωνία γενικότερα. Χωρίς τέτοια αποτίμηση κάθε συζήτηση για το νέο χωροταξικό πλαίσιο είναι άνευ ουσίας. Για παράδειγμα δεν πρέπει να αποτιμήσουμε τι ακριβώς έγινε στην περιοχή του Ασωπού και της Μεσσαπίας και είχαμε αυτή την μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή στον υδροφόρο ορίζοντα ; Ποιοι ήταν οι παράγοντες που επέδρασαν στην περιβαλλοντική κατάρρευση ; Γιατί αφήσαμε να διαιωνίζεται αυτή η άτυπη βιομηχανική συγκέντρωση, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές και χωρίς κυρίως αυτό - να παρθούν έστω και εκ των υστέρων - κάποια δραστικά μέτρα επανόρθωσης της καταστροφής; Και δεν μπορούμε πλέον να βαδίζουμε με το δόγμα ότι κάθε βιομηχανική ανάπτυξη έχει και το ανάλογο κόστος. Γιατί έχει αποδειχθεί πλέον ότι μπορεί να έχουμε και ανάπτυξη και ταυτόχρονα να διασφαλίζουμε την αειφορία και την βιωσιμότητα. Αρκεί να υπάρχουν οι απαραίτητες πολιτικές και η βούληση για εφαρμογή της νομοθεσίας. Και δυστυχώς στις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν υπήρξε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
3.Ένα άλλο θέμα συνδέεται με τις νέες κατευθύνσεις που ορίζονται από τη μελέτη και αφορούν την Αναπτυξιακή Στρατηγική της Περιφέρειάς μας και ποιοι τομείς χρειάζεται να ενισχυθούν αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε περιοχής. Και στο σημείο αυτό εκτιμώ ότι δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες προσεγγίσεις και επεξεργασίες με αποτέλεσμα είτε να μην αναδεικνύονται οι δυνατότητες της κάθε περιοχής, είτε οι προτεινόμενες αναπτυξιακές κατευθύνσεις να μην είναι συμβατές με την φυσιογνωμία της κάθε περιοχής και αυτό που ονομάζουμε «φέρουσα ικανότητα» όσον αφορά το περιβαλλοντικό βάρος. Θα σημειώσω δύο παραδείγματα από την περιφερειακή ενότητα της Εύβοιας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντίστοιχα παραδείγματα δεν θα μπορούσαμε ένα σημειώσουμε από την υπόλοιπη περιφέρεια και τα οποία κάποιοι δήμαρχοι τα ανέδειξαν στην σημερινή συζήτηση :
Α) Η περίπτωση της ανάδειξης του λιμανιού της Κύμης. Προϋπόθεση όμως για να μπορέσει η Κύμη να αποτελέσει την ανατολική πύλη όχι μόνο της Περιφέρειας αλλά και της χώρας είναι η κατασκευή του διαμήκη άξονα Χαλκίδας – Κύμης, με την παράλληλη ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά και της νέας νομαρχιακής υποθαλάσσιας ζεύξης στο στενό Μπούρτζι – Αυλίδα, σύνδεση όμως για την οποία δεν ακούσαμε τίποτα.
Β) Η περίπτωση της ΒΙ.ΠΕ. (Βιομηχανική Περιοχή) της Βορειοκεντρικής Εύβοιας και του αναπτυξιακού χαρακτήρα της περιοχής. Ενώ η μελέτη αναφέρει σε πολλά σημεία τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της περιοχής που συνδέονται, με τα ανενεργή σήμερα μεταλλευτικά του αποθέματα σε λευκόλιθο και την ήπια αγροτική και τουριστική της ανάπτυξη, εμβόλιμα παρουσιάζει την διαδικασία για την δημιουργία ΒΙΠΕ (Επιχειρηματικό Πάρκο τύπου Α, δηλαδή υψηλής όχλησης) και μιας γιγάντιας θερμοηλεκτρικής μονάδας φυσικού αερίου 1160 MW, τρεις φορές πιο μεγάλη απ’αυτήν του Αλιβερίου, του βασικού ενεργειακού Κέντρου της Εύβοιας! Η μελέτη όμως δεν τεκμηριώνει πουθενά γιατί παρουσιάζει (αν δεν εισηγείται), μια τέτοια βίαιη μεταβολή του αναπτυξιακού χαρακτήρα της περιοχής, αναφέροντας μάλιστα και λανθασμένες πληροφορίες, ότι σήμερα υφίσταται καθετοποιημένη μονάδα επεξεργασίας του λευκόλιθου στο Μαντούδι, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι όλες οι μεταλλευτικές εργασίες στο Μαντούδι έχουν σταματήσει εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια! Είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι της περιοχής δεν έχουν αντίρρηση για την ανάπτυξη της μεταλλευτικής δραστηριότητας, ακόμη και μια μονάδα φυσικού αερίου των παραγωγικών δυνατοτήτων αυτών του Αλιβερίου, θα μπορούσε να είναι συμβατή με την αναπτυξιακή  φέρουσα ικανότητα της περιοχής, αλλά αυτή η γιγάντια μονάδα ανατρέπει στην κυριολεξία την εικόνα της περιοχής και θα έχει επιπτώσεις όχι μόνο στην Βόρεια Εύβοια, από το Μαντούδι έως τα Λουτρά της Αιδηψού, αλλά σε όλη την Εύβοια. Όμως για τις δραστηριότητες αυτές αρκεί ένα Βιομηχανικό Πάρκο τύπου Β, δηλαδή μεσαίας όχλησης και όχι ΒΙ.ΠΕ.. Και όλα αυτά τη στιγμή που δεν υπάρχει καμιά πληροφόρηση για το είδος των βιομηχανικών δραστηριοτήτων που θα υποδεχθεί ο προγραμματιζόμενος υποδοχέας (ΒΙ.ΠΕ.) και άλλων προβλημάτων, όπως η μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας και άλλα σοβαρά θέματα. Κάτοικοι της περιοχής είναι ανήσυχοι για τις εξελίξεις και σας έχουν καταθέσει ήδη σχετικό υπόμνημα το οποίο σας καταθέτω και σήμερα.

Συμπερασματικά θα έλεγα ότι η συζήτηση για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, να αποτελέσει την αφορμή μιας μεγάλης συζήτησης μέσα στην κοινωνία και με την κοινωνία, με την συμμετοχή όλων των Δήμων, των κοινωνικών και των επιστημονικών φορέων και ασφαλώς του Περιφερειακού Συμβουλίου, για το ποια ανάπτυξη θέλουμε και ποιες προτεραιότητες θα θέσουμε για την κάθε περιοχή.


Χαλκίδα 25-1-2013
Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Η εξάντληση της δυναμικής μιας μονοδιάστατης «αντιμνημονιακής» στρατηγικής




Από το 2010 όταν η χώρα εισήλθε στην εποχή των μνημονίων πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια. Κάποιες πολιτικές δυνάμεις επένδυσαν στην αντίθεση αυτή, μνημόνιο – αντιμνημόνιο και είναι αλήθεια ότι τους βγήκε σχετικά καλά μέχρι σήμερα. Λέμε μέχρι σήμερα, γιατί ήδη έχουμε περάσει σε μια νέα περίοδο ως χώρα, μετά τις τελευταίες αποφάσεις της ευρωζώνης και έχουν δημιουργηθεί νέα δεδομένα τα οποία δεν μπορούν να διαβαστούν με τα χτεσινά εργαλεία ενός «αντιμνημονιακού» λόγου. Και εξηγούμαι. Ποια είναι η αντίθεση μνημόνιου - αντιμνημόνιου και πως εκφράζεται σήμερα ; Δεν θα εξετάσουμε εδώ αν η υπογραφή του 1ου μνημονίου ήταν μονόδρομος. Όχι γιατί δεν έχουμε να καταθέσουμε σοβαρή κριτική στην τότε Κυβέρνηση του «λεφτά υπάρχουν», για τους χειρισμούς της και την υπογραφή τελικά του 1ου μνημονίου, ως μονόδρομο για την αντιμετώπιση της άτακτης χρεοκοπίας της χώρας. Αλλά περισσότερο γιατί μετά τις εκλογές του 2012, όπου ο λαός αποφάνθηκε δύο μάλιστα φορές, η περίοδος αυτή είναι παρελθόν και αντικείμενο διερεύνησης περισσότερο για τους ιστορικούς. Η ουσία είναι ότι η χώρα το 2010 ουσιαστικά χρεοκόπησε και οι επιλογές ήταν ελάχιστες. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αποφύγαμε τις γνωστές από τηλεοράσεως εικόνες της άτακτης χρεοκοπίας μιας χώρας με λεηλασίες και άλλα θλιβερά και αποτρόπαια(βλέπε Αργεντινή). Αλήθεια επίσης είναι ότι όλα αυτά τα αποφύγαμε, γιατί ήμασταν μέλος μιας μεγάλης οικογένειας, της Ευρωπαϊκής οικογένειας και της ευρωζώνης. Τώρα εάν τα υπογραφόμενα μνημόνια με τις διαπραγματεύσεις που έγιναν ή δεν έγιναν, θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά ή καλύτερα, είναι δεύτερης τάξης ζήτημα και μπορούμε πάντα να το συζητάμε και να εντοπίζουμε αδυναμίες, κενά ή καθυστερήσεις.
Η ουσία λοιπόν είναι ότι αποδείχθηκε περίτρανα ότι άλλος δρόμος από την διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους δεν υπήρχε και αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της τελευταίας καλοδεχούμενης μεταστροφής της πολιτικής της  αξιωματικής αντιπολίτευσης, που αναγνωρίζει πλέον ως προτεραιότητα την διασφάλιση της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη και της επαναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης. Αυτό δηλαδή που έκανε και κάνει η σημερινή Κυβέρνηση. Διασφάλισε την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, επανάκτησε την εμπιστοσύνη των εταίρων μας και βελτίωσε τη διεθνή εικόνα της χώρας, διαπραγματεύθηκε μαζί τους και τους όρους της συμφωνίας αυτής τους έγραψε σε ένα μνημόνιο συνεργασίας, που πλέον αποτελεί νόμο του Κράτους. Η ζωή θα δείξει κατά πόσο η συμφωνία αυτή ήταν επιτυχής μακροπρόθεσμα. Δηλαδή κατά πόσο όχι απλά διέσωσε τη χώρα από την άτακτη χρεοκοπία και την φυγή της από την ευρωζώνη, αλλά έθεσε και τις βάσεις για τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό της χώρας.
Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα. Η ουσία των αλλαγών και των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που έχουμε ανάγκη ως χώρα σε όλα τα επίπεδα. Και μέχρι στιγμής δεν μπορούμε να δηλώνουμε ικανοποιημένοι από τον ρυθμό αλλά και από την ουσία των αλλαγών και των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Για παράδειγμα δεν μπορούμε να δηλώνουμε ικανοποιημένοι για τον τρόπο που συγκροτήθηκαν οι διοικήσεις των ΔΕΚΟ. Στη φάση αυτή μπορεί να μην υπήρχε ο αναγκαίος χρόνος για αξιόλογες και διαφανείς αξιοκρατικές διαδικασίες επιλογής των καλύτερων, αλλά δεν δόθηκε ούτε καν ένα νέο δείγμα γραφής. Ούτε καν μια δέσμευση για το μέλλον. Για παράδειγμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι στο μέλλον, θα επεξεργασθεί μια αντικειμενική διαδικασία με την σύμφωνη γνώμη και της Βουλής, ώστε η επιλογή των επικεφαλής των μεγάλων δημόσιων οργανισμών και φορέων θα γίνεται μόνο μέσα από ανοικτές δημοκρατικές αξιοκρατικές διαδικασίες, χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες δια την εξυπηρέτηση των ημετέρων και μόνο δυνάμεων.
Η σημερινή Κυβέρνηση όμως δεν θα κριθεί αν διέσωσε τη χώρα από την άτακτη χρεοκοπία και μόνο. Θα κριθεί πολύ περισσότερο από το τι θα κάνει ή δεν θα κάνει, για το μεγάλο θέμα της μεταρρύθμισης του Κράτους μας σε ένα Κράτος δικαίου, ένα Κράτος σύγχρονο, δημοκρατικό και Ευρωπαϊκό. Βεβαίως η επιχείρηση αυτή δεν είναι καθόλου εύκολη. Δυνάμεις της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, οχυρωμένοι στις δήθεν κατακτήσεις του χτες, αντιστέκονται λυσσαλέα να μην αλλάξει τίποτα, έχοντας βέβαια τις περισσότερες φορές και την πολιτική κάλυψη της αντιπολίτευσης. Αυτό όμως ήταν και είναι δεδομένο. Όσο θα ξηλώνονται παράνομα προνόμια, όσο θα ξεσκεπάζονται ανομίες, όσο θα αποκαθίστανται αδικίες, τόσο μεγαλύτερη αντίσταση θα προβάλλουν οι δυνάμεις του χτες. Γι αυτό μια τέτοια επιχείρηση την αποκαλέσαμε Δημοκρατική Επανάσταση. Γι αυτό μια τέτοια επιχείρηση μόνο μια μεγάλη συμμαχία από την φιλελεύθερη δεξιά έως και την δημοκρατική αριστερά, μπορεί να την φέρει σε πέρας. Γι αυτό επιμένουμε στην σχεδίαση και υλοποίηση ενός πραγματικού Εθνικού Σχεδίου Ανόρθωσης.
Γιατί μόνο έτσι θα πιάσουν τόπο οι θυσίες του ελληνικού λαού, οι περικοπές στους μισθούς και στις συντάξεις ακόμη και των πιο ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Θα πρέπει η Κυβέρνηση να δώσει δείγματα γραφής ότι το Κράτος είναι δίκαιο και είναι το ίδιο απέναντι σε όλους. Και δεν ζητά θυσίες μόνο από τους πιο αδύνατους κοινωνικά. Η Κυβέρνηση θα έχει πετύχει τον στόχο της μόνο όταν, θα αφουγκραστεί αύριο τον πιο αδύναμο κοινωνικά πολίτη και θα τον ακούσει να λέει ότι οι θυσίες του έπιασαν τόπο. Όταν θα δει να ανοίγει μια νέα σελίδα στην πορεία της χώρας. Όταν θα μειώνονται οι στρατιές των ανέργων. Όταν θα αντιστραφεί το κύμα κλεισίματος επιχειρήσεων και θα ανοίξει μια νέα σελίδα για μια βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, μέσα κυρίως από τους μεγάλους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας της την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε σοβαρά αποτελέσματα σε τομείς όπως η μικρή μεταποιητική βιομηχανία των αγροτικών μας προϊόντων, οι νέες τεχνολογίες και οι προηγμένες καινοτόμες υπηρεσίες. Όταν λοιπόν αντιστραφεί αυτό το κλίμα, τότε θα μπορεί να λέει η Κυβέρνηση ότι έκανε ένα πρώτο βήμα. Γιατί ασφαλώς θα μείνουν ακόμη πολλά να γίνουν.
Επίσης ένα άλλο θέμα στο οποίο θα κριθεί αυτή η Κυβέρνηση, είναι και το θέμα της κάθαρσης του δημόσιου βίου. Και η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ είναι ένα δείγμα γραφής. Δεν είναι το μόνο. Παραμένουν ακόμη τα θέματα των μιζών για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και άλλα ανοικτά θέματα του αμαρτωλού δικομματισμού του παρελθόντος. Οποιαδήποτε προσπάθεια κάλυψης πολύ περισσότερο συγκάλυψης, τυχόν ποινικών ευθυνών του οποιονδήποτε, οπουδήποτε ψηλά και αν βρίσκεται, ακόμη και αν κινδυνεύει η σταθερότητα της Κυβέρνησης, δεν θα πρέπει να γίνει ανεκτή από κανέναν. Η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ θα αποτελέσει εξετάσεις όχι μόνο για την Κυβέρνηση, αλλά για όλο το πολιτικό σύστημα. Και θα πρέπει όλο το πολιτικό σύστημα να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων με υπευθυνότητα. Να αντιμετωπίσει την πρόκληση, χωρίς αισθήματα εκδίκησης, χωρίς διαθέσεις αναζήτησης αποδιοπομπαίων τράγων, ούτε με πρακτικές μικροκομματικής ωφελιμότητας, αλλά με αίσθημα δικαίου, διαφάνειας και σεβασμού των κανόνων δικαίου.
Με αυτά ως δεδομένα, χάνεται αντικειμενικά όλο και περισσότερο η ουσία της αντίθεσης μνημόνιο – αντιμνημόνιο και ο διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς». Γιατί η επιχειρηματολογία των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων, στηρίχθηκε βασικά στο θυμικό και στο συναίσθημα των πολιτών στην κρίσιμη περίοδο της κρίσης. Δεν έλειψαν οι θεωρίες συνομωσίας από την επιχειρηματολογία αυτή. Βόλευε σε μεγάλο βαθμό για όλα τα προβλήματα που είχε ο τόπος και η ελληνική κοινωνία να κηρυχθούν ως υπεύθυνοι, το μνημόνιο, οι ξένοι δανειστές μας και εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που τις περισσότερες φορές αποκαλούνταν τοκογλύφοι, κάποια ξένα κέντρα που θέλουν να τελειώσουν την Ελλάδα, το ΔΝΤ το οποίο πότε έπαιρνε την μορφή του σατανά και πότε του αγγέλου στην επιχειρηματολογία τους, ανάλογα εάν συνέφερε η κάθε φορά στάση του διεθνούς αυτού οργανισμού, την επιχειρηματολογία των «αντιμνημονιακών». Και μάλιστα η επιχειρηματολογία αυτή ήταν τόσο κοινή, ώστε πολλές φορές μπερδευόσουν ποια ανακοίνωση ήταν της μιας ή της άλλης συνεπούς «αντιμνημονιακής» δύναμης. Στην ουσία η επιχειρηματολογία αυτή απέκρυβε τις πραγματικές αιτίες της Κρίσης, που συνδέονται με εξωγενείς παράγοντες (Καπιταλιστική κρίση, ελλείμματα Ευρωπαϊκής Ένωσης, κ.ά.), αλλά και κυρίως με τις εσωτερικές αιτίες της κρίσης, όπως η 40ετής διακυβέρνηση της χώρας από το δικομματισμό και η οικοδόμηση ενός σπάταλου, ελλειμματικού κομματοκρατούμενου πελατειακού συστήματος, με το οποίο πρέπει να κάνουμε πόλεμο για την κατεδάφισή του.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι ο στείρος «αντιμνημονιακός» αντιπολιτευτικός λόγος έφαγε τα ψωμιά του. Η ζωή προχωρά, τα μέτωπα πλέον είναι άλλα και πολλά και εκεί δίνονται οι πραγματικές μάχες. Όποια δύναμη εκστασιάζεται στην παρελθοντολογία του «αντιμνημονιακού» της αγώνα, ας την αφήσουμε να μείνει στην έκστασή της και στη φτώχια του πολιτικού της λόγου να κυνηγάει «αντιμνημονιακούς» ανεμόμυλους. Η κοινωνία θα γυρίσει τις πλάτες της στις δυνάμεις αυτές, γιατί αυτό που την ενδιαφέρει δεν είναι πλέον οι «αντιμνημονιακές» κορώνες, αλλά οι πραγματικές μάχες για τις αλλαγές και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα.


Χαλκίδα 8-1-2013
Κώστας Χαϊνάς