Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Η αδιέξοδη ρητορική Κυβέρνησης και ΣΥΡΙΖΑ





Οι τελευταίες εξελίξεις και οι αντιδράσεις εταίρων, δανειστών και αγορών, στις σπασμωδικές κινήσεις της Κυβέρνησης, η οποία για να δείξει ότι αυτή σκίζει πρώτη το μνημόνιο, έκανε παιδαριώδη λάθη τακτικής, που την εξέθεσαν όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά, -κυρίως-  και στο εξωτερικό. Είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας ολοκληρώνεται κανονικά το 2016. Απλά οι δόσεις από το δάνειο των εταίρων ολοκληρώνονται στο τέλος του 2014 και οι δόσεις του ΔΝΤ στο τέλος του 2016. Η Κυβέρνηση ανησυχώντας από τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν να χάνει σταθερά έδαφος, βιάστηκε να ανακοινώσει ότι δεν έχουμε ανάγκη το υπόλοιπο των δανείων του ΔΝΤ, διαπράττοντας όμως στοιχειώδη λάθη τακτικής, κάνοντας τις περίφημες αγορές να δείξουν για άλλη μια φορά τα δόντια τους. Γιατί οι αγορές δεν ενδιαφέρονται τι χρώμα έχει η κάθε Κυβέρνηση. Αυτές κοιτάνε μόνο τα συμφέροντά τους και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Αν και το ίδιο το γεγονός της ορθότητας της Κυβερνητικής απόφασης, δηλαδή της άρνησης του υπολοίπου των δανείων από την πλευρά του ΔΝΤ, αμφισβητείται από πολλές πλευρές, ας υποθέσουμε όμως ότι μπορεί να γίνει αυτό, χωρίς να κινδυνεύσει η χώρα να διολισθήσει στην κατάσταση του 2010. Πρώτον, δεν ανακοινώνεις ποτέ κάτι για το οποίο δεν έχεις συμφωνήσει με τους εταίρους και δανειστές σου. Δεύτερον, έστω ότι έχεις αποφασίσει να διαπραγματευθείς το θέμα με τους εταίρους και δανειστές, όταν δημοσιοποιείς τα σχέδιά σου ουσιαστικά καις τα επιχειρήματά σου και την τακτική σου. Τρίτον όταν διαπραγματεύεσαι ένα σχέδιο πάντα έχεις και εναλλακτικές λύσεις. Αποδείχθηκε όμως περίτρανα ότι η Κυβέρνηση με την εξαγγελία της για πρόωρη αποδέσμευση από τους δανειακούς όρους και το μνημόνιο, δεν είχε κανένα ολοκληρωμένο σχέδιο γι αυτό, θεωρώντας ότι μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα στους εταίρους και δανειστές της χώρας, κοινώς να τους κοροϊδέψει. Ως γνωστόν η θεωρία των κουτόφραγκων έχει μεγάλη πέραση στη χώρα μας, ένθεν κακείθεν. Ελπίζουμε να πήρε τα απαραίτητα μαθήματα, αν και διατηρούμε τις αμφιβολίες μας.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ για να απαντήσει στο ερώτημα – “Ποιο μνημόνιο ; Δεν υπάρχει μνημόνιο” – του κου Τσίπρα, αποδείχθηκε ότι αγνοεί βασικούς κανόνες λειτουργίας των αγορών, αλλά και υποτιμά τους όρους που θα πρέπει να τηρεί η χώρα μας με βάση τις διεθνείς δεσμεύσεις της, οι οποίες προκύπτουν όχι μόνο μέσω των δανειακών συμβάσεων που έχουμε υπογράψει ως χώρα (τα επάρατα μνημόνια δηλαδή που λέμε στην καθομιλουμένη) για την εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και στην ζώνη του ευρώ. Στοιχεία που δείχνουν την ανετοιμότητα του να αναλάβει μόνος του μεγαλύτερες και κρίσιμες για τη χώρα ευθύνες.

Δυστυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αυτοπαγιδευτεί στα δικά του δόκανα που έβαλε για να στριμώξει το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα και για να δελεάσει τους ψηφοφόρους, πέρα από τις ανεδαφικές υποσχέσεις του. Το πρώτο δόκανο στο οποίο έχει πιαστεί ο ίδιος εδώ και μήνες, είναι η διεκδίκηση του “κουρέματος” του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Ταυτόχρονα λέει (τουλάχιστον η ηγεσία του και αυτό είναι θετικό) ότι, θα διαπραγματευθεί με τους εταίρους και δανειστές το χρέος, χωρίς να διακινδυνεύσει η συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη, και δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες. Αυτό σημαίνει όμως ότι εάν οι εταίροι και δανειστές μας μετά τη “σκληρή” διαπραγμάτευση, δεν συμφωνήσουν στο “κούρεμα”, o ΣΥΡΙΖΑ θα “υποκύψει” με μια μείωση του επιτοκίου και με μια επέκταση του χρόνου λήξης των δανείων. Αυτό ακριβώς δηλαδή που λένε οι “μνημονιακοί” που καταγγέλλει κάθε μέρα σε όλους τους τόνους. Τελευταία έχουν καταλάβει την αυτοπαγίδευση τους και γι αυτό αναζητούν την κατάλληλη πλατφόρμα για να περάσουν τη νέα γραμμή. Αυτό προσπαθούν να κάνουν το τελευταίο διάστημα κορυφαία στελέχη του, που μιλούν για “πάγωμα” (Δραγασάκης) ή για απομείωση γενικά του χρέους, που περιλαμβάνει μείωση των επιτοκίων και επέκταση του χρόνου αποπληρωμής (Σταθάκης). Το δεύτερο δόκανο είναι η αντιμνημονιακή ρητορική που τόσο πολύ επένδυσε από το 2010 ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο διαχωρισμός σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, ένας διαχωρισμός απολίτικος στην ουσία του, αλλά και επικίνδυνος, αν σκεφθούμε ότι η πιο γνήσια αντιμνημονιακή δύναμη αποδείχθηκε η εγκληματική “ΧΑ”. Γιατί όσο απομυθοποιείται το μνημόνιο, όσο οι έλληνες πολίτες κατανοούν ότι το μνημόνιο δεν είναι η αιτία της χρεοκοπίας της χώρας, αλλά ότι η χρεοκοπία της χώρας έφερε το μνημόνιο, τόσο θα κατανοούν και στο ΣΥΡΙΖΑ ότι ολοκληρώνοντας η χώρα το πρόγραμμα προσαρμογής (δηλαδή το μνημόνιο), πρέπει να αναζητήσει νέο όχημα. Και τότε τι θα κάνει χωρίς τους βαρβάρους ; Και το πράγμα θα δυσκολεύει όσο θα πλησιάζει να αναλάβει Κυβερνητικές ευθύνες. Ιδιαίτερα όταν θα φτάσει η στιγμή να υπογράψει (ή να συνυπογράψει) τη νέα συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές μας. Τι θα πει στους πολίτες ; Πως θα βαφτίσει τη συμφωνία αυτή ; Το θα πει στους οπαδούς και ψηφοφόρους του, που επένδυσε τόσο πολύ για να τους κερδίσει στο μισητό μνημόνιο, όταν υποχρεωθεί ο ίδιος να υπογράψει κάτι ανάλογο ; Ένα σύμφωνο δηλαδή που θα περιγράφει τις υποχρεώσεις της χώρας. Έτσι κάθε μέρα που περνάει συνειδητοποιεί -τουλάχιστον η ηγεσία του- ότι, πρέπει να απασφαλίσει και αυτό το δόκανο γιατί κινδυνεύει να πιαστεί η ίδια.

Ένα άλλο δόκανο που πάει να στήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο θα μας το επιδεικνύει έντονα το επόμενο διάστημα, είναι η περίφημη αυξημένη εποπτεία των ευρωπαϊκών μηχανισμών στις χώρες μέλη της ευρωζώνης, που προβλέπεται από τις συνθήκες της ΕΕ, ανεξαρτήτως μνημονίων. Αυτή θα είναι η νέα πολιτική του πλατφόρμα απ’ότι φαίνεται, κάνοντας τη χάρη στους εθνικιστές ευρωσκεπτικιστές και αντιευρωπαϊστές που έχει στις γραμμές του. Αυτό ήδη εκφράστηκε από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με την ευκαιρία της κατάθεσης του προσχεδίου του προϋπολογισμού (ΣΥΡΙΖΑ για το προσχέδιο του προϋπολογισμού). Το επιχείρημα που θα ακούγεται λοιπόν τις επόμενες μέρες πιο έντονα είναι ότι, και να τελειώσει το μνημόνιο, δεν θα τελειώσει η εποπτεία της χώρας από την ΕΕ. Η αλήθεια είναι ότι με βάση την οδηγία 85/2011 προβλέπονται αυστηροί έλεγχοι από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να αποφευχθούν στο μέλλον οι δημοσιονομικοί εκτροχιασμοί των Κυβερνήσεων και οι χρεοκοπίες, όπως τις γνωρίσαμε το 2009-2010 σε τέσσερις χώρες μέλη της ευρωζώνης. Αυτό είναι θετικό ή αρνητικό ; Για το ΣΥΡΙΖΑ και τους άλλους αντιμνημονιακούς είναι ασφαλώς αρνητικό. Όμως αυτό είναι και το κύριο επιχείρημα των ευρωσκεπτικιστών και αντιευρωπαϊστών. Ότι περιορίζεται η εθνική κυριαρχία των κρατών μελών, υπέρ των ευρωπαϊκών θεσμών. Δηλαδή όλων αυτών των δυνάμεων (της ακροδεξιάς και της δογματικής και ριζοσπαστικής αριστεράς) που αντιμάχονται την ευρωπαϊκή δημοκρατική ολοκλήρωση. Όμως η δημοκρατική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αποτελεί έναν βασικό στόχο χρόνια τώρα της ευρωπαϊκής και ανανεωτικής αριστεράς. Και ασφαλώς θα θυσιαστούν από όλες τις χώρες μέλη, στην κατεύθυνση αυτή, στοιχεία της εθνικής τους κυριαρχίας. Γιατί μέσα από το βάθεμα αυτής της ολοκλήρωσης, θα προκύψει η νέα Ευρώπη με περισσότερη δημοκρατία και περισσότερη αλληλεγγύη. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να σταθούμε ως χώρα σε ένα κόσμο τόσο ανταγωνιστικό, αλλά και παγκοσμιοποιημένο. Γιατί μόνο μέσα από τη διαδικασία αυτή θα προκύψει και η ριζική λύση για το πρόβλημα του χρέους της χώρας, δηλαδή η αμοιβαιοποίηση του. Το πιθανότερο είναι (δεν το ευχόμαστε), ο ΣΥΡΙΖΑ να συνταχθεί με τους εγχώριους ευρωσκεπτικιστές και αντιευρωπαϊστές (ακροδεξιά, ΑΝΕΞ.ΕΛ. και άλλους αγωνιστές της εθνικής κυριαρχίας), για να μπορέσει να στηρίξει την ανεκδιήγητη άποψη του περί αποικία χρέους αν και τελευταία δεν την πολυαναφέρει για να πούμε την αλήθεια.

Συμπέρασμα. Η Κυβέρνηση αυτοπαγιδεύθηκε στην φούρια της να δείξει πως σκίζει πρώτη το μνημόνιο, διολισθαίνοντας όλο και περισσότερο στο λαϊκισμό και στην αντιμεταρρύθμιση. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοπαγιδεύεται συνεχώς στα δόκανα που ο ίδιος στήνει για να παγιδεύσει το ακροατήριό του. Κανένας από τους δύο, δεν μπορεί και δεν θέλει να δώσει λύσεις στα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

Ένας άλλος λόγος για την επείγουσα ανάγκη της μεγάλης συνάντησης των δημοκρατικών, προοδευτικών, μεταρρυθμιστικών δυνάμεων της χώρας.

20-10-2014
Κώστας Χαϊνάς

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Η πρόταση Λυκούδη για Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού




Με την ευκαιρία της συζήτησης στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση, ο Σπύρος Λυκούδης με την πρόταση του για συγκρότηση νέας Κυβέρνησης Ειδικού Σκοπού από την παρούσα Βουλή, που θα στηρίζεται από τις βασικές δυνάμεις της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, δημιούργησε ένθεν κακείθεν πολλές επιδοκιμασίες, αλλά και αρνητικά σχόλια και κριτικές. Το βέβαιο είναι ότι ο Σπύρος Λυκούδης με την πρωτοβουλία του αυτή ανατάραξε τα νερά του πολιτικού σκηνικού και έθεσε σε νέα βάση το πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου. Αλλά αποτέλεσε και ένα δείγμα για το πώς σκέφτεται να δράσει και να πολιτευθεί ο νέος πολιτικός χώρος που διαμορφώνεται με την πρωτοβουλία του, που θα εξαγγελθεί την 21η Οκτωβρίου στις 7:30 μ.μ. στο Μουσείο Μπενάκη.

Η πρώτη κριτική που ακούστηκε, είναι ότι είναι ανέφικτη η πρόταση. Ναι, η κριτική αυτή έχει μια βάση. Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας δυστυχώς έχουν κακομάθει εδώ και σαράντα χρόνια στην έλλειψη συνεννόησης και συναίνεσης. Αυτό το έλλειμμα κουλτούρας συνεργασίας, ανάμεσα στα κόμματα είναι μια βασική αιτία της σημερινής μας κακοδαιμονίας. Βοηθούντος και του εκλογικού συστήματος, το κάθε φορά πρώτο κόμμα από ένα ποσοστό και πάνω (περίπου 36% και πάνω), διασφάλιζε αυτοδυναμία, αν και αποτελούσε μειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Ως συνέπεια αυτού, το κάθε κόμμα που μειοψηφούσε, την επομένη των εκλογών ζητούσε εκλογές. Σήμερα όμως μετά την οικονομική κατάρρευση της χώρας και τα τέσσερα χρόνια κρίσης, οι πολίτες επιμένουν (τουλάχιστον όλες οι δημοσκοπήσεις αυτό δείχνουν), να μην θέλουν να δώσουν αυτοδυναμία, ακόμη και με τον ισχύοντα νόμο της ενισχυμένης αναλογικής με το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία απαιτεί συνεννόηση, συναίνεση, συνεργασία των πολιτικών κομμάτων. Άρα οι πολίτες έχουν τρόπο που μπορούν να επιβάλλουν αυτή την Κυβέρνηση, έστω και αν σήμερα φαίνεται ανέφικτη.

Κατά δεύτερον μια πρόταση που σήμερα φαίνεται ανέφικτη, αύριο ίσως να είναι ρεαλιστική, ίσως και υποχρεωτική. Και εξηγούμαι. Όταν χαρακτηρίζεται μια Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού, αυτό σημαίνει ότι συγκροτείται μια τέτοια Κυβέρνηση για να υπηρετήσει έναν Ειδικό Σκοπό. Ο Σπύρος Λυκούδης περιέγραψε πολύ συγκεκριμένα αυτόν τον Ειδικό σκοπό με τρείς άξονες θεμάτων : α) Την διαπραγμάτευση για το χρέος με τους εταίρους μας, β) Την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, γ) Την συνταγματική αναθεώρηση και τον εκλογικό νόμο. Αυτή θα είναι η θεματολογία της Κυβέρνησης Ειδικού Σκοπού με τελικό χρονικό ορίζοντα έως τον Ιούνιο του 2016, όπου σύμφωνα με το Σύνταγμα έχουμε τις επόμενες εκλογές. Θεωρούνται αυτά τα θέματα αμελητέα ; Ποια Κυβέρνηση από μόνη της μπορεί να αντιμετωπίσει αυτά τα κυρίαρχα προβλήματα της περιόδου ; Ποια Κυβέρνηση θέλει να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα μόνη της ; Δεν νομίζω ότι υπάρχουν σήμερα ηγεσίες που σκέφτονται τόσο επιπόλαια και θέλουν να αντιμετωπίσουν μόνες τους, αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας μας στη μεταμνημονιακή εποχή. Οι πλειοψηφίες των 151-155 εδρών σήμερα, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοια θέματα εθνικής σημασίας, που απαιτούν πολύ μεγαλύτερες πλειοψηφίες και συναινέσεις.

Μια άλλη κριτική που ακούγεται, είναι ότι αυτή η πρόταση αποτελεί ανάχωμα στο ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή κατατίθεται η πρόταση για να κόψει το δρόμο στο ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία. Θα συνιστούσα σε όσους διατυπώνουν αυτή την άποψη να δουν τα πράγματα που ψύχραιμα. Και θα αντέστρεφα το συλλογισμό τους. Μήπως συμφέρει τελικά το ΣΥΡΙΖΑ μια τέτοια πρόταση ; Μήπως διευκολύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ με μια τέτοια πρόταση και θα πρέπει να την υιοθετήσει ; Ας κάνουμε μια υπόθεση, ότι άμεσα γίνονται εκλογές και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα. Με ποιους θα κάνει Κυβέρνηση ; Και έστω ότι βρίσκει κάποιους (;) και κάνει μια Κυβέρνηση των 151 – 155 εδρών κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Θα μπορέσει αυτή η Κυβέρνηση από μόνη της να αντιμετωπίσει τέτοια θέματα, όπως αυτά που καλείται να αντιμετωπίσει μια Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού ; Θα μπορέσει να κλείσει μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία για το χρέος με τους εταίρους, χωρίς να διακινδυνεύσει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και την συμμετοχή της στην ευρωζώνη, όπως τουλάχιστον έχει δεσμευτεί τελευταία ; Με όλα τα άλλα κόμματα απέναντί του ; Με τις αγορές τι θα κάνει ; Τι θα κάνει σε περίπτωση που αυτές αντιδράσουν όπως έκαναν το 2010, που τα επιτόκια δανεισμού της χώρας πέταξαν στα ουράνια με την πρώτη ; Θα εκλέξει ΠτΔ μόνο  με τις δικές του ψήφους ; Με ποια πλειοψηφία θα προχωρήσει  στην αναθεώρηση του Συντάγματος, δηλαδή για τις απαραίτητες αλλαγές που δεν μπορούν να πάρουν αναβολή για άλλα τέσσερα χρόνια ή και περισσότερα ; Ο εκλογικός νόμος ; Θα τον αλλάξει ή θα αφήσει τον ίδιο γιατί τον συμφέρει τώρα αφού παίρνει αυτός τις 50 έδρες μπόνους που τις κλέβει όμως από τα άλλα κόμματα όπως κατήγγειλε μέχρι σήμερα ; Δεν καταλαβαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι αρνούμενος σήμερα την Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού, με μαθηματική ακρίβεια οδηγείται να βρεθεί αύριο στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η δικομματική Κυβέρνηση ; Μήπως τελικά συμφέρει το ΣΥΡΙΖΑ να αντιμετωπίσει τα θέματα αυτά μια Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού που θα στηρίξει και ο ίδιος ;

Σε τελευταία ανάλυση μια Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού, πέρα από το αν συμφέρει ή όχι κάποιο κόμμα, συμφέρει τη χώρα. Μια τέτοια Κυβέρνηση θα μπορέσει να δώσει εθνικά συμφέρουσες και βιώσιμες λύσεις στα θέματα των τριών αξόνων. Η διευθέτηση του χρέους με τους εταίρους μας θα είναι ευκολότερη και εθνικά πιο ωφέλιμη όταν την διαπραγματευθεί μια Κυβέρνηση των 220-250 βουλευτών παρά μια Κυβέρνηση των 151-155 εδρών Κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το ίδιο και το θέμα της εκλογής του ΠτΔ. Μας δίνεται πραγματικά μια μεγάλη ευκαιρία για πρώτη φορά αυτή η Βουλή να εκλέξει Πρόεδρο έναν καταξιωμένο συμπολίτη μας και όχι κάποιον ο οποίος απλά θα εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες. Επίσης οι αλλαγές στο Σύνταγμα και στον εκλογικό νόμο, μπορούν να συμφωνηθούν σήμερα, με μεγάλες και αυξημένες πλειοψηφίες, ώστε οι αλλαγές να ολοκληρωθούν στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Μάλιστα εάν συμφωνηθεί ένα πάγιο και δίκαιο εκλογικό σύστημα μια αυξημένη πλειοψηφία (200 ψήφοι) μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή του και στις επόμενες εκλογές.

Η πρόταση του Σπύρου Λυκούδη αποτελεί βέβαια μια πρόταση που η δυναμική της δεν εξαντλείται μόνο κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση. Είναι σίγουρο ότι, μετά την αποδοχή που δέχθηκε από ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα, θα την έχουμε μπροστά μας ως μια πολιτική πρόταση και για το επόμενο διάστημα.

10-10-2014
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Σκέψεις για την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση




Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη φάση του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής. Η δικομματική συγκυβέρνηση, ιδιαίτερα μετά τον τελευταίο της ανασχηματισμό και τα έντονα σημάδια επιστροφής στο γνωστό δρόμο ενός ιδιότυπου αντιμνημονιακού λαϊκισμού και κάποιων γνωστών από το παρελθόν μεθόδων της πάλαι ποτέ δεξιάς, φαίνεται ότι έχει εξαντλήσει τα πολιτικά της αποθέματα και είναι εγκλωβισμένη στις δικές της αδιέξοδες επιλογές. Και σε μια ύστατη κίνηση απεγκλωβισμού της ρίχνει ένα πυροτέχνημα. Ζητά από τη βουλή, στη βάση ενός συγκεκριμένου πλάνου πολιτικών κινήσεων έως και την εκλογή του νέου ΠτΔ, ψήφο εμπιστοσύνης. Χωρίς να λέει τίποτα για την ουσία των πολιτικών για το μέλλον. Χωρίς να κάνει καμιά αυτοκριτική για τις λανθασμένες επιλογές της. Χωρίς να λέει τι θα διορθώσει. Ουσιαστικά μέσα από την κίνηση αυτή κυρίως επιδιώκουν να αμβλύνουν την έντονη αμφισβήτηση που έχουν οι ηγεσίες των δύο κομμάτων από τους βουλευτές τους και να πάρουν μια ανάσα μέχρι την εκλογή του ΠτΔ. Όμως σε μια τέτοια ψηφοφορία δεν μπορείς να εκβιάζεις και την ψήφο όσων άλλων δημοκρατών, προοδευτικών βουλευτών, που ανησυχούν για την πορεία της χώρας, θέλουν την σταθερότητα και επιδιώκουν τη μέγιστη συναίνεση και συνεννόηση. Αλλά δεν θέλουν και να ταυτιστούν με μια Κυβέρνηση που δεν έχει σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων της στιγμής.
Η χώρα πράγματι βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση, ίσως σοβαρότερη και από το 2010 που ουσιαστικά χρεοκόπησε και υποχρεωθήκαμε να ενταχθούμε στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Από τότε πέρασαν τέσσερα δύσκολα χρόνια με θυσίες και προσπάθειες των πολιτών, με λανθασμένες επιλογές των Κυβερνώντων, με υπαναχωρήσεις σε συντεχνιακές διεκδικήσεις και καθυστερήσεις σε ώριμες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα μας.  Παρόλα αυτά με υλοποίηση έστω και ενός μέρους του προγράμματος προσαρμογής, κατάφερε η χώρα να μειώσει τις κρατικές σπατάλες και να αντιμετωπίσει σε ένα βαθμό τα μεγάλα ελλείμματα. Όμως παραμένουν ακόμη ανοιχτά μεγάλα θέματα, όπως ένα βιώσιμο συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό σύστημα, ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, η μεταρρύθμιση του Κράτους και των θεσμών του και κυρίως η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και το νέο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο που έχει ανάγκη η χώρα. Και το ερώτημα είναι το εξής. Ποιος θα οδηγήσει τη χώρα στη μετα-μνημονιακή εποχή, για να χρησιμοποιήσουμε και έναν όρο που τόσο αρέσει σ΄αυτούς που θα σκίσουν το μνημόνιο μόλις αναλάβουν, είτε σ’ αυτούς που το σκίζουν σελίδα – σελίδα πάνω από δύο χρόνια τώρα !
Όχι, δεν μπορεί να το κάνει αυτό η παρούσα Κυβέρνηση. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι έχει χάσει όχι μόνο την πραγματική εμπιστοσύνη των κοινοβουλευτικών τους ομάδων, αλλά και της κοινωνίας, πέρα από τις αγορές και τους εταίρους μας. Αλλά κυρίως γιατί δεν μπορεί να σηκώσει αυτό το μεγάλο φορτίο των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα. Δηλαδή η λύση είναι οι εκλογές ; Εκτιμούμε ότι οι εκλογές δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση στην φάση αυτή. Οι εκλογές όπως δείχνουν τα στοιχεία όλων των δημοσκοπήσεων δεν θα δώσουν λύση. Ίσως ακόμη να περιπλέξουν το πρόβλημα περισσότερο. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν τη χώρα στο μέλλον είναι υπό διαμόρφωση. Οι παρούσες πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν την δυναμική που απαιτείται για τη νέα αρχή και δεν έχουν πείσει την κοινωνία, ούτε μπορούν να σηκώσουν από μόνες τους το μεγάλο πολιτικό βάρος που απαιτούν οι αλλαγές που χρειάζονται να γίνουν στη χώρα.
Στη μεταβατική αυτή φάση χρειαζόμαστε σταθερότητα, μέσα από μια νέα συμφωνία των βασικών πολιτικών δυνάμεων της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, για μια νέα Κυβέρνηση Ειδικού Σκοπού που θα στηριχθεί από την παρούσα Βουλή. Μια συμφωνία η οποία θα είναι συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα (έως τον Ιούνιο του 2016) και θα περιέχει τα κρίσιμα θέματα που έχουμε στην ατζέντα του επόμενου διαστήματος, προς αντιμετώπιση. Διαπραγμάτευση για το χρέος, εκλογή του ΠτΔ, αλλαγές στον εκλογικό νόμο και στο Σύνταγμα. Είναι τρεις άξονες θεμάτων που καμιά δύναμη από μόνη της δεν μπορεί, αλλά και δεν πρέπει να επιδιώξει να τα αντιμετωπίσει από μόνη της. Είναι θέματα κρίσιμης εθνικής σημασίας που από μόνα τους, και αν ακόμη δεν είχαμε την κρισιμότητα της περιόδου, απαιτούν σημαντικά αυξημένες πλειοψηφίες για την αντιμετώπισή τους. Επίσης τα θέματα είναι τέτοια που όλοι θα ωφεληθούν από μια τέτοια συμφωνία. Κυρίως όμως θα ωφεληθεί η χώρα, από άσκοπες εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς αποτέλεσμα και με άγνωστες επιπτώσεις σε όσα καταφέραμε μέχρι σήμερα. Και ώριμα και αφού έχουμε αντιμετωπίσει αυτά τα κεφαλαιώδη θέματα, οι πολίτες με την ψήφο τους θα κρίνουν για την πορεία της χώρας και ποιους θέλουν να κυβερνούν, στις εκλογές που θα συμφωνηθεί πότε θα γίνουν με τελικό ορίζοντα τον Ιούνιο του 2016.
Έστω και την ύστατη ώρα οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας ας δείξουν την ωριμότητα που απαιτούν οι στιγμές και ας διαψεύσουν όσους (μεταξύ αυτών και εμένα) δεν αισιοδοξούν ότι θα μπορέσουμε τελικά να συνεννοηθούμε.

4-10-2014
Κώστας Χαϊνάς