Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Συζήτηση στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ : Τοπίο στην ομίχλη

Η «κόντρα» Αλαβάνου – Τσίπρα και η παραίτηση του πρώτου : Τοπίο στην ομίχλη, άλλοθι για κάποιους από την ηγεσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ώστε για άλλη μια φορά να μη συζητήσει επί της ουσίας και ανοικτά στην κοινωνία και με την κοινωνία, τα πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα των επιλογών της.

Έτσι εξελίσσεται μετεκλογικά το όλο θέμα. Λες και το ζήτημα της διάψευσης των προσδοκιών με το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών για την αριστερά, εξαντλείται σε κάποιες προσωπικές διαφορές και διαφωνίες στην εκλογική τακτική. Ασφαλώς ότι στο debate πήγε ο Αλέκος και όχι ο Αλέξης δημιούργησε κάποια σύγχυση. Ο εξοβελισμός ενός επιτυχημένου ευρωβουλευτή όπως ο Παπαδημούλης, από τους κομματικούς συσχετισμούς στην τρίτη θέση, δημιούργησε κάποιες απογοητεύσεις. Όπως επίσης και κάποια άλλα θέματα που ακούστηκαν στις δημόσιες ομιλίες του ηγετικού δίδυμου του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μετά τις ευρωεκλογές. Δεν υποτιμώ καθόλου αυτά τα ζητήματα. Έχουν ασφαλώς τη σημασία τους και ίσως αν τα είχαν χειριστεί καλύτερα αυτά τα θέματα, να είχε λίγο καλύτερες εκλογικές αποδόσεις.
Όμως δεν είναι η ουσία της μειωμένης εκλογικής απήχησης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα ζητήματα.
Η ουσία είναι η στρατηγική και οι πολιτικές του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Αυτές έκριναν οι πολίτες και γι’ αυτές ψήφισαν ή απείχαν.
Οι πολίτες «δοκίμασαν» το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εκλογές του 2007 για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίνοντάς του μεγάλα δημοσκοπικά ποσοστά. Σταθερά από το 2004 έδειχναν με πολλούς τρόπους ότι αναζητούσαν μια πειστική εναλλακτική λύση. Βλέποντας το ΠΑΣΟΚ εγκλωβισμένο στις εσωκομματικές διαμάχες του αλλά και μη τολμώντας να αναμετρηθεί με τη δική του εικοσαετία, έψαχναν μια άλλη πολιτική πρόταση. Ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία για την αριστερά να αναδειχτεί στην μεγάλη δύναμη που θα άνοιγε έναν νέο εναλλακτικό δρόμο απέναντι στον δικομματισμό που βασιλεύει στη χώρα μας από τη μεταπολίτευση. Όμως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έκανε ότι μπορούσε για να απαξιωθεί και να διαψεύσει όλους αυτούς που τον «δοκίμαζαν».
Τα παραδείγματα αναρίθμητα.
Στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, συντάχθηκε με τις πιο καθυστερημένες, συντηρητικές και συντεχνιακές αντιλήψεις που πολέμησαν την ενοποίηση των ταμείων και την διαιώνιση των διακρίσεων των εργαζομένων Ελλήνων, σε πατρικίους και πληβείους του ασφαλιστικού συστήματος. Συντάχθηκε με τις διεκδικήσεις συντεχνιών που απαιτούσαν εξαιρέσεις από την ενοποίηση, ειδικές παροχές και άλλα προνόμια που είχαν εξασφαλίσει από το πελατειακό κράτος του δικομματισμού. Αντί να πρωταγωνιστήσει για μια μεγάλη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, που θα διασφάλιζε την δίκαιη ασφαλιστική κάλυψη όλων των εργαζομένων και ιδιαίτερα των νεότερων και μελλοντικών γενεών, περιορίστηκε στην καταγγελία και στην υπεράσπιση κάποιων «κεκτημένων» ιδιαίτερα κρατικοδίαιτων συντεχνιών.
Στα πανεπιστήμια, γοητευμένος από την μεγάλη αντίθεση στη τροποποίηση του άρθρου 16, το οποίο σημειωτέον είχε μετατραπεί σε σύγχρονο λάβαρο της επανάστασης στο λόγο του, έδινε την εντύπωση ότι στήριζε άκριτα κάθε είδους κατάληψη και κινητοποίηση. Η εικόνα που δεχόταν η κοινή γνώμη ήταν ότι αν δεν πρωταγωνιστούσε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον δεν καταδίκαζε πρακτικές, όπως η αρπαγή της κάλπης (!), για να μην εφαρμοστεί ο νόμος της κ. Γιαννάκου, που καθιέρωνε την καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στην εκλογή των οργάνων διοίκησης. Μια προοδευτική αλλαγή (τουλάχιστον όσον αφορά τη καθολική ψηφοφορία), που ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν την δέχθηκε, τασσόμενος ουσιαστικά με το αμαρτωλό καθεστώς των συναλλαγών κάποιων φοιτητικών παρατάξεων και ορισμένων καθηγητών. Παρακολούθησε και παρακολουθεί ακόμη σχεδόν αμήχανα, τις βιαιοπραγίες και τους προπηλακισμούς κάποιων ομάδων απέναντι σε πανεπιστημιακούς καθηγητές, χωρίς να τις καταδικάζει απερίφραστα και χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αντί να πρωταγωνιστήσει με τις λιγοστές του δυνάμεις, σε μια νέα συνεννόηση και στην υπέρβαση του σημερινού τέλματος του φοιτητικού κινήματος με τη μη λειτουργία των συλλόγων και της ΕΦΕΕ, υπερασπίστηκε μια παρωχημένη αντίληψη και νοοτροπία για το πανεπιστημιακό άσυλο που έχει μετατραπεί από καθεστώς ελεύθερης διακίνησης των ιδεών σε καθεστώς να εμποδίζονται να ακουστούν απόψεις που δεν αρέσουν σε κάποιους, ουσιαστικά σε άσυλο παρανομούντων και ομάδων κάθε είδους καταστροφής.
Η αλαζονεία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ εκφράστηκε σε πολλές στιγμές την προηγούμενη περίοδο. Από τους απρεπείς χαρακτηρισμούς που απέδιδε στους πολιτικούς του αντιπάλους, μέχρι την εικόνα που έδινε, ωσάν να είχε εξουσιοδότηση να μιλάει εκ μέρους όλου του λαού και όλων των εργαζομένων. Δείγμα αυτής της αλαζονικής συμπεριφοράς των ηγετικών στελεχών του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα μετά τη δημοσκοπική του άνοδο, ήταν η διαχείριση της νεολαιίστικης εξέγερσης του Δεκέμβρη, όταν προσπάθησε να εμφανισθεί αν όχι ως εκπρόσωπος και γνήσιος εκφραστής της νεολαίας και των ανησυχιών της, τουλάχιστον ως ο μοναδικός της υπερασπιστής, μπερδεύοντας την ερμηνεία της εξέγερσης και τα κοινωνικά αίτια που την δημιούργησαν με την άσκηση μιας υπεύθυνης πολιτικής. Τουλάχιστον δεν έκανε καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να διαχωρίσει έγκαιρα τη θέση του με πρακτικές που δεν συνάδουν με την αριστερά, δημιουργώντας συγχύσεις και απογοητεύσεις σε μεγάλη μερίδα πολιτών.
Σε μια έξαρση κρατισμού, για κάθε πρόβλημα ως λύση είχε την κρατικοποίηση. Έννοιες όπως η αξιολόγηση σχεδόν χάθηκαν από το λεξιλόγιο του. Στα πλαίσια ενός καταχρεωμένου και σχεδόν χρεωκοπημένου κράτους, ως απάντηση στη κρίση ζητά 100.000 νέες προσλήψεις στο δημόσιο, χαϊδεύοντας κατ’αρχήν τα αυτιά κάποιων ανέργων, ταυτόχρονα όμως θυμίζει σε πολλούς το μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και της ισοπεδωτικής φτώχειας και μιζέριας που συνόδευε αυτό το αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο σύστημα.
Και το σημαντικότερο σ’ αυτές τις ευρωεκλογές, έγινε πιο ξεκάθαρη η ολική επαναφορά του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σε εθνοκεντρικές θέσεις. Σε μια περίοδο που γίνεται φανερό σε όλο και περισσότερους ότι τα προβλήματα αποκτούν διεθνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα, άρα χρειάζονται και πολιτικές ανάλογης εμβέλειας. Και εμείς ως χώρα ενώ βρισκόμαστε σε έναν τέτοιο υπερεθνικό σχηματισμό που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αντί να αγωνισθεί για την συνέχιση και εμβάθυνση της δημοκρατικής ολοκλήρωσης, για μια Ευρώπη πιο ευαίσθητη κοινωνικά, για έναν παράγοντα διεθνούς ειρήνης και συνεργασίας, ζητά την κατάργηση όλων των ευρωπαϊκών συνθηκών.
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα παραδείγματα, χαρακτηριστικά δείγματα της πολιτικής που άσκησε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ το προηγούμενο διάστημα και που κατά τη γνώμη μας βρίσκεται η ουσία της μειωμένης του εκλογικής επιρροής.
Αν νομίζουν κάποιοι στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ότι οι πολίτες δεν παρακολούθησαν αυτά τα θέματα και δεν τον αξιολόγησαν γι αυτά, κάνουν λάθος.

Σ’αυτά τα πρωτεύοντα θέματα της πολιτικής του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ θα θέλαμε να ακούσουμε τους κ.κ. Αλαβάνο και Τσίπρα όπως και τους υπόλοιπους της ηγεσίας του να τοποθετηθούν και όχι στα δευτερεύοντα.

Δυστυχώς οι τάσεις στον ΣΥΝ ανεξάρτητα ποια πλευρά έχει την κύρια ευθύνη, αντί για ελεύθερα ρεύματα ιδεών έχουν μετατραπεί σε μικρούς κομματικούς στρατούς που στοιχίζονται κάθε φορά με τις θέσεις που παίρνει μια μικρή κομματική ηγετική ομάδα, χωρίς διαβούλευση με την κοινωνία και μεταξύ τους, χωρίς τη βάσανο της σύνθεσης των ιδεών. Και γιαυτό και Συνέδριο να κάνει τώρα ο ΣΥΝ μάλλον μία από τα ίδια θα προκύψουν. Ίσως χρειάζονται ριζικότερες ανατροπές και στον τρόπο λειτουργίας και στον τρόπο αποφάσεων στις μεγάλες επιλογές με τη μέγιστη συμμετοχή της κοινωνικής αριστεράς.

Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ/ΣΥΡΙΖΑ σήμερα έχει κρίση ταυτότητας. Αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό πρέπει να απασχολήσει την ηγεσία του. Εκτός αν θέλουν να συνεχίσουν να είναι ένα κόμμα διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Αυτό ασφαλώς μπορεί να το επιλέξουν, αλλά να ξέρουν ότι μάλλον δεν ενδιαφέρει την κοινωνία και τους πολίτες.

Κώστας Χαϊνάς
20 Ιουνίου 2009

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Μετανάστης, ένας παγκόσμιος πολίτης

Μια λέξη που όταν την ακούμε έρχονται στο μυαλό μας πολλές εικόνες σε όλους μας ανάλογα με τις εμπειρίες του.

Του πατέρα ή του παππού μας που είχε ταξιδέψει κάποιες δεκάδες χρόνια πριν στην Γερμανία, στην Αμερική, στην Αυστραλία αναζητώντας καλύτερες μέρες...
Την δική μας ίσως όταν κάποιες δεκαετίες πριν κατά χιλιάδες εγκαταλείψαμε τα χωράφια και τα σπίτια μας από κάποια επαρχία της Ελλάδας, στοιβαζόμενοι στις νέες συνοικίες της πρωτεύουσας ή στα άλλα αστικά κέντρα της χώρας, σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας...
Του πρωταγωνιστή της ταινίας που ταξίδεψε σε πολλές χώρες και άλλους τόπους αναζητώντας την Ιθάκη του...
Ο σύγχρονος μετανάστης που συναντάμε στην Ομόνοια, στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Πάτρα, είναι αυτός ο πολίτης του κόσμου που παρατάει κάθε τι πίσω του, πληρώνοντας από το υστέρημά του, χρεωμένος ακόμη και με τη μελλοντική του εργασία τον δουλέμπορο, για να τον μεταφέρει στη γη της επαγγελίας που ακούει στο όνομα Ελλάδα, Ευρώπη, πρώτος κόσμος...
Η μετανάστευση δεν ήταν πάντα, ούτε είναι πάντα κατάρα. Μπορεί να είναι και δημιουργία, μπορεί να είναι και ανανέωση μιας κοινωνίας. Ο νέος κόσμος της Αμερικής δημιουργήθηκε από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα από την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική στους προηγούμενους αιώνες.
Στη χώρα μας οι μετανάστες (νόμιμοι και μη νόμιμοι), μετά τη δεκαετία του ογδόντα συνέβαλλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της χώρας. Με τις εισφορές τους έδωσαν ανάσες ζωής στα ασφαλιστικά μας ταμεία. Ανέλαβαν να κάνουν εργασίες που υποτιμούσαμε να κάνουμε εμείς οι ντόπιοι. Ταυτόχρονα είναι γνωστά σε όλους μας γεγονότα όπως, της στυγνής εκμετάλλευσης μεταναστών από ορισμένους ντόπιους στα χωράφια με μικρές αμοιβές και χωρίς ασφάλιση. Των εκβιασμών πολλών μεταναστών από κυκλώματα που δρουν σε δημόσιες υπηρεσίες για την πολυπόθητη πράσινη κάρτα παραμονής, με τη «βοήθεια» μάλιστα και κάποιων δικηγόρων, έναντι βέβαια αδρών αμοιβών. Με την ενοικίαση ενός δωματίου σε δέκα μετανάστες, όπου δεν μοιραζόταν όμως το ενοίκιο, αλλά ο κάθε μετανάστης έδινε το δικό του ενοίκιο. Και άλλα πολλά όχι και τόσο κολακευτικά για την κοινωνία μας.
Τα τελευταία χρόνια όμως οι ρυθμοί εισδοχής στη χώρα μας ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Τα στοιχεία που έχουμε και τα οποία δεν είναι πλήρη και ακριβή, αλλά κυρίως οι εικόνες που παίρνουμε καθημερινά δείχνουν ότι έχουμε ξεπεράσει τις δυνατότητες της χώρας. Οι δυνατότητας ένταξης αυτών των ανθρώπων στις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας, έχουν από καιρό εξαντληθεί. Έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Και μάλιστα οι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος άργησαν πολύ να το συνειδητοποιήσουν αν και η κοινωνία εξέπεμπε μηνύματα το προηγούμενο διάστημα. Όποιος δεν το βλέπει αυτό τότε στρουθοκαμηλίζει, παριστάνοντας απλά τον αντιρατσιστή. Αφήνει άθελά του ή συνειδητά δεν έχει σημασία, να δημιουργηθούν και να αναπτυχθούν τα πιο ξενοφοβικά σύνδρομα στους ανθρώπους, σπρώχνοντας τους στην αγκαλιά των πιο ρατσιστικών και εθνικιστικών πολιτικών. Όποιος επίσης μένει στα συνθήματα και δεν προτείνει κάτι συγκεκριμένο εκτίθεται. Όπως κάποιες ανέφικτες προτάσεις όπως, να καταργηθούν οι ευρωπαϊκές συνθήκες για την εσωτερική μετακίνηση εντός της ΕΕ ή να ανοίξουμε τα σύνορα και να πάνε όπου θέλουν οι μετανάστες (!) είναι απλά λαϊκισμός.
Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από διάφορους φορείς, όπως να ενισχύσουμε τη φύλαξη των συνόρων για την αντιμετώπιση της μη νόμιμης μετανάστευσης, να δημιουργήσουμε κέντρα φιλοξενίας μεταναστών και μια σειρά άλλα μέτρα που ακούστηκαν τελευταία, δεν μπορεί να απορρίπτονται επειδή δεν μας αρέσει αυτός που τις κάνει. Χρειάζεται να εξετάζονται πολύπλευρα, ιδιαίτερα όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους και ασφαλώς με κριτήριο των ανθρωπισμό τους, γιατί έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους και όχι με αριθμούς.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά την Ελλάδα, τη Μάλτα, την Ιταλία και κάποιες άλλες χώρες. Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και αφορά την παγκόσμια κοινότητα.
Οποιοδήποτε μέτρο και να παρθεί σήμερα για την αντιμετώπιση του θέματος, δεν αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες που γεννούν το πρόβλημα. Που είναι κυρίως οι μεγάλες οικονομικές ανισότητες στο σύγχρονο κόσμο, οι κάθε είδους πόλεμοι, τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα.
Αν συμφωνήσουμε στις διαπιστώσεις αυτές τότε θα συμφωνήσουμε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με κάποιες εθνικές πολιτικές. Αυτές οι πολιτικές μπορεί να ανακουφίσουν κάποιους συνανθρώπους μας ή να περιορίσουν προσωρινά κάποιες δραματικές επιπτώσεις (που ασφαλώς είναι κάτι), αλλά μακροπρόθεσμα δεν λύνουν το πρόβλημα.
Χρειάζονται πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες πολιτικές για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου προβλήματος, που λέγεται μετανάστευση. Πολιτικές που δεν θα αναγκάζουν αυτούς τους ανθρώπους να ξεριζώνονται από τον τόπο τους. Πολιτικές που θα τους διασφαλίζουν τα στοιχειώδη, πρώτα πρώτα ασφάλεια για τη ζωή τους και στην συνέχεια ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Αυτές οι πολιτικές είναι το ζητούμενο σήμερα. Και αυτές οι πολιτικές δεν μπορούν να δημιουργηθούν και να υλοποιηθούν από ένα κράτος. Χρειάζονται παγκόσμιες συνεννοήσεις και συμφωνίες. Ένα μεγάλο και λαμπρό πεδίο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τις πολιτικές δυνάμεις που πρόσφατα εξελέγησαν, για να καθορίσουν τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές πολιτικές. Και το θέμα δεν είναι απλά να μας δώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση κάποια επιπλέον κονδύλια για να εφαρμόσουμε μεταναστευτική πολιτική. Αυτά θα τα ζητήσουμε και θα τα πάρουμε μάλλον. Δεν λύνουν όμως ριζικά το πρόβλημα. Χρειάζεται η ΕΕ αλλά και η παγκόσμια κοινότητα να χαράξει νέες πολιτικές απέναντι στις χώρες του λεγόμενου τρίτου και τέταρτου κόσμου. Να παρέμβει στους διεθνείς οργανισμούς και στα παγκόσμια φόρουμ, στην διαμόρφωση πλανητικών πολιτικών για τα θέματα της ανάπτυξης αυτών των κόσμων. Ίσως είναι καιρός να αναζητήσουμε κάποιες πολιτικές μορφές μιας δημοκρατικής πλανητικής διακυβέρνησης, αφού πλέον και ο ΟΗΕ αποδεικνύεται όλο και περισσότερο, τουλάχιστον ανεπαρκής.
Το θέμα των μεταναστών είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που δικαιώνει όλους αυτούς που εναντιώνονται στην εθνική περιχαράκωση και αγωνίζονται για περισσότερη πολιτική και δημοκρατική Ευρώπη. Ο μετανάστης μέσα από την αγωνία του και το δράμα του αναδεικνύει τον σύγχρονο παγκόσμιο πολίτη. Έναν πολίτη που έχει ίδια δικαιώματα στη ζωή με όλους μας.
Όσο αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ειρήνη, δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν υγεία, δεν έχουν παιδεία, εξ αιτίας των πολέμων και των πολιτικών των οικονομικά ισχυρών, θα φεύγουν από τις πατρίδες τους και θα συνωστίζονται έξω από τα σπίτια των ευρωπαίων.
Και να είστε σίγουροι, εάν δεν αλλάξουν οι συνθήκες ζωής τους στις ίδιες τις πατρίδες τους, (που πολλές φορές δεν ευθύνονται οι ίδιοι), όσο και καλά να φυλάμε τα σύνορα με πολεμικά πλοία και στρατό, αυτοί θα έρχονται κολυμπώντας, γιατί δεν υπολογίζουν τίποτα, αφού και τη ζωή τους να χάσουν κολυμπώντας, στην πατρίδα τους ήδη την θεωρούν ξοφλημένη.


Κώστας Χαϊνάς
Ιούνιος 2009

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Σκέψεις για μια νέα ιδρυτική πράξη για την αριστερά

Η εκλογική επιρροή της αριστεράς κάθε απόχρωσης και σ’αυτές τις ευρωεκλογές, παρότι η ψήφος είναι πιο ελαστική, κυμάνθηκε στα γνωστά ποσοστά της. Ο δικομματισμός παρά τη μικρή κάμψη του, κράτησε σε γενικές γραμμές τις δυνάμεις του και αν δούμε και τη σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων του ΛΑΟΣ, τότε μαλλον έχουμε μιαν ενίσχυση της πολιτικής εκπροσώπησης των πιο φοβικών, συντηρητικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας.
Το ΚΚΕ παρά τις θεωρίες συνομωσίας περί προβοκάτσιας, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις ψήφους που πήρε το 2007 αλλά ούτε αυτούς που το ψήφισαν στις ευρωεκλογές του 2004.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργώντας προεκλογικά μεγάλες προσδοκίες, πήρε τελικά τα γνωστά ποσοστά του, με μια μια μικρή κάμψη των δυνάμεών του σε σχέση με το 2007.
Οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ κατάφεραν να εκλέξουν ευρωβουλευτή, αφού αύξησαν σημαντικά τις δυνάμεις τους σε σχέση με το 2007 αλλά και με το 2004. Βεβαίως μένουν πολλά να δείξουν ακόμη και να αποδείξουν ότι μπορούν να εκφράσουν μια σοβαρή και ολοκληρωμένη προοδευτική εναλλακτική πολιτική πρόταση και ότι δεν αποτελούν το χώρο που συγκεντρώνει απλά την διαμαρτυρία.
Συμπέρασμα : Η αριστερά σήμερα με τη μορφή των δύο πόλων της (ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ) δεν αποτελεί μια εναλλακτική πειστική επιλογή για τους πολίτες.
Κάποια προσέγγιση λέει ότι φταίει η έλλειψη ενότητας της αριστεράς και ότι εάν είχαμε την κατάσταση του 1989 με τον ενιαίο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ίσως ναι ίσως όχι. Σήμερα όμως είναι 2009 και η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.
Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι βαθύτερο και συνδέεται με τη φυσιογνωμία και τη στρατηγική της αριστεράς. Και εξηγούμαι, σημειώνοντας μόνο τρεις πλευρές της φυσιογνωμίας και της στρατηγικής της αριστεράς σήμερα.

1. Η αριστερά δεν έχει κόψει ακόμη αποφασιστικά και τελεσίδικα τον ιδεολογικό ομφάλιο λώρο με τον πάλαι ποτέ «υπαρκτό σοσιαλισμό». Και αυτό γιατί δεν έκανε ποτέ μια βαθειά επανεκτίμηση αυτού του συστήματος. Και εννοούμε βασικά στα θέματα των οικονομικών και παραγωγικών σχέσεων αυτού του συστήματος, στη μη λειτουργία της αγοράς, στη δικτατορία του ενός κόμματος, στα θέματα της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών και σε μια σειρά άλλα προβλήματα που συνδέθηκαν με το σύστημα αυτό και έχουν αφήσει βαθειές αρνητικές εντυπώσεις στους πολίτες. Και κυρίως για το θέμα του ρόλου και της λειτουργίας του Κράτους. Οι πολιτικές της αριστεράς σήμερα σε μια σειρά θέματα στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, έχουν έναν έντονο κρατισμό, απόρροια αυτής της ιδεολογικής προσέγγισης, ανεξάρτητα εάν έχει αποδειχθεί και στη χώρα μας ότι κάθε κρατικό δεν σημαίνει και φιλολαϊκό. Ούτε πείθει το επιχείρημα, ότι το σοσιαλιστικό κράτος θα είναι διαφορετικό. Γιατί αυτό το συνδέουν με το «υπαρκτό σοσιαλιστικό» κράτος, της ανελευθερίας και του χαμηλού επιπέδου κοινωνικής ευημερίας που διασφάλισε για τους πολίτες του το σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Άρα χρειάζεται να γίνει μια μεγάλη τομή μέσα στην αριστερά που θα κόψει κάθε σχέση και κάθε δεσμό με τον κρατισμό, την ανελευθερία και τον καταναγκασμό που συνδέθηκαν με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Και αυτό πρέπει να εκφράζεται σε όλες τις πολιτικές της σήμερα.
2. Η αριστερά σήμερα δεν μπορεί να θεωρεί κάθε εκσυγχρονισμό, κάθε μεταρρύθμιση ενσωμάτωση στο σύστημα και στο όνομα αυτό να τις καταδικάζει ως φιλελευθερισμό και να τελειώνει. Έχοντας μια σχηματική και αντιδιαλεκτική προσέγγιση για την κίνηση της ιστορίας, θεωρεί κάθε μεταρυθμιστικό μέτρο μικρό ή μεγάλο, που παίρνεται στα πλαίσια αυτού του συστήματος «ρετουσάρισμα» του. Κάθε μέτρο που θα βοηθούσε τη κίνηση της κοινωνίας προς τα εμπρός, η αριστερά αντί να το ενισχύει και να το προωθεί, συνήθως το καταδικάζει και το καταγγέλλει, ως ψευτοβελτιώσεις του συστήματος και ψευδαίσθηση αλλαγής. Στο όνομα κάποιας αντικαπιταλιστικής ρητορείας, ξεχνάει ένα βασικό συμπέρασμα που έχουμε από την ίδια την ιστορική εξέλιξη. Σε όλες τις μεταβάσεις από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο π.χ. από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό, δεν έχουμε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης του ενός και έναρξης του επόμενου. Αυτά τα δύο συστήματα συνυπήρξαν για πολλά χρόνια, δεκατετίες, ίσως και αιώνες ολόκληρους. Σε μερικές χώρες ακόμη και σήμερα, ίσως να έχουμε κατάλοιπα φεουδαρχικών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι η ροή της ιστορίας δεν είναι ευθύγραμμη και γραμμική. Ότι κάποια στιγμή τελειώνουμε με τον καπιταλισμό και αρχίζουμε την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτό έγινε και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Τουλάχιστον στην αρχή που οι προθέσεις ήταν πιο αγνές, πίστεψαν ότι μπορούσαν να «χτίσουν» αμέσως το σοσιαλισμό. Και γιαυτό είχαμε αυτές τις αντιδημοκρατικές μεθοδέυσεις, με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση, με τη βία να καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων, υποτίθεται για το κοινό καλό, που στην συνέχεια έγιναν καθεστώς καταναγκασμών, ανελευθερίας, απαγορεύσεων, σταλινισμός. Και όλα αυτά στο όνομα ενός «ιερού» σκοπού. Του «σοσιαλισμού». Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ένα ρητό με εγκληματικές επιπτώσεις στους ανθρώπους, ακόμη και στην ζωή τους. Όποιος δεν συμφωνούσε ήταν εχθρός του «σοσιαλισμού». Ο αγώνας όμως για μια καλύτερη κοινωνία είναι συνεχής και διαρκής και μάλλον αέναη και άπειρη όπως είναι η ζωή στη φύση, αφού αφορά αλλαγές στη συνείδηση των ανθρώπων και όχι για κάποιο κατασκεύασμα που επιβάλλεται από τα «πάνω» και με τη βία. Και γίνεται ασφαλώς και από τα «πάνω» και κυρίως από τα «κάτω». Με αλλαγές κυρίως στις συνειδήσεις των ανθρώπων και όχι με βία και με αναγκαστικές πολιτικές. Η αριστερά σήμερα δεν μπορεί να είναι αρνητική στις μεταρρυθμίσεις του συστήματος και ας είναι στα πλαίσια του συστήματος. Και ας προτείνονται και από άλλους πολιτικούς φορείς. Το κριτήριο για την αριστερά δεν μπορεί να είναι από ποιον προωθείται κάποια πολιτική, ούτε εάν αποτελεί κάτι ολοκληρωμένο και ριζικό σύμφωνα με την δική της συνολική αντίληψη, αλλά εάν το κάθε μέτρο είναι σε όφελος μιας καλύτερης κοινωνίας και αν προσθέτει κάτι στην υπόθεση αυτή. Οι μεταρυθμίσεις μπορεί να γίνονται στα πλαίσια του συστήματος, και να ενσωματώνονται στο σύστημα, αλλά η αριστερά δεν είναι ανάγκη να ενσωματώνεται στο σύστημα και αυτό να είναι μια ειδοποιός διαφορά της. Η αριστερά μέσα από την προώθηση των μεταρυθμίσεων να δείχνει το μέλλον και την προοπτική. Και κυρίως να πείθει. Και να αλλάζει συνειδήσεις. Κριτήριο για την ορθότητα ενός μέτρου, είναι εάν αυτό καλυτερεύει τη ζωή των πολλών και κυρίως των κοινωνικά αδυνάτων. Εάν αυτό είναι αντικειμενικά και καλυτέρευση του καπιταλισμού λίγο έχει σημασία και σε τελευταία ανάλυση γιατί είναι κακό να καλυτερεύουμε το υπάρχον σύστημα, τον υπάρχοντα τρόπο ζωής και ας το λέμε και καπιταλισμό. Οι πολίτες μέσα απ’αυτή τη διαδικασία συνειδητοποιύν την πορεία προς το καλύτερο. Γιατί τις λύσεις πρέπει να τις αναζητήσουμε στο σήμερα και όχι να τις αναβάλλουμε σε κάποιο αδιόρατο σοσιαλιστικό αύριο. Και αυτό θέλουν και οι άνθρωποι. Γιαυτό ψηφίζουν τα κόμματα. Για το σήμερα και όχι για κάποιο καλύτερο αύριο, που είναι στα μυαλά κάποιων και θέλουν να το κάνουν πεποίθηση και στην κοινωνία.
3. Στενά δεμένο με τα προηγούμενα είναι η εγκατάλειψη ουσιαστικά της πολιτκής μιας ευρωπαϊκής αριστεράς, με σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό, με την έννοια της εμβάθυνσης της δημοκρατίας, την κοινωνική συνοχή των λαών της Ευρώπης, την αλληλεγγύη, την από κοινού αντιμετώπιση των μεγάλων παγκόσμιων προκλήσεων της εποχής από τους λαούς της Ευρώπης. Έτσι παρακολουθούμε μια ολική επαναφορά της αριστεράς σε πολιτκές εθνικές περιχαράκωσης. Η πρότασή της είναι άρνηση σε όλα. Κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας, κατάργηση της συμφωνίας του Μάαστριχτ, κατάργηση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Όμως αυτές οι συμφωνίες ουσιαστικά είναι οι βάσεις ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατάργησή τους στη χώρα μας σημαίνει και αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό προτείνει αβασάνιστα το ΚΚΕ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ με τις τελευταίες προσεγγίσεις του ουσιαστικά το ίδιο λέει. Όμως ας δούμε τα πράγματα πιο ρεαλιστικά. Η συνάντηση είκοσι επτά ευρωπαϊκών χωρών και η λειτουργία τους, στα πλαίσια έστω και αυτού του αδύνατου δημοκρατικά θεσμικού πλαισίου, που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί μια σημαντική προοδευτική εξέλιξη, σε μια ήπειρο που τον πορηγούμενο αίωνα έζησε δύο αιματηρούς παγκόσμιους πολέμους. Σήμερα σε έναν αβέβαιο κόσμο, όπου διαμορφώνονται νέο παγκόμιοι πόλοι όπως η Κίνα, η Ινδία, η Λατινική Αμερική, η παρουσία μιας ενιαίας και ισχυρής Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει για την παγκόσμια κοινότητα. Και όσο πιο δημοκρατική γίνεται αυτή η Ευρώπη, όσο περισσότερο βαθαίνει η δημοκρατία και η συμμετοχή των πολιτών στις διεργασίες αυτές, τόσο καλύτερα για τους λαούς της Ευρώπης. Η αποχή των πολιτών από τις ευρωεκλογές δείχνει μια απαξίωση στην ιδέα μιας ανίσχυρης και γραφειοκρατικής Ευρώπης. Η ερμηνεία κάποιων ότι η μεγάλη αποχή των ευρωπαίων πολιτών από τις πρόσφατες εκλογές είναι στοιχείο ότι οι πολίτες δεν θέλουν την Ευρώπη είναι κατά τη γνώμη μας βαθειά λανθασμένη. Γιατί μια άλλη ερμηνεία είναι, ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θέλουν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πιο δημοκρατική, που θα εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία της, που θα «ξεφύγει» από τα στενά πλαίσια μιας οικονομικής ένωσης, που θα γίνει μια πολιτική οντότητα με ισχυρή φωνή στα παγκόσμια προβλήματα, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής συνοχής, των παγκόσμιων ανισοτήτων. Ασφαλώς η σημερινή ένωση έχει τεράστια ελλείμματα δημοκρατίας. Όμως αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο για την αριστερά. Το να καταγγέλλεις μόνο δεν βγάζει τίποτε. Απλά βοηθάς να διαιωνίζεται η ίδια κατάσταση. Αντί να καταγγέλλει λοιπόν, να μιλήσει για τα θέματα αυτά, για μια δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να δώσει ένα νέο όραμα, αυτό το όραμα που λείπει σήμερα από τους ευρωπαίους πολίτες. Κάποιοι λένε ότι δεν γίνεται τίποτα αφού κυριαρχούν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, παρά μόνο εάν ανατραπεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ασφαλώς στην Ευρωπαϊκή Ενωση, έχουμε εκτός από τους πολίτες της και τα οικονομικά μονοπώλια, τις πολυθενικές, το μεγάλο κεφάλαιο, τις πολεμικές βιομηχανίες. Ασφαλώς οι δυνάμεις αυτές προσπαθούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις και το ευρωπαϊκό γίγνεσθει, όπως αυτές θα ήθελαν. Χωρίς να απλουστεύουμε τα πράγματα, γιατί οι εξελίξεις δεν καθορίζονται από κάποιες λέσχες δυνατών που συνεδριάζουν κρυφά και αποφασίζουν (γίνεται και αυτό βέβαια χωρίς να σημαίνει ότι τις καθορίζουν αποκλειστικά), ταυτόχρονα υπάρχουν και εκατομμύρια πολίτες που μπορούν και αυτοί όχι απλά να επηρεάσουν αλλά να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις, αφού είναι εκατομμύρια φορές περισσότεροι. Σ’αυτήν λοιπόν την Ευρώπη, την ευρώπη των αντιφάσεων, των συγκρούσεων, των ανισοτήτων, χρειάζεται η αριστερά να δράσει και να πείσει για το όραμά της τους πολίτες, αντί απλά να την καταγγέλλει. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία η αριστερά θα κερδίζει τους πολίτες και θα αλλάζει τους συσχετισμούς για μια Ευρώπη της προόδου, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας.

Πολλά άλλα παρόμοια θέματα θα μπορούσαν να αναφερθούν.
Αν η αριστερά δεν δει αυτά τα θέματα σήμερα, δεν έχει κανένα νόημα να υπάρχει έτσι για να υπάρχει σε οποιαδήποτε μορφή, ενωμένη ή χωριστά. Κατά τη γνώμη μου χρειάζεται μια επανίδρυση της σύγχρονης δημοκρατικής αριστεράς.


Κώστας Χαϊνάς

Χαλκίδα 10 Ιουνίου 2009

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Κάποιες πρώτες σκέψεις για τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών στις 7 Ιουνίου 2009

Τι εκφράζει η αποχή για ένα τμήμα της κοινωνίας που δεν απείχε στις Ευρωεκλογές λόγω κάποιας γενικής απολιτικότητας.

Την απογοήτευση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας των πολιτών, που κάθε φορά γίνεται μεγαλύτερο, απέναντι στο πολιτικό σύστημα της χώρας συνολικά.
Την διαμαρτυρία ενός τμήματος των πολιτών απέναντι στο κόμμα που ψηφίζει στις εθνικές εκλογές, που θέλει να την εκφράσει με την αποχή του και όχι με την προτίμηση κάποιου άλλου κόμματος.
Την αδιαφορία ενός τμήματος των πολιτών απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ή την μη κατανόηση του ρόλου και της σημασίας τους, στοιχείο που δείχνει το δρόμο για μια πιο ουσιαστική προσέγγιση των ευρωπαϊκών θεμάτων, στα πλαίσια της κάλυψης των σημερινών δημοκρατικών ελλειμμάτων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τι εκφράζουν τα αποτελέσματα για τα πολιτκά κόμματα.

Ένα γενικό συμπέρασμα για το δικομματισμό

Ο δικομματισμός καλά κρατεί, διαψεύδοντας όσους πρότρεξαν και μίλησαν για το τέλος του. Παρά την μικρή σχετικά υποχώρηση που έχει, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, σε αντίθεση με αντίστοιχα σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συγκέντρωσαν περίπου το 70% των έγκυρων ψήφων.
Τα μικρότερα υπάρχοντα κόμματα της σημερινής βουλής και ειδικότερα τα κόμματα της αριστεράς, δεν αποδείχθηκαν πειστικές εναλλακτικές λύσεις για πολλούς δυσαρεστημένους πολίτες που προτίμησαν είτε να απόσχουν, είτε να ενισχύσουν νέα και άλλα μικρότερα κόμματα.

Για τη Νέα Δημοκρατία

Οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, είτε με την αποχή τους, είτε με την επιλογή τους προς άλλα κόμματα και ιδιαίτερα προς το ΛΑΟΣ, έστειλλαν ένα ισχυρό μήνυμα προς τη Νέα Δημοκρατία, αποδοκιμασίας των πολιτικών που άσκησε και προσωπικά προς τον κ. Καραμανλή για τον τρόπο που χειρίσθηκε τα σκάνδαλα. Ασφαλώς και δεν έχουν τελειώσει όλα για τη Νέα Δημοκρατία. Στο επόμενο διάστημα θα δούμε τα περιθώρια ελιγμών και διαμόρφωσης εναλλακτικών επιλογών. Ο δικομματισμός όπως είπαμε μπορεί να είχε κάποια μικρή υποχώρηση, κρατά όμως τις βασικές του δυνάμεις και μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και εφεδρείες στο συντηρητικό τόξο του πολιτικού συστήματος. Άρα τα πράγματα στο πολιτικό σκηνικό θα διαμορφωθούν ανάλογα και με τον τρόπο που θα χειριστούν τα θέματα συμμαχιών και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας.

Για το ΠΑΣΟΚ

Τα αποτελέσματα έδωσαν ένα σαφές προβάδισμα στο ΠΑΣΟΚ και στον Γεώργιο Παπανδρέου έναντι της Νέας Δημοκρατίας και του κ. Καραμανλή. Όμως αυτές οι εκλογές δεν βγάζουν Κυβέρνηση, αλλά και να έβγαζαν, το ΠΑΣΟΚ δεν θα μποορύσε να συγκροτήσει Κυβέρνηση, ίσως ακόμη και με τον τελευταίο εκλογικό νόμο Παυλόπουλου, που δίνει ένα μεγάλο μπόνους στο πρώτο κόμμα. Με τα αποτελέσματα λοιπόν αυτά, οι πολίτες δεν έδωσαν ανοικτή επιταγή στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ούτε τον αέρα ενός σαφούς πολιτικού ρεύματος, ώστε να μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι διεκδικεί μιαν αυτοδύναμη πλειοψηφία στις επόμενες εθνικές εκλογές. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ μένει πολλά να δείξει ακόμη και κυρίως να πείσει ότι αποτελεί μέρος μιας φερέγγυας πολιτικής λύσης, χωρίς τα γνωστά αλαζονικά χαρακτηριστικά του πρόσφατου παρελθόντος του.

Για το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ με ποσοστό λίγο κατώτερο από τις επιδόσεις του στις εθνικές εκλογές του 2007, μπορούμε να πούμε ότι συγκράτησε γενικά το μεγάλο τμήμα των δυνάμεών του. Δεν μπόρεσε όμως να κερδίσει από τη δυσαρέσκεια προς το πολιτικό σύστημα νέους ψηφοφόρους, είτε ψηφοφόρους που δεν ήθελαν να ψηφίσουν τα υπάρχοντα κόμματα. Και αυτό κυρίως οφείλεται στον ένοτονο αντιευρωπαϊσμό που επέδειξε. Τα συνθήματα για ανυπακοή και απειθαρχία προς την ΕΕ, δεν έπιασαν τόπο, αφού τα αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις της, ούτε η πλειοψηφία των πολιτών έδειξε κάποια αντιευπωπαϊκή στάση όπως επεδίωκε, αφού σαφώς η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών προτίμησαν μια στάση κριτική ή όχι προς την ΕΕ, πάντως μέσα στα πλαίσιά της. Σε ένα βαθμό λοιπόν αυτός ο έντονος αντιευρωπαϊσμός του ΚΚΕ δεν βοήθησε να κερδίσει κάποιους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του πολιτικού συστήματος και τους έσπρωξε είτε στην αποχή είτε σε άλλα μικρότερα σχήματα. Επίσης ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να πάρει υπόψη της η ηγεσία του ΚΚΕ είναι ότι, σήμερα δυνάμεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με έντονο αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό, είναι πολιτικοί φορείς με αντιδραστικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Τι σχέση έχει ένας πολιτικός χώρος κατ’ εξοχήν διεθνιστικός –όπως τουλάχιστον θέλει να λέει ότι είναι το ΚΚΕ- με τις δυνάμεις αυτές; Τέλος η αποχή των ευρωπαίων πολιτών που θέλει να προσεταιριστεί το ΚΚΕ, τις περισσότερες φορές δεν προέρχεται από έναν γενικό αντιευρωπαϊσμό, αλλά μάλλον από την έλλειψη μιας σαφέστερης και βαθύτερης δημοκρατικής πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το ΛΑΟΣ

Η άνοδος του ΛΑΟΣ είναι ένα στοιχείο που μπορεί να οφείλεται σε ένα βαθμό στην μετατόπιση δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα δείχνει μια -μικρή έστω- ενίσχυση των φοβικών και εθνικιστικών χαρακτηριστικών σε ένα τμήμα της κοινωνίας μας. Αυτό ως στοιχείο σε συνδυασμό με την ενίσχυση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο παρόμοιων αντιευρωπαϊκών, ρατσιστικών, φοβικών και εθνικιστικών δυνάμεων είναι ένα θέμα που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τη δημοκρατική Ευρώπη και τις πολιτικές δυνάμεις που την συγκροτούν.


Για τους Οικολόγους – Πράσινους

Αποτελούν τους κερδισμένους των εκλογών, αφού παρά τις χυδαίες επιθέσεις που δέχθηκαν το τελευταίο διάστημα, κατάφεραν να συγκεντρώσουν την κρίσιμη πολιτική μάζα, που τους αναδεικνύει σε μια αυτόνομη πολιτική δύναμη. Πρέπει όμως να αποδείξει στην πράξη ότι δεν αποτελεί ένα απλό χώρο συγκέντρωσης της διαμαρτυρίας και της απογοήτευσης των πολιτών, αλλά μια πολιτική δύναμη που θέλει και μπορεί να συμβάλλει στη συνάντηση όλων εκείνων των δυνάμεων που αγωνίζονται για μια προοδευτική κατεύθυνση στη χώρα μας.

Για το ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον χαμένο των ευρωεκλογών, όχι τόσο γιατί συγκέντρωσε ένα ποσοστό λίγο μικρότερο απ’αυτό που συγκέντρωσε στις τελευταίες εθνικές εκλογές, τη στιγμή που πάντα στις ευρωεκλογές η ανανεωτική αριστερά συγκέντρωνε μεγαλύτερα ποσοστά σε σχέση με τα εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωνε στις εθνικές εκλογές. Αλλά κυρίως γιατί οι προσδοκίες που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, ήταν τελικά πολύ μεγαλύτερες απ’αυτές που πραγματικά μπορούσε.
Τα αποτελέσματα συνδέονται σαφώς με τις αντιευρωπαϊκές επιλογές της ηγεσίας του, που ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα απέκτησαν τον χαρακτήρα, μιας ολικής επαναφοράς σε φοβικές εθνοκεντρικές επιλογές, που αν και απογοήτευσαν πολλούς ψηφοφόρους του που τελικά όμως στο μεγαλύτερο τμήμα τους τον ψήφισαν, αλλά κυρίως όμως απομάκρυναν πολλούς εν δυνάμει ψηφοφόρους του.
Ασφαλώς συνδέεται και με τις πολιτικές που εφάρμοσε σε πολλά θέματα της εσωτερικής πολιτικής επικαιρότητας και πιο συγκεκριμένα με το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να πείσει για την ρεαλιστικότητα της δικής του εναλλακτικής πολιτικής λύσης για τη χώρα μας, ώστε να αποτελέσει τον πολιτικό πόλο υποδοχής για τους απογοητευμένους και δυσαρεστημένους πολίτες.

Τις επόμενες μέρες, όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα μελετήσουν βαθύτερα τα αποτελέσματα και θα βγάλουν τα απαραίτητα πολιτικά συμπεράσματα, που θα μετουσιωθούν σε πολιτικές. Οι πολίτες θα τις κρίνουν και πάλι.


Κώστας Χαϊνάς
Δευτέρα 8-6-2009

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Δέκα λόγοι γιατί ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ στις 7 Ιουνίου

1. Γιατί είναι ο χώρος που δημιούργησαν οι πιο δημιουργικές, οι πιο ζωντανές και δημοκρατικές δυνάμεις της ιστορικής αριστεράς.
2. Γιατί στο ψηφοδέλτιό του έχει, πέρα από πολλούς άξιους και ανιδιοτελείς αγωνιστές, έναν από τους πιο επιτυχημένους ευρωβουλευτές της προηγούμενης Ευρωβουλής, που παρά το «ρίξιμο» που του έγινε, παρέδωσε μαθήματα δημοκρατίας και συλλογικότητας.
3. Γιατί παρά τα λάθη που έκανε το προηγούμενο διάστημα σε πολλά θέματα και τους λανθασμένους χειρισμούς της ηγεσίας του (κατά τη γνώμη μου), οι προθέσεις των πολιτικών της ήταν να βοηθήσουν τους κοινωνικά αδύνατους.
4. Γιατί σε μεγάλα περιβαλλοντικά θέματα του νομού μας (Λιθάνθρακας, Ασωπός κ.ά.) στάθηκε με συνέπεια κοντά στο περιβαλλοντικό κίνημα, το στήριξε χωρίς προσπάθειες χειραγώγησης.
5. Γιατί σε πολλά φλέγοντα κοινωνικά θέματα όπως στο θέμα των μεταναστών, αγωνίσθηκε σταθερά ενάντια στο ρατσισμό και τα φοβικά σύνδρομα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους ξένους πολίτες.
6. Γιατί απέναντι στο δικομματισμό που οδήγησε τη χώρα μας στα σημερινά αδιέξοδα, η ελπίδα για την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και τη συγκρότηση της μεγάλης συμμαχίας των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων του αύριο, περνάει σήμερα μέσα από την ενίσχυση της δημοκρατικής και ανανεωτικής αριστεράς.
7. Γιατί είναι ο πολιτικός χώρος που παρά τις σοβαρές πολιτικές ενστάσεις μου στα ευρωπαϊκά θέματα και την σύγχυση που υπάρχει στο χώρο στα θέματα αυτά, είναι και ο μοναδικός συγκροτημένος χώρος της αριστεράς σήμερα που μπορεί να συζητήσει για τα θέματα αυτά ελεύθερα και δημοκρατικά και να βρει τον καλύτερο δρόμο για μια δημοκρατική Ευρώπη.
8. Γιατί έναι η πολιτική δύναμη που η ισχυροποίησή της, θα στείλλει πολλαπλά μηνύματα σε πολλούς παραλήπτες και θα δημιουργήσει νέα δεδομένα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο για τις αυριανές συναντήσεις και συμμαχίες.
9. Γιατί είναι ο πολιτικός χώρος όπου υπάρχει μια ελπίδα αναγέννησης και διαμόρφωσης μιας μεγάλης δημοκρατικής και ανανεωτικής αριστεράς που μαζί με όλες τις άλλες δυνάμεις της εργασίας, της οικολογίας και του πολιτισμού, θα δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα για μια καλύτερη και πιο δίκαιη κοινωνία σήμερα και αύριο με δημοκρατία και ελευθερία.
10. Γιατί πολλές φορές ψηφίζουμε με το συναίσθημα και τη καρδιά.


2 Ιουνίου 2009

Κώστας Χαϊνάς

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Το πραγματικό δίλημμα είναι, μια Ευρώπη με περισσότερη δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη ή εθνική απομόνωση.

Όσο πλησιάζουμε προς τις ευρωεκλογές η συζήτηση και η πολιτική αντιπαράθεση όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την ουσία και όλο και λιγότερο μιλάμε για τα πραγματικά ευρωπαϊκά προβλήματα.
Ποιό είναι το μέλλον της Ευρώπης στο σύγχρονο κόσμο ;
Ποιός είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σημερινό πολυπολικό και πολυπολιτισμικό κόσμο που διαμορφώνεται ;
Ποιές αλλαγές και ποιές μεταρυθμίσεις απαιτούνται στο οικοδόμημα που λέγεται ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για την κάλυψη του δημοκρατικού, κοινωνικού και πολιτικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989 και του τζογαδόρικου καπιταλισμού είκοσι χρόνια μετά, ποια είναι η πολιτική πρόταση του κάθε πολιτικού φορέα;
Ερωτήματα για τα οποία δεν έχει απαντήσει ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα καμιά πολιτική δύναμη μέχρι σήμερα λίγες μέρες πριν τις εκλογές.
Στις σημερινές «σκέψεις» θα αναφερθούμε στα βασικά ευρωπαϊκά κείμενα που θέλει να καταργήσει η αριστερά κάθε έκφρασης και ειδικά στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το ΚΚΕ μάλιστα, σε μια επίδειξη γνήσιας «αριστεροσύνης» δεν θέλει απλά την κατάργησή του Συμφώνου Σταθερότητας, γιατί εκτιμά ότι αυτό είναι αποπροσανατολιστικό (για να μην ταυτίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ), αλλά χρειάζεται αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά βέβαια δεν είναι και ιδιαίτερα μεγάλη, αφού και ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά πλέον την κατάργηση όλων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Εκείνο βέβαια που δεν μας λένε και οι δύο, είναι τι προτείνουν για το παρόν των εργαζομένων (που φιλοδοξούν να εκπροσωπούν πολιτικά) και της χώρας. Ή μάλλον μας λένε παραπέμποντας τις λύσεις όμως, σε κάποιο αδιόρατο «σοσιαλιστικό» μέλλον.
Για την ουσία του θέματος, Σύμφωνο Σταθερότητας στα πλαίσια ενός άρθρου.
Το Σύμφωνο αυτό καθορίζει κάποια όρια για το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό. Για τη χώρα μας αυτό σημαίνει :
1. Το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ)
2. Το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να ξεπερνά το 60% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ)
3. Ο πληθωρισμός να μην ξεπερνά το 2%
Και αναρωτιέται ο κάθε καλοπροαίρετος πολίτης, ο κάθε καλόπιστος παρατηρητής, ο καθένας μας χωρίς δογματισμούς και ταμπελοποιήσεις των απόψεων περί νεοφιλελευθερισμού και άλλων ηχηρών παρόμοιων, που θέλουν να βλέπουν την ουσία :
Και γιατί είναι κακό για τη χώρα μας να ισχύουν αυτοί οι όροι, αυτοί οι κανόνες για το δημόσιο έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό ;
Ίσα – ισα που θεωρώ ότι είναι καλό να έχουμε αυτά τα όρια, αυτούς τους κανόνες. Και εξηγούμαι :
1. Το δημόσιο έλλειμμα είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κράτος δαπανά περισσότερα από αυτά που εισπράττει. Προφανώς θα δημιουργηθεί έλλειμμα. Η λύση λοιπόν είναι να περιορίσουμε τις αλόγιστες δαπάνες του δημόσιου τομέα (από τα πολυτελή αυτοκίνητα των βουλευτών μας έως τις αμαρτωλές κρατικές προμήθειες), να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή από τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, έως το «μαύρο» χρήμα που κυκλοφορεί ελεύθερα και με Τραπεζική προστασία. Δεν μας φταίει η ύπαρξη ορίου, ίσα – ισα που έχουμε και ένα καμπανάκι να μας προειδοποιεί.
2. Το δημόσιο χρέος είναι αποτέλεσμα του συνεχούς δανεισμού του κράτους για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του. Είτε αυτές είναι οι πληρωμές των συντάξεων, είτε είναι οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, είτε για να καλύψουμε τα ελλείμματα, το κράτος κάθε τόσο υποχρεώνεται να δανείζεται. Βέβαια τα χρήματα αυτά χρόνια τώρα πάνε στις «μαύρες τρύπες» των ελλειμμάτων και όχι για αναπτυξικά έργα και επενδύσεις. Η λύση είναι λοιπόν μα χτυπήσουμε την εισφοροδιαφυγή, να βρούμε τους απαραίτητους πόρους για να καλύψουμε τις ανάγκες του δημόσιου τομέα και όχι εύκολα και αγόγγυστα να δανειζόμαστε και να υπερχρεώνουμε όχι μόνο τη δική μας τη γενιά, αλλά κυρίως τις μελλοντικές γενιές που δεν φταίνε και σε τίποτα να πληρώσουν τα σπασμένα.
3. Ο πληθωρισμός είναι ένα σύνθετο μέγεθος που συνδέεται με πολλές πλευρές της οικονομικής πολιτικής μιας χώρας αλλά και των συνθηκών που επικρατούν κάθε φορά στην αγορά. Η λύση λοιπόν είναι να ασκήσουμε όσο γίνεται καλύτερη και αποτελεσματικότερη πολιτική στη χώρα μας, ώστε ο πληθωρισμός να κρατηθεί σε χαμηλά επίπεδα.

Κάποιοι αναλυτές λένε ότι, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης θα πρέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας να «χαλαρώσει» (αυτό ζητάει και το ΠΑΣΟΚ σήμερα), ώστε να μπορέσουμε –λένε- να αναπτύξουμε περισσότερο τη κοινωνική πολιτική και τις παροχές προς τα πληττόμενα κοινωνικά στρώμματα. Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά πως γίνεται με δανεικά να κάνεις κοινωνική πολιτική. Αν αυτή είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την διακυβέρνηση που επαγγέλλεται ας μας το πει καθαρά. Δηλαδή ότι σκοπεύουν να κάνουν κοινωνική πολιτική με ξένα κόλυβα. Χωρίς να πειράξουν την φοροδιαφυγή, χωρίς να αγγίξουν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Με δανεικά δηλαδή, που θα καταχρεώσουν τη χώρα και θα υποθηκεύσουν το μέλλον της. Αυτό που κάνει με συνέπεια ο δικομματισμός χρόνια τώρα. Μάλιστα επικαλούνται την πολιτική του Ομπάμα στις ΗΠΑ, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να δανείζεται από την Κίνα και να έχει εκτοξευθεί το δημόσιο έλλειμα των ΗΠΑ κοντά στο 13% του ΑΕΠ ! Όμως το να συγκρίνεις την οικονομία των ΗΠΑ με αυτήν της χώρας μας, είναι τουλάχιστον πολιτικά αφελές για να μην πούμε αυτό που λέει ο λαός μας στα καφενεία.
Αλλά και να δεχθούμε ότι για κάποιους επείγοντες λόγους όπως είναι αυτοί που καθορίζονται από την τρέχουσα οικονομική κρίση, χρειάζεται να «χαλαρώσουν» οι όροι του Συμφωνου Σταθερότητας, είτε να «παγώσουμε» το ίδιο το σύμφωνο για κάποιο διάστημα, στην πορεία δεν θα χρειαστεί να ορίσουμε κάποιους κανόνες, κάποιους όρους, κάποιους στόχους τέλος πάντων, για το δημόσιο έλλειμμα, τον πληθωρισμό ή το δημόσιο χρέος ; Να αναζητήσουμε εν τω μεταξύ τις βαθύτερες αιτίες που δημιουργούν το δημόσιο έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τον πληθωρισμό. Και να εφαρμόσουμε τις ανάλογες πολιτικές. Κατά την γνώμη μου όσοι υποστηρίζουν ότι δεν χρειαζόμαστε ένα παρόμοιο πλαίσιο είτε λαϊκίζουν και δημαγωγούν άρα είναι ανεύθυνοι πολιτικά είτε δεν θέλουν για κάποιους λόγους να βλέπουν την πραγματικότητα.
Δηλαδή και τα τρία αυτά θέματα που ορίζει το Σύμφωνο σταθερότητας συνδέονται με τις ασκούμενες πολιτικές της χώρας, άρα με τις πολιτικές του δικομματισμού είκοσι και πάνω χρόνια και όχι με κάποιες «ντιρεκτίβες» που κάποιοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να μας επιβάλλουν. Και εάν θέλουμε να ασκήσουμε κοινωνική πολιτική δεν μας φταίει το Σύμφωνο Σταθερότητας αλλά οι ασκούμενες πολιτικές στη χώρα μας. Και είναι γνωστό ότι η κοινωνική πολιτική ασκείται από τις εθνικές κυβερνήσεις και όχι από τις Βρυξέλες. Δεν μας λέει κανείς από τις ΕΕ, να μην κάνουμε επενδύσεις, να μην δημιουργούμε νέες θέσεις εργασίας, να μην προστατεύσουμε ή και να αυξήσουμε τα εργατικά εισοδήματα. Το πρόβλημα λοιπόν είναι οι πολιτικές του δικομματισμού και όχι το Σύμφωνο Σταθερότητας. Αφού το πολιτικό μας σύστημα είναι ανίκανο τόσα χρόνια να ελέγξει το δημόσιο χρέος, το δημόσιο έλλειμμα και τον πληθωρισμό, έρχεται η ΕΕ (ευτυχώς θα έλεγα) και μας υποχρεώνει να έχουμε κάποιους κανόνες.
Μια πολιτική που θα διεκδικούσε «περισσότερη» Ευρώπη, όπως για παράδειγμα είναι η διεκδίκηση της έκδοσης ενός ευρωομόλογου, όπου θα μπορούσαν να δανειστούν με ευνοϊκούς όρους σε συνθήκες κρίσης οι χώρες της ΕΕ, για να στηρίξουν την οικονομία τους, είναι κατανοητή. Η κατάργηση όμως του Συμφώνου Σταθερότητας πέρα από μια θέση τελείως εξωπραγματική, είναι μια πολιτική «λιγότερης» Εύρωπης, περιοριστική, εθνοκεντρική.
Και ας υποθέσουμε ότι καταργείται το Σύμφωνο Σταθερότητας. Τι καλό προβλέπεται για τη χώρα μας ; Πέρα από τις γενικότερες επιπτώσεις στο ευρώ ως νόμισμα, στην ελληνική οικονομία, στις χώρες της ζώνης του ευρώ, τις οποίες δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε. Ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα ωφεληθούν από μια τέτοια εξέλιξη; Πουθενά δεν μπορώ να βρω ποιο θα είναι το όφελος για τις δυνάμεις της εργασίας. Αντίθετα κάποιοι άλλοι, όπως τα γνωστά αρπακτικά του δημόσιου πλούτου και τα μεγάλα διαπλεκόμενα συμφέροντα (δηλαδή οι δυνάμεις της ανεξέλεγκτης και ασύστολης αγοράς), αξιοποιώντας τη διαπλοκή και την χαλαρότητα που θα επικρατήσει από την έλλειψη συγκεκριμένων κανόνων, θα λεηλατήσουν ότι έχει απομείνει. Μόνο σκεφτείτε τι θα γίνει όταν τα δύο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν δεσμεύσεις, στο όνομα της διατήρησης της εξουσίας ή στο όνομα της κατάκτησης της εξουσίας, τι «πάρτυ» θα γίνει σε βάρος των εργαζομένων, σε βάρος τελικά της χώρας μας.
Μήπως εάν δεν υπήρχαν αυτοί οι όροι από το Σύμφωνο Σταθερότητας, έπρεπε να τους εφεύρουμε στη χώρα μας, για να σταματήσουμε επιτέλους τις σπατάλες του δημόσιου τομέα, την εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους του δικομματισμού, τις αλόγιστες και ανεξέλεγκτες προμήθειες του δημόσιου τομέα με τις χρυσές μίζες στους ημετέρους και τόσα άλλα που ζήσαμε και ζούμε ακόμη ;
Η αριστερά λοιπόν αντί να βλέπει την ουσία της πολιτικής, μιλάει για κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας, στο όνομα κάποιου ακατανόητου (σε μένα) μοδάτου αντιευρωπαϊσμού. Αντί δηλαδή να χτυπάει το γάϊδαρο (τις ασκούμενες πολιτικές του δικομματισμού), χτυπάει το σαμάρι (την Ευρωπαϊκή Ένωση), αφού είναι της μόδας και οι παροιμίες στο λόγο της αριστεράς.
Και γιατί παρακαλώ κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και των άλλων αριστερών δυνάμεων, αριστερή και προοδευτική πολιτική είναι να καταργηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας ; Με ποια κριτήρια βαφτίζετε αυτήν την πολιτική αριστερή ; Με βάση τα δικά μου κριτήρια που προηγούμενα εξέθεσα, η πολιτική σας αυτή είναι μια πολιτική φοβική, και αδιέξοδη, που σας αναγκάζει να ζητάτε την κατάργηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, για να είστε συνεπείς στην ολική επαναφορά σας, στις παρωχημένες θέσεις του εθνοκεντρισμού και της απομόνωσης.

1 Ιουνίου 2009

Κώστας Χαϊνάς