Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Οι δύο Στρατηγικές και το μεγάλο δίλημμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ



Παρακολουθώντας καθημερινά τις δηλώσεις του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, αλλά και στελεχών του χώρου, θα διαπιστώσεις πολύ εύκολα ότι ισορροπούν ανάμεσα σε δύο στρατηγικές.

Η μία είναι αυτή που επίσημα υποστηρίχθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά και η οποία συνεχίζει να υποστηρίζει και μετεκλογικά, επίσημα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η βασική λογική αυτής της στρατηγικής είναι ότι η παραμονή στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ. Διαφωνεί με τη συνταγή του μνημονίου και θέλει να την αντικαταστήσει με κάποια άλλη πολιτική, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και συμμάχους μας. (Αυτή η πολιτική βέβαια είναι λίγο θολή αλλά δεν έχει σημασία). Βέβαια για να καταλήξουν στην θέση αυτή διολίσθησαν σιγά-σιγά, από τις σκληρές θέσεις περί επαχθούς χρέους και τοκογλύφων, από το μονομερές «κούρεμα» του χρέους, πέρασαν σε ηπιότερες προσεγγίσεις, όπως η μονομερής καταγγελία του μνημονίου και τέλος προσχώρησαν στην άποψη, ότι απλά θα αλλάξουν το μνημόνιο μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις. Διαβάστε το σχόλιο του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνάντηση Σαμαρά με Μέρκελ και Ολάντ. «Ο κ. Σαμαράς δεν ζήτησε και δεν πήρε τίποτα από Μέρκελ και Ολάντ, παρόλο που τα έδωσε όλα…».
http://www.ant1online.gr/Politics/Parties/Pages/20128/b0582737-4891-41ac-a77b-0ad4168ca1fc.aspx. Στην ουσία όμως ο ΣΥΡΙΖΑ, με την δήλωση του αυτή προσχωρεί στην πράξη, στην πολιτική της επαναδιαπραγμάτευσης. Απλά αμφισβητεί τα οφέλη που αποκόμισε ο Σαμαράς, τα οποία τα θεωρεί μηδαμινά. Ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα έκανε για να πάρει περισσότερα ή τέλος πάντων αυτά που θέλει και ποια είναι αυτά δεν μας τα λέει για να κρίνουν και οι πολίτες.
Η δεύτερη στρατηγική η οποία συνυπάρχει μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, σε βασικές δυνάμεις του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, αλλά και σε συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η εξής : Πρέπει να πούμε την αλήθεια στον ελληνικό λαό, ότι δεν υπάρχει καμιά προοπτική λύσης του προβλήματος του χρέους της χώρας εντός της ευρωζώνης, χρειάζεται άμεση παύση πληρωμών, μονομερές «κούρεμα» του μεγαλύτερου τμήματος του χρέους, επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και σχεδίαση ενός εθνικού προγράμματος ανάπτυξης. Η ουσία αυτής της πολιτικής εκφράστηκε κυρίως από το ΚΚΕ και από κάποιες άλλες εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις στις τελευταίες εκλογές και δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα. Το θέμα είναι ότι η πολιτική αυτή –η οποία αντικειμενικά εκφράζει μια άλλη προσέγγιση για την πορεία  της χώρας καθόλα σεβαστή- εκφράζεται από σοβαρά στελέχη του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ (Π.Λαφαζάνης κ.ά.) και από άλλες δυνάμεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες ούτε μπορούν να υποτιμηθούν, ούτε να περιθωριοποιηθούν, ούτε θα σιωπήσουν.

Αυτές οι δύο στρατηγικές, συνυπάρχουν οριζοντίως και καθέτως στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο στα ηγετικά κλιμάκια, αλλά και στην βάση του, στους ψηφοφόρους του. Είναι και η αιτία της πανσπερμίας των απόψεων των στελεχών του, για τα θέματα που προκύπτουν στην πολιτική καθημερινότητα (Δηλώσεις στελεχών για επιστροφή στη δραχμή, περίπτωση Ύδρας κ.λ.π.). Αυτό είναι και το μεγάλο δράμα της ηγεσίας του, αφού θα πρέπει χωρίς να χάνει το ριζοσπαστισμό του, ταυτόχρονα να δικαιολογείται για την συστημικότητά του. Εντός ευρώ, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντός συστήματος δηλαδή, σε ένα ακροατήριο που τον ψήφισε κυρίως γιαυτό, αλλά και σε ένα παραδοσιακό τμήμα της αριστεράς που έχει τραφεί χρόνια τώρα με πιο αντισυστημικά συνθήματα.
Το δίλημμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγάλο. Όσο ακολουθούν την πρώτη στρατηγική και αυτό θα διαπιστώνεται στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, δικαιώνουν ουσιαστικά τη Δημοκρατική Αριστερά. Που υποστηρίζει από την αρχή χωρίς υπερβολές και επαναστατικά λόγια, ότι κόκκινη γραμμή είναι η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και την αναγκαιότητα μιας πολιτικής άμεσων δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, ανεξαρτήτως μνημονίου και μιας επαναδιαπραγμάτευσης με τους δανειστές μας για το χρέος και το έλλειμμα. Και αυτό ουσιαστικά κάνει η Κυβέρνηση συνεργασίας σήμερα, ανεξάρτητα εάν διαφωνεί κάποιος με τους ρυθμούς, την ένταση, τις μορφές και τους τρόπους επαναδιαπραγμάτευσης που ακολουθεί. Κάποιος άλλος βέβαια, θα έλεγε ότι σοφά κινείται η Κυβέρνηση, γιατί ίσως μια άλλη τακτική, που θα φαινόταν πιο «επαναστατική» και πιο διεκδικητική απέναντι στους συμμάχους και δανειστές μας, να έφερνε αντίθετα αποτελέσματα. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο, ότι σήμερα η χώρας μας, είναι ασυνεπής με πολλούς όρους της συμφωνίας της με τους εταίρους και δανειστές μας. Και αυτοί από την πλευρά τους δεν θα μπορούσαν να πουν κάτι διαφορετικό : Υλοποιείστε τα συμφωνηθέντα ή τέλος πάντων ένα σημαντικό μέρος τους και μετά ελάτε να συζητήσουμε ότι θέλετε. Ανεξάρτητα όμως απ’αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναφωνεί σήμερα θριαμβευτικά ότι δεν πήρε τίποτα η Ελλάδα από τη Μέρκελ και τον Ολάντ, στην ουσία όμως ομολογεί, ότι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος πολιτικής για τη χώρα μας είναι η διαπραγμάτευση με τους συμμάχους μας και δανειστές μας, εντός ευρωπαϊκού πλαισίου και εντός ευρωζώνης. Αυτό είναι η ουσία, τα άλλα είναι για να δικαιολογεί την πολιτική του προς τους ψηφοφόρους του.

Αντικειμενικά αυτά τα θέματα θα απασχολήσουν ιδιαίτερα την επόμενη περίοδο τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά και στις διαδικασίες ενοποίησης του χώρου. Του ευχόμαστε το καλύτερο, αλλά όσο και καλές προθέσεις να έχει ο οποιοσδήποτε, η σημερινή πραγματικότητα συμβίωσης δύο αντίθετων πολιτικών στρατηγικών στο ίδιο κόμμα δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά.



Χαλκίδα 26-8-2012
Κώστας Χαϊνάς

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Για μια Δημοκρατική Επανάσταση τώρα !



Με τους πολίτες και την κοινωνία πρωταγωνιστές.

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Ιουνίου διαμορφώθηκε και το γνωστό μετεκλογικό σκηνικό. Κυβέρνηση εθνικής ανάγκης τριών κομμάτων από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα. Στόχος να σωθεί η χώρα από την άτακτη χρεοκοπία. Όμως για να σωθεί η χώρα δεν αρκούν απλά κάποια μέτρα λιτότητας. Απαιτείται να συγκρουσθούμε με ελλείμματα και παθογένειες δεκαετιών, απόρροια των πολιτικών που ασκήθηκαν διαχρονικά. Πελατειακό σύστημα, κομματοκρατία, κρατικοδίαιτη οικονομία, χρεοκοπημένα ασφαλιστικά ταμεία, κλεπτοκρατία, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και άλλες ελληνικές πρωτιές. Όμως η Κυβέρνηση δεν έχει χρόνο. Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι η επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ας πούμε ότι την παίρνουμε την επιμήκυνση. Και όχι μόνο την επιμήκυνση, αλλά μας κουρεύουν και 100 δις. από το χρέος της χώρας. Λύνουμε οριστικά το πρόβλημα του χρέους και του ελλείμματος ; Όχι βέβαια. Απλά μεταθέτουμε για λίγο το πρόβλημά μας. Παίρνουμε μια ανάσα.
Το κύριο όμως είναι να αντιμετωπίσουμε τις αιτίες που γεννούν το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα. Και αυτές οι αιτίες είναι εδώ, μπροστά μας, καθημερινά σκοντάφτουμε πάνω τους και δεν λέμε να τις αντιμετωπίσουμε. Γιατί πονάνε κάποιους, ίσως αρκετούς. Γιατί θα θιχτούν πολλοί που αντιδρούν. Και έτσι έχουμε ακινησία. Εάν θέλουμε να δικαιολογηθούμε για τη φοροδιαφυγή λέμε. Σιγά να μην σωθεί το Κράτος από μένα! Και δεν κόβουμε ή δεν ζητάμε απόδειξη. Ή δεν δηλώνουμε τα πραγματικά μας εισοδήματα ή δεν καταγγέλλουμε τον υπάλληλο που απαιτεί το κάτι τις, για να κάνει τη δουλειά του! Ή όταν λέμε το γνωστό νεοελληνικό απόφθεγμα, να πληρώσουν πρώτα οι πλούσιοι. Ασφαλώς να πληρώσουν οι πλούσιοι, αλλά εάν δεν πληρώσουμε και οι υπόλοιποι το Κράτος θα χρεοκοπήσει. Ναι, θα πονέσουμε, αλλά να πονέσουμε ξέροντας ότι κάνουμε το σωστό και το δίκαιο. Και ότι δεν πληρώνουμε μόνο εμείς αλλά όλοι, με δίκαιο όμως τρόπο. Έχω την αίσθηση ότι μετά από τρία χρόνια που ζούμε ως κοινωνία αυτή τη τραγωδία της εν δυνάμει χρεοκοπίας, αυτό θέλουν να δουν οι πολίτες σήμερα. Πρώτον, ότι οι θυσίες τους δεν πάνε χαμένες και δεύτερον ότι είναι δίκαιες. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να περικόψουμε τα 11,6 δις. ευρώ. Έχουν καταλάβει πλέον οι πολίτες ότι, δεν μας φταίνε κάποιοι κακοί ξένοι γιατί εμείς έχουμε δημοσιονομικό έλλειμμα. Και επίσης έχουν καταλάβει ότι αυτό, αντιμετωπίζεται μόνο με περικοπές κρατικών σπαταλών και με αύξηση των εσόδων. Απλά αυτές οι περικοπές θέλουν να είναι όσο πιο δίκαιες γίνεται. Επίσης καταλαβαίνουν καθημερινά όλο και περισσότερο, ότι πρέπει να εξαλείψουμε τις αιτίες που δημιουργούν τα ελλείμματα. Και κάθε ολιγωρία και καθυστέρηση θα την πληρώνουμε όλο και πιο ακριβά ως κοινωνία, με μόνιμους αδικημένους τους πιο αδύνατους. Δηλαδή, με περισσότερους ανέργους, με φτωχότερους συνταξιούχους, με περισσότερες κλειστές επιχειρήσεις, με χειρότερα σχολεία και νοσοκομεία, με χειρότερους δείκτες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής μας ζωής.
Αυτό γίνεται τρία χρόνια τώρα από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι κυρίαρχες δυνάμεις αποφεύγουν συστηματικά τη σύγκρουση με τις παθογένειες και τα κατεστημένα συμφέροντα του συστήματος. Κρυμμένες πίσω από την τρόϊκα, τη Μέρκελ και επικαλούμενες διάφορες θεωρίες συνομωσίας, προσπαθούν συστηματικά να μας πείσουν ότι οι αναγκαίες αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις είναι απαίτηση των δανειστών μας και όχι αναγκαιότητες αλλαγής της δικής μας πραγματικότητας. Το περιουσιολόγιο   για παράδειγμα, μια αναγκαία μεταρρύθμιση η οποία έπρεπε να είχαμε θεσπίσει εδώ και δεκαετίες, όπως έχουν κάνει όλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, αποτελεί μια από τις βασικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται από το μνημόνιο! Δηλαδή, αυτοί οι κακοί ξένοι που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους σύμφωνα με ορισμένους είναι να κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας, μας υποχρεώνουν να υλοποιήσουμε το περιουσιολόγιο, ως όριο της συνέχισης του δανεισμού μας! Τόση ανικανότητα από την πλευρά του πολιτικού μας συστήματος ; Όχι βέβαια ! Απλά οι δυνάμεις που κερδοσκοπούν σε μια Ελλάδα που υπολείπεται σε συστήματα δημοκρατικού ελέγχου, αντιστέκονται με λύσσα σε κάθε αλλαγή που τους δημιουργεί προβλήματα στην συνέχιση της κερδοσκοπίας τους. Παρακολουθείστε ένα δελτίο ειδήσεων και θα διαπιστώσετε ότι σχεδόν όλα τα κανάλια συστηματικά προσπαθούν να μας πείσουν ότι όλες οι απαιτούμενες αλλαγές εκπορεύονται από την τρόϊκα! Όλα τα μέτρα αποτελούν απαιτήσεις της τρόϊκας !
Η αστική τάξη της χώρας μας διαχρονικά μια φοβική τάξη, αφού στα δύσκολα απευθυνόταν σχεδόν πάντα στους συμμάχους μας, πέρα από τις μεμονωμένες προσπάθειες κάποιων μεγάλων ηγετών, δεν μπόρεσε από την επανάσταση μέχρι και σήμερα, να ηγηθεί και να εμπνεύσει στον ελληνικό λαό, ένα εθνικό σχέδιο οικοδόμησης ενός σύγχρονου δημοκρατικού ευρωπαϊκού Κράτους. Όπως έγινε σε όλα τα ευρωπαϊκά Κράτη τα τελευταία διακόσια χρόνια. Ακόμη και στα χρόνια από την μεταπολίτευση του 1974 μέχρι σήμερα, μετά την περιπέτεια της επταετίας, παρά το γεγονός ότι η περίοδος αυτή αποτελεί την καλύτερη περίοδο αστικής δημοκρατίας που γευτήκαμε ως κοινωνία από την ύπαρξη του ελληνικού Κράτους, ουσιαστικά δεν προχώρησε σε ριζικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που θα βάθαιναν τη δημοκρατία, την διαφάνεια, τον κοινωνικό έλεγχο, τη δικαιοσύνη, δεν προχώρησε στην καθιέρωση των απαιτούμενων αστικών δημοκρατικών θεσμών, όχι γιατί δεν ήξερε, αλλά γιατί δεν ήθελε. Ή αδιαφορούσε γιατί αυτό που την ενδιέφερε ήταν να συγκεντρώνει εύκολα πλούτο, τον οποίο μάλιστα τις περισσότερες φορές τον διοχέτευσε στο εξωτερικό. Όταν δεν συμμετείχαν κάποια τμήματά της στα πάρτι της κρατικής διαφθοράς, τότε είτε τα ενθάρρυνε, είτε έκανε τα στραβά μάτια. Και έτσι τα φαινόμενα της διαφθοράς γιγαντώνονταν χρόνο με το χρόνο, μετασχηματιζόμενα σε απόλυτο καθεστώς. Το ίδιο περίπου κάνει εδώ και περίπου τρία χρόνια. Παρακολουθώντας τη χώρα να βουλιάζει κάθε μέρα όλο και περισσότερο, ουσιαστικά βγάζει την ουρά της απ’έξω και περιμένει και πάλι στους ξένους να μας σώσουν. Εάν εξαιρέσουμε κάποια παραγωγικά τμήματα της αστικής τάξης και κάποια τμήματα της διανόησης που προσπαθούν να αρθρώσουν έναν εθνικό ορθολογικό δημοκρατικό λόγο, ενισχύοντας σήμερα την προσπάθεια της Κυβέρνησης συνεργασίας, η υπόλοιπη αστική τάξη είναι απούσα, κρύβεται πίσω από το μνημόνιο και την τρόϊκα. Έτσι αντικειμενικά στην εθνική αυτή προσπάθεια μιας δημοκρατικής επανάστασης που έχει ανάγκη η χώρα, δημιουργείται ένα κενό ηγεσίας εκ μέρους της ουσιαστικά απούσας αστικής τάξης. Έτσι, υποχρεωτικά το κενό αυτό της ηγεσίας –που αντικειμενικά ανήκε στην αστική τάξη της χώρας- έρχονται να καλύψουν σήμερα κάποιες προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις από τον χώρο της εργασίας, της διανόησης και από τα μεσαία φιλελεύθερα αστικά στρώματα. Αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις κυρίως εκφράζει σήμερα η Κυβερνητική συνεργασία, που σε πολιτικό επίπεδο αποτελείται από δυνάμεις της δημοκρατικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
Για την συγκρότηση αυτής της Κυβέρνησης συνεργασίας, επήλθε ένας δεύτερος ιστορικός συμβιβασμός. Ο πρώτος έγινε το 1989 με τη συνεργασία της ενιαίας τότε αριστεράς με την κεντροδεξιά. Ο στόχος τότε, η κάθαρση του πολιτικού συστήματος από σωρεία σκανδάλων που είχαν δημιουργηθεί και η οικοδόμηση θεσμών διαφάνειας, δημοκρατικού ελέγχου και δικαιοσύνης. Στόχος σήμερα η σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία και η οικοδόμηση θεσμών ενός σύγχρονου δημοκρατικού ευρωπαϊκού Κράτους. Τότε υπήρχε μια λαϊκίστικη σοσιαλδημοκρατία η οποία πολέμησε με λύσσα τη συγκρότηση της Κυβέρνησης συνεργασίας, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί το πείραμα μόλις τρεις μήνες μετά την συγκρότηση της. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τι θα μπορούσε να είχε γίνει τότε, εάν η Κυβέρνηση συνεργασίας του 1989 ή η Οικουμενική στην συνέχεια είχε περισσότερο χρόνο στην διάθεσή της και οι πολιτικές δυνάμεις είχαν μεγαλύτερη κατανόηση και κουλτούρα συνεργασίας, αλλά και μεγαλύτερη έφεση στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Ίσως η χώρα να είχε μια άλλη πορεία και δεν φτάναμε στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Αλλά δυστυχώς με ευθύνη κυρίως της λαϊκίστικης σοσιαλδημοκρατίας, αυτός ο πρώτος ιστορικός συμβιβασμός, η συνεργασία δηλαδή της αριστεράς με την κεντροδεξιά δεν απέδωσε τους καρπούς που ίσως μπορούσαμε να είχαμε πάρει τότε, ως πολιτικό σύστημα και ως κοινωνία.
Η αριστερά τότε ενωμένη μέσα από τον ενιαίο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ και κάτω από μια φωτισμένη ηγεσία, έδωσε τις καλύτερες δυνάμεις της για την επιτυχία του πειράματος αυτού, καταλαβαίνοντας ότι δεν έπρεπε να είναι απούσα από μια εθνική προσπάθεια. Σήμερα δυστυχώς, μόνο ένα κομμάτι της αριστεράς, κατανόησε την αναγκαιότητα ενός νέου ιστορικού συμβιβασμού. Και της αναγκαιότητας της χώρας να προχωρήσει σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που χρόνια τώρα βάλτωναν, γιατί κάποια συμφέροντα τις εμπόδιζαν να προχωρήσουν. Έτσι μπροστά στον κίνδυνο μιας χρεοκοπίας, η Δημοκρατική Αριστερά, παίρνει μια ιστορική πρωτοβουλία, δυσανάλογη με την πολιτική της επιρροή και γίνεται ο καταλύτης της συγκρότησης της νέας Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης. Παρά το γεγονός ότι δεν συμφωνεί με όλα τα πρόσωπα αυτής της Κυβέρνησης. Ακόμη και αν δεν συμφωνεί με κάποιες επί μέρους πλευρές της πολιτικής της. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο που οι εξελίξεις τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός, οι συνθήκες την υποχρεώνουν να μετατραπεί σε δύναμη που δεν χάνει το κύριο, που είναι η σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία και η υλοποίηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάει ούτε λεπτό ότι είναι η δύναμη που δίνει την απαραίτητη ουσιαστική πολιτική νομιμοποίηση στην Κυβέρνηση αυτή, για να προχωρήσει. Οι ρόλοι αλλάζουν. Τον ρόλο της λαϊκίστικης σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στην Κυβέρνηση συνεργασίας του 1989, τον έχει σήμερα η λαϊκίστικη αριστερά απέναντι στην Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης.

Απέναντί στις δυνάμεις αυτές που στηρίζουν σήμερα την προσπάθεια της χώρας, σε κοινωνικό επίπεδο βρίσκονται οι πιο λαϊκίστικες, εθνικιστικές και συντηρητικές δυνάμεις της εργασίας, του μικροαστικού και του αστικού χώρου. Και κυρίως εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις που έχουν όφελος από τη διαιώνιση της κατάστασης που επικρατούσε από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, δηλαδή από την ακινησία και την ακύρωση των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων. Αυτές οι δυνάμεις εκφράζονται σήμερα μέσα από τα κόμματα που απαρτίζουν το τόξο της αντιπολίτευσης, που διασχίζει σχεδόν όλο το κλασσικό πολιτικό φάσμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σε επίπεδο ύφους και φρασεολογίας ο αντιπολιτευτικός λόγος αυτών των δυνάμεων σχεδόν είναι ο ίδιος. Αν διαβάσει κάποιος τις ανακοινώσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης πάνω σε θέματα που συνδέονται με τα μέτρα και τις αλλαγές της Κυβέρνησης, θα διαπιστώσει μια πλήρη ταύτιση. Ίσως σε ένα θέμα που υπάρχουν κάποιες διαφορές είναι η παράνομη μετανάστευση. Στα υπόλοιπα θέματα κυριαρχεί η φρασεολογία, περί υποταγής της Κυβέρνησης στις επιταγές της τρόϊκας και των δανειστών μας που κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας, που απειλείται η εθνική μας κυριαρχία από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τα μνημόνια. Για την ουσία των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων καμιά κουβέντα. Και έτσι ο ανορθολογισμός, ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνομωσίας γίνονται τα βασικά εργαλεία ερμηνείας της κρίσης, των αιτιών και των μέτρων αντιμετώπισής της.
Ασφαλώς υπάρχουν και υγιείς κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας, των ανέργων, της διανόησης, που ακολουθούν έστω και συγκυριακά τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Είτε γιατί έχουν μιαν άλλη θεώρηση στα πράγματα, είτε γιατί θέλουν να εκφράσουν όσο γίνεται πιο ριζοσπαστικά την αντίθεσή τους στα κόμματα εξουσίας που έχουν την κύρια ευθύνη για τα σημερινά αδιέξοδα της χώρας. Και εύλογα ίσως αναρωτιούνται οι πιο καλοπροαίρετοι απ’αυτούς –και τους κατανοώ-, πως είναι δυνατόν σήμερα να συνεργάζεσαι για να λύσεις το πρόβλημα της χώρας με τις δυνάμεις που ευθύνονται για την δημιουργία του! Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχουν δίκιο! Μακροπρόθεσμα όμως και αυτές οι δυνάμεις θα συνειδητοποιούν - και αφού βεβαίως προχωρήσει το Κυβερνητικό έργο για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις- ότι, μόνο έτσι μπορείς να αλλάξεις κάποια πράγματα στη χώρα. Όταν δημιουργείς μεγάλες συμμαχίες ανάλογες με την κρισιμότητα αλλά και το μέγεθος των προβλημάτων που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Και δεν είναι ταμπού η συνεργασία της αριστεράς με τη δημοκρατική δεξιά για το καλό της χώρας. Μάλιστα κάποιες στιγμές επιβάλλεται, όπως αυτό έχει καταγραφεί και ιστορικά. Και έχεις καλύτερα αποτελέσματα όταν καθιστάς συνυπεύθυνους για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων και αυτούς που με την πολιτική τους συνέβαλλαν στην διαιώνισή τους. Γιατί έτσι έχεις τις μικρότερες αντιστάσεις. Γιατί έτσι τους υποχρεώνεις να απομονώνουν ακόμη και δικές τους δυνάμεις που αποτελούν εμπόδια των απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών (π.χ.«Λυμπερόπουλος»)

Όμως για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνομωσίας, χρειάζεται να ορθωθεί ένα πραγματικό δημοκρατικό μέτωπο, όλων εκείνων των δημοκρατικών, φιλελεύθερων και προοδευτικών δυνάμεων, που με την ουσιαστική και ενεργή συμμετοχή των πολιτών και της κοινωνίας, θα στηρίξουν την υλοποίηση ενός πλαισίου μεταρρυθμιστικών ρήξεων και δημοκρατικών αλλαγών, συστατικά στοιχεία μιας πραγματικής Δημοκρατικής Επανάστασης. Εάν η Κυβέρνηση δεν αντιμετωπίσει τα προβλήματα σήμερα με τέτοια διάθεση ρήξεων, τότε αμφιβάλλουμε εάν θα πετύχει τον σκοπό της συγκρότησής της. Εάν κάποιοι υπουργοί ή στελέχη της, συμμετέχουν στην Κυβέρνηση αυτή, απλά για να διαιωνίσουν ή να εξισορροπήσουν μια κατάσταση, χωρίς να κάνουν τίποτα ή δεν έχουν καμιά διάθεση ρήξεων με τα κατεστημένα συμφέροντα, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να παραιτηθούν άμεσα. Αλλιώς θα απαιτήσει η ίδια η κοινωνία να παραιτηθούν.


Χαλκίδα 19-8-2012
Κώστας Χαϊνάς

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Κάποιες σκέψεις για τις αποκρατικοποιήσεις




 
Στην Ελλάδα είναι αλήθεια ότι ο κρατικισμός, ένα καθεστώς που εφαρμόστηκε στην χώρα μας από όλες τις Κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης αποτελεί ένα πρωτότυπο σύστημα για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα και όχι μόνο. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος είναι η κομματική πελατειακή βάση συγκρότησής του από την κορυφή ως τη βάση του. Ο διορισμός των διοικήσεων κάθε δημόσιου οργανισμού και κάθε κρατικής επιχείρησης με πολιτευτές και άλλους κομματάνθρωπους, από το κόμμα που κερδίζει κάθε φορά τις εκλογές, θεωρείται δεδομένο, ως καθολικός νόμος. Και άντε πάλι από την αρχή, κάθε φορά που άλλαξε το χρώμα του Κυβερνώντος κόμματος. Αναξιοκρατία και παντελής έλλειψη αξιολόγησης οι διαχρονικές πρακτικές που εφαρμόστηκαν σε όλα τα επίπεδα αυτού του συστήματος. Το πελατειακό αυτό δίκτυο εξασφάλιζε τη νομιμοποίησή του έχοντας ως βασικούς συμμάχους το συνδικαλιστικό κατεστημένο και τις συντεχνίες, αφού ηγετικά στελέχη του συνδικαλιστικού κινήματος, είχαν εξασφαλισμένες καθόλου ευκαταφρόνητες αποζημιώσεις από τις συμμετοχές τους στις διοικήσεις αυτών των οργανισμών και των επιχειρήσεων και όχι μόνο. Μια σειρά προνόμια και ειδικές παροχές που εξασφάλισαν διαχρονικά, τους αναβάθμιζε στην κοινωνική διαστρωμάτωση χαρακτηρίζοντας τους «ρετιρέ» και τα ασφαλιστικά τους προνόμια σε σχέση με τους άλλους ασφαλισμένους ήταν τέτοια, που τα ταμεία τους εντάσσονταν αυτόματα στο κλαμπ των «ευγενών» ταμείων. Που να ακούσουν για ενοποίηση των ταμείων τους υγείας και ασφάλισης με τα ταμεία των υπολοίπων εργαζομένων. Έτσι το σύστημα αυτό διασφάλιζε σημαντική εργατική και κοινωνική ανοχή, παρότι στην ουσία, δούλευε σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, αφού διαχρονικά οι ισολογισμοί όλων αυτών των επιχειρήσεων και οργανισμών, ήταν αρνητικοί. Έτσι κάθε χρόνο ο κρατικός προϋπολογισμός εκκαλείτο να καλύψει τα ελλείμματα τους, δηλαδή οι φορολογούμενοι. Και αφού δεν έφταναν οι φόροι, η λύση ήταν τα δάνεια. Ο δανεισμός του Κράτους ήταν η συνταγή για κάθε δαπάνη. Στήνανε νέους οργανισμούς, νέες υπηρεσίες, κρατικοποιούσαν επιχειρήσεις και όταν τους ρωτούσαν που θα βρείτε τα λεφτά απαντούσαν στην πράξη, με δανεισμό! Και έτσι κάθε χρόνο αφού τα έσοδα δεν έφταναν για να καλύψουν τις σπατάλες του πελατειακού Κράτους, η κάθε «συνετή» Κυβέρνηση τι έκανε ; Δανειζόταν. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή βασίλευαν. Κανένας δεν μίλαγε, συμπολίτευση και αντιπολίτευση ζούσαν σε ένα ευτυχισμένο κόσμο. Το χρήμα ήταν φτηνό και έρεε άφθονο. Τώρα βέβαια το ότι ήταν δανεικό, μικρή σημασία είχε γι αυτούς. Είτε γιατί δεν καταλάβαιναν, είτε γιατί καταλάβαιναν αλλά δεν μίλαγαν, αφού κανένας δεν μίλαγε. Το δημόσιο χρέος ανέβαινε κάθε χρόνο, το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού εθεωρείτο φυσιολογικό και ο κρατικός δανεισμός η αναπόφευκτη λύση. Όταν βέβαια ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2009 και το χρήμα ακρίβυνε, μας βρήκε πολύ ευάλωτους. Μια χώρα υπερδανεισμένη με πρωτογενή ελλείμματα και με ένα δημόσιο τομέα σπάταλο, που ούτε καν πόσους απασχολούσε δεν ήξερε. Θα θυμάστε την περίφημη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων. Ναι, το Κράτος μας δεν ήξερε πόσους υπαλλήλους είχε το 2010. Κατά τα άλλα από τότε αντί να δούμε τι θα κάνουμε, πως θα νοικοκυρέψουμε το Κράτος μας, όπως κάνουμε στο σπίτι μας όταν έχουμε οικονομικές δυσκολίες, μας φταίνε οι κακοί ξένοι, οι τοκογλύφοι, οι δανειστές και όλοι αυτοί που έχουν βαλθεί να μας εξαφανίσουν σύμφωνα με τις δημοφιλείς θεωρίες συνομωσίες, που τόσο πέραση έχουν στα αυτιά μας, γιατί μάλλον δεν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα και ίσως κάποιοι ονειρεύονται την παλιά καλή εποχή των δανεικών και αγύριστων (αν γίνεται).
Η στάση της αριστεράς όλα αυτά τα χρόνια ήταν από αδιάφορη έως ανεκτική αν όχι, υποστηρικτική στις περισσότερες των περιπτώσεων. Γενικά η κρατικοποίηση είναι μια διαδικασία πολύ δημοφιλής στην αριστερά. Για την αριστερά η λύση για κάθε πρόβλημα είναι ο κρατικός φορέας. Ακόμη και για την ανεργία η λύση είναι ο διορισμός στο δημόσιο!. Ίσως ο κρατισμός να θεωρείται ότι είναι μια κατάσταση λίγο πριν το σοσιαλισμό, οπότε με μια απλή λογική, όσο πιο κρατικά είναι σε μια χώρα τα πράγματα, τόσο πιο κοντά στο σοσιαλισμό βρισκόμαστε! Ασφαλώς αυτή η λογική δεν ισχύει. Ποτέ ο Μαρξ δεν ήταν υπέρ του Κράτους και μάλιστα στα έργα του έχει μιλήσει για τα κρατικά μονοπώλια, που στα πλαίσια του καπιταλισμού αναπόφευκτα λειτουργούν προς όφελος των ολίγων. Όμως ο κρατισμός αυτός παρότι οικοδομήθηκε από τα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα και βόλευε τα σχέδια τους για διαιώνιση της κυριαρχίας τους από τη μεταπολίτευση έως και σήμερα, είχε την σταθερά υποστήριξη της αριστεράς, γιατί προφανώς και η αριστερή κρατική και συνδικαλιστική γραφειοκρατία διασφάλισε και αυτή τα δικά της προνόμια, στο κρατικοδίαιτο περιβάλλον που συνεχώς επεκτεινόταν παντού.
Έτσι λοιπόν η λογική της κρατικοποίησης των πάντων εφαρμοζόταν όχι μόνο στο στενό τομέα του Κράτους, αλλά και σε οργανισμούς και αποτυχημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις που κατά καιρούς κρατικοποιούσαν είτε δημιουργούσαν από το μηδέν. Ποιος δεν θυμάται την περίοδο του ογδόντα, όπου κάθε αποτυχημένος επιχειρηματίας, αφού είχε κατακλέψει πρώτα την επιχείρησή του και την καθιστούσε προβληματική την παρέδιδε στο Κράτος προς εξυγίανση! Μέσα από τον περίφημο κρατικό Οργανισμό Προβληματικών Επιχειρήσεων. Κανένας ποτέ δεν σκεφτόταν πως θα πληρωθούν όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες υπάλληλοι των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων, είτε των εκατοντάδων δημόσιων φορέων που δημιουργούσαν, χωρίς καμιά μελέτη για το αν κάλυπταν πραγματικές ανάγκες ή όχι. Ούτε όμως και αντίστροφα σκεφτόταν κανείς. Δηλαδή τόσα είναι τα έσοδα της κρατικής επιχείρησης, τόσα μπορεί να δώσει σε μισθούς. Μοίραζε αφειδώς προνόμια και παροχές, επιδόματα και πλασματικές υπερωρίες με μοναδικό στόχο να διατηρεί και να συντηρεί όλους  αυτούς τους κομματικούς πελατειακούς στρατούς. Τα χρήματα αφού δεν υπήρχαν ή δεν έβγαιναν από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, ερχόταν ο κρατικός προϋπολογισμός να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά τους. Και το Κράτος αφού δεν είχε αυτά τα χρήματα τα δανειζόταν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΟΣΕ. Ένας οργανισμός που θα μπορούσε να ήταν ένα υπόδειγμα δημόσιου οργανισμού, δυστυχώς όμως οι κυρίαρχες πολιτικές που εφαρμόστηκαν σε συνεργασία με τις συνδικαλιστικές συντεχνίες αλλά και με την ανοχή της αντιπολίτευσης, τον κατάντησαν σε έναν καταχρεωμένο οργανισμό, ο οποίος μέχρι πρόσφατα για να επιβιώσει έπρεπε να επιδοτείται κάθε χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό με 1 δις. ευρώ! Αυτό για ορισμένους είναι κοινωνική πολιτική. Καμία σχέση, όμως δεν έχει με την κοινωνική πολιτική, το να επιδοτούν οι φορολογούμενοι πολίτες με 1 δις. ευρώ κάθε χρόνο μια επιχείρηση είτε δημόσια είτε ιδιωτική. Και μάλιστα μια επιχείρηση η οποία έχει κάνει ελάχιστα στην κατεύθυνση επέκτασης του σιδηρόδρομου σε κάθε μήκος και πλάτος της χώρας, ένα μέσο αποδεδειγμένα φιλικό στο περιβάλλον, οικονομικό, ακίνδυνο και ευχάριστο για τις μετακινήσεις των ανθρώπων.
Και έτσι φτάσαμε στην εποχή των αποκρατικοποιήσεων. Μέσα σ’αυτό το ντελίριο των αποκρατικοποιήσεων, μιας οριζόντιας δηλαδή αντίληψης για τη μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν και λανθασμένες επιλογές. Τουλάχιστον τις επιχειρήσεις που παράγουν ή παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες βασικών αναγκών χρειάζεται προσοχή. Και η μέχρι σήμερα εμπειρία των αποκρατικοποιήσεων δεν είναι και τόσο πετυχημένη και ωφέλιμη για το Κράτος και την κοινωνία. Για παράδειγμα η αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ δεν μπορεί να αποτελεί υπόδειγμα αποκρατικοποίησης. Γιατί όταν μέσα από μια αποκρατικοποίηση, αντικαθίσταται ένα κρατικό μονοπώλιο με ένα ιδιωτικό, σε μια αγορά μάλιστα χωρίς κανένα ανταγωνισμό, το μόνο συμπέρασμα που βγάζει κάποιος είναι ότι η αποκρατικοποίηση εξυπηρέτησε συγκεκριμένα συμφέροντα. Γιατί ουσιαστικά αυτό έγινε με την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ. Μαζί με την εταιρία δόθηκε και όλο το δίκτυο τηλεπικοινωνιών και οι υποδομές, με αποτέλεσμα καμιά άλλη εταιρία που προσπάθησε να μπει στην αγορά της σταθερής τηλεφωνίας δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει. Θυμηθείτε τι έγινε στην δεκαετία του 2000 μετά την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, πόσες εταιρίες προσπάθησαν να μπουν στην αγορά της σταθερής τηλεφωνίας και απέτυχαν. Η εξήγηση είναι απλή. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις ήταν εξαρτημένες από τα σταθερό δίκτυο του ΟΤΕ. Άρα όλες τις υπηρεσίες τους έπρεπε να τις διαθέτουν πληρώνοντας τέλη στον ΟΤΕ. Ανταγωνισμός μηδέν. Για αυτό και οι περισσότερες έκλεισαν. Και στην συνέχεια που μπήκαμε –καθυστερημένα βέβαια- στην εποχή της ευρυζωνικότητας και των οπτικών ινών, είδαμε κάποιες εταιρίες να σκάβουν διάφορες περιοχές της χώρας για να δημιουργήσουν τα δίκτυά τους. Δίκτυα τα οποία βέβαια δεν έχουν ακόμη συνδεθεί με τα σπίτια και τις επιχειρήσεις. Δηλαδή ακόμη μένουν να γίνουν πολλά για να έχουμε στο σπίτι μας και στο γραφείο μας, γρήγορα και οικονομικά, τον ήχο, την εικόνα, το video και την τηλεόραση, στις ταχύτητες που η τεχνολογία σήμερα έχει καταφέρει και όχι στις ταχύτητες που παρέχονται σήμερα στη χώρα μας, που αντιστοιχούν με τον αραμπά στην εποχή των πυραύλων. Όλες αυτές τις υποδομές και τα δίκτυα θα έπρεπε να τα διαχειρίζεται από την αρχή μια δημόσια υπηρεσία, η οποία θα παρείχε την πρόσβαση στις εταιρίες (και στον ΟΤΕ) έναντι κάποιων τελών πρόσβασης, διασφαλίζοντας τους όρους ενός υγιούς ανταγωνισμού και ίδιους όρους βιωσιμότητας για όλους. Και μέσα από μεγάλα αναπτυξιακά, επενδυτικά προγράμματα θα τα συντηρεί και θα τα αναπτύσσει.
Αυτό πρέπει να γίνει και με τον ΟΣΕ. Το μοντέλο αποκρατικοποίησης του ΟΤΕ πρέπει να απορριφθεί. Για να μπορέσει όμως να αναπτυχθεί το δίκτυο των σιδηροδρόμων, να δημιουργηθούν επενδύσεις και έργα θα πρέπει να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν διαχωριστεί ο ΟΣΕ από τις υποδομές και το δίκτυο, τα οποία θα πρέπει να περάσουν στην ιδιοκτησία ενός δημόσιου φορέα. Ο φορέας αυτός θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης και ανάπτυξης του δικτύου. Οποιοσδήποτε επιχειρηματικός φορέας (και ο ΟΣΕ), θα μπορεί να δρομολογεί τα τρένα του κάθε τύπου, σε οποιαδήποτε διαδρομή θέλει, πληρώνοντας τα αντίστοιχα τέλη χρήσης του δικτύου. Ο δημόσιος φορέας θα έχει την ευθύνη της συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου. Και θα μπορεί να αναπτύσσει το δίκτυο των σιδηροδρόμων στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου δικτύου συνδυασμένων μεταφορών, με λιμάνια, αυτοκινητόδρομους, με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα logistics που έχουμε και που θα δημιουργηθούν στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια.
Το μοντέλο αυτό,  της παραμονής δηλαδή υπό δημόσιο έλεγχο των υποδομών και των δικτύων, μπορεί να αποτελέσει ένα συνολικό υπόδειγμα των αποκρατικοποιήσεων. Αν θέλουμε να έχουν το μέγιστο όφελος για το δημόσιο συμφέρον οι εξαγγελλόμενες αποκρατικοποιήσεις και κυρίως προοπτική με ενδιαφερόμενους σοβαρούς επιχειρηματικούς ομίλους που θέλουν να επενδύσουν και όχι να τ’ αρπάξουν.


Χαλκίδα 5 Αυγούστου 2012
Κώστας Χαϊνάς