Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Εθνική και λαϊκή κυριαρχία και συμμετοχή στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ




Ακούμε συχνά ως ένα ισχυρό επιχείρημα στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας, το θέμα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Ότι ο ελληνικός λαός αποφάσισε πρόσφατα, άρα εάν οι εταίροι μας και δανειστές της χώρας, δεν δέχονται όσα τους λέει η νεοεκλεγμένη Κυβέρνηση, είναι ουσιαστικά ως να αρνούνται και να αμφισβητούν την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της Ελλάδας. Άρα δεν μπορούν οι ευρωπαίοι να αγνοούν τη λαϊκή θέληση και να ζητούν πράγματα τα οποία ο λαός τα καταψήφισε στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Αυτά ισχυρίζονται όλο και περισσότερο τις τελευταίες μέρες, όλο και πιο έντονα, τα στελέχη της Κυβέρνησης. Η επιχειρηματολογία αυτή, αν και φαίνεται κατ’ αρχήν λογική, δεν στέκει και κυρίως δεν πείθει. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά :

Πρώτον υπάρχει η Ελλάδα, η χώρα μας, όμως υπάρχει εντός μιας Ένωσης Κρατών. Μιας Ένωσης με κανόνες, με αποφάσεις και με δεσμεύσεις που κανένας δεν μπορεί να τους αγνοήσει. Ούτε να εξαιρεθεί. Αυτό είναι και το νόημα μιας Ένωσης. Όταν είσαι μέλος μιας Ένωσης δεν μπορείς να έχεις όλα τα καλά και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την συμμετοχή σου στην Ένωση αυτή και να αρνείσαι τα “κακά”, δηλαδή τις υποχρεώσεις. Άρα δεν μπορείς να επικαλείσαι εθνική και λαϊκή κυριαρχία σε μια Ένωση που ο βασικός όρος της συγκρότησής της, ήταν η μείωση της εθνικής κυριαρχίας του κάθε μέλους στο όνομα της ένωσης. Δηλαδή στα ιδρυτικά κείμενα της Ένωσης περιέχονται όροι τους οποίους έχουμε υπογράψει και αποδεχθεί ασφαλώς, όπου περιγράφονται εκείνες οι λειτουργίες του εθνικού Κράτους, που έχουν μεταβιβασθεί στην Ένωση. Άρα κατ’ αρχήν, το να επικαλείσαι κάθε τόσο την λαϊκή και εθνική κυριαρχία, το λιγότερο που κάνεις είναι να δείχνεις στους άλλους, ότι αγνοείς το κοινοτικό κεκτημένο, τον πυρήνα δηλαδή του δικαίου της Ένωσης.

Ο λαός στις πρόσφατες εκλογές καταψήφισε τη λιτότητα, ψήφισε να μην μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις στο δημόσιο, να μειωθούν οι φόροι και να καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ και άλλα ωραία και δημοφιλή, που δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος στη γη, που δεν θα τα ήθελε όλα αυτά. Το θέμα όμως δεν είναι τι ψηφίζεις, αλλά τι μπορεί πραγματικά να κάνεις. Και αν μπορεί ένα Κράτος, έχει δηλαδή τις οικονομικές δυνατότητες, ασφαλώς όχι να μειώσει, αλλά να αυξήσει τους μισθούς και τις συντάξεις και να μειώσει τους φόρους. Πότε όμως ; Όταν μπορεί, όταν έχει τις οικονομικές δυνατότητες. Όχι όταν δανείζεται και έχει ανάγκη τα δανεικά για να μπορεί να πληρώνει μισθούς και συντάξεις. Όχι όταν έχει ελλείμματα κάθε χρόνο. Όχι όταν χρωστά πάνω από 320 δις. ευρώ. Για να συνεννοούμαστε λοιπόν. Εφόσον χρωστάμε δεν μπορούμε να λέμε έτσι αβασάνιστα, ο λαός αποφάσισε και να συνεχίζουμε να ζητάμε δανεικά. Δεν μπορεί δηλαδή, να ζητάς δανεικά για να μπορέσεις να ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις σου και από την άλλη να μην θέλεις να περιορίσεις τις δαπάνες σου ως Κράτος. Είναι όπως δανείζεις έναν φίλο σου, ο οποίος σου ζητάει συνέχεια δανεικά, αλλά δεν χαλάει τη ζαχαρένια του και δεν περιορίζει τις δαπάνες του. Δεν αγανακτείς κάποια στιγμή ; Κάπως έτσι μας βλέπουν και οι εταίροι μας. Δανειζόμαστε συνεχώς, ζητάμε τα κλεφτά τους, αλλά δεν θέλουμε να έχουν άποψη για το τι θα τα κάνουμε.

Κατά δεύτερον, στον ίδιο βαθμό που εμείς έχουμε λαϊκή και εθνική κυριαρχία, έχουν και οι εταίροι μας. Και αυτοί λοιπόν μπορούν να επικαλεστούν την εθνική και λαϊκή τους κυριαρχία και να αρνηθούν πολλά από αυτά που ζητάμε και τα οποία τους αφορούν. Γιατί και αυτοί τα λεφτά που μας δίνουν τα παίρνουν από τους φορολογούμενους πολίτες τους, είτε τα δανείζονται και μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς, με μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που μας δανείζουν. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι ο λαός αποφασίζει με κάποιον τρόπο (εκλογές ή δημοψήφισμα), να μην πληρώσει ένα τμήμα των δανείων μας στους δανειστές μας. Αυτό, με βάση τη λογική της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, οι δανειστές μας είναι υποχρεωμένοι να το δεχθούν, αφού αυτή είναι η απόφαση μας και μάλιστα με απόλυτη πλειοψηφία. Καταλαβαίνετε ότι μια τέτοια λογική, όπου κάθε Έθνος, κάθε λαός, μπορεί να αποφασίζει ότι θέλει, στο όνομα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, θα οδηγήσει σε μια γενική διάλυση τη συγκρότηση του κόσμου και των σύγχρονων κοινωνιών.

Και υπάρχει και το θέμα της χαμένης εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας. Και η χώρα μας σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο με την τελευταία Κυβέρνηση, αλλά η μεγάλη εμπειρία αθέτησης των συμφωνιών από την πλευρά μας, είναι από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις. Έχουμε δώσει πολλά δείγματα γραφής, αγνόησης των κοινών κανόνων και συμφωνιών. Πολλές φορές έχουμε βάλλει την υπογραφή μας ως χώρα σε κείμενα και συμφωνίες και στην πράξη δεν κάναμε τίποτα.

Να θυμίσουμε τις συμφωνίες για τις μεταρρυθμίσεις, που είχαν υπογράψει οι προηγούμενες Κυβερνήσεις, στην πράξη όμως δεν έκαναν τίποτα. Είτε μπορεί να ψήφιζαν κάποιο νόμο για μια μεταρρύθμιση και στην συνέχεια με μια τροποποίηση, την έπαιρναν πίσω. Ή δεν την εφάρμοζαν, γιατί δεν εξέδιδαν την εγκύκλιο υλοποίησής της. Ποιο να πρωτοθυμίσουμε ; Την αυτονόμηση της Γενικής Γραμματείας Εσόδων, που όλο την αυτονομούσαν και όλο και περισσότερο την ήθελαν εξάρτημα του υπουργείου οικονομικών; Και όταν ένας Γενικός Γραμματέας, έδειξε ότι θέλει να εφαρμόσει το νόμο, τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί. Τις καταργήσεις των κρατήσεων υπέρ τρίτων, που ευνοούν συγκεκριμένα ειδικά συμφέροντα και φορτώνουν στους πολλούς τα βάρη; Τα επαγγέλματα που το βράδυ τα απελευθέρωναν και το πρωί τα “έκλειναν” όλο και περισσότερο. Και όλα αυτά γιατί όλες οι Κυβερνήσεις μέχρι σήμερα είναι δεσμευμένες και εγκλωβισμένες από ειδικές ομάδες συμφερόντων, οι οποίες και τις υποστήριξαν στην εκλογή τους. Είτε αυτές αφορούν ευγενή ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία όλο και συνενώνονται και όλο και παραμένουν αυτόνομα. Και ασφαλώς εμποδίζουν κάθε αλλαγή και μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού μας συστήματος. Είτε αφορούν ισχυρές επαγγελματικές ομάδες με μεγάλη επιρροή στα κόμματα εξουσίας. Έχει λοιπόν χαθεί η εμπιστοσύνη των εταίρων και δανειστών μας, απέναντι σε όλες τις Κυβερνήσεις μας. Και αυτό είναι μεγάλο πλήγμα για την αξιοπιστία μας. Άρα η μεγάλη υπέρβαση που πρέπει να κάνει η νέα Κυβέρνηση, είναι το εξής απλό. Να σταματήσει την τακτική των προηγούμενων, άλλα να λέει και άλλα να κάνει. Εάν αυτό δεν το καταλάβει και η νέα Κυβέρνηση, δεν θα μπορέσει να κατανοήσει τον τρόπο που διαπραγματεύονται οι ευρωπαίοι.

Με βάση τα παραπάνω, εάν τα δεχθούμε ως μια βάση της κοινής λογικής, η Κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή. Να προχωρήσει άμεσα σε μια έντιμη συμφωνία με τους δανειστές μας, στη βάση των κοινών συμφερόντων μας ως ευρωπαίοι εταίροι. Οι πολίτες θα καταλάβουν. Και ας χρησιμοποιήθηκαν παραπλανητικές τακτικές που δημιούργησαν ψεύτικες προσδοκίες. Και όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ανεξάρτητα σε ποιο κόμμα ανήκουν, θα στηρίξουν μια τέτοια συμφωνία, Επιβάλλεται να στηρίξουν μια τέτοια συμφωνία.

30-4-2015
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Η Στρατηγική του βλέποντας και κάνοντας




Σχεδόν τρεις μήνες μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου, η Κυβέρνηση αναζητεί Στρατηγική, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και δανειστές της χώρας,  αλλά και για άλλα μείζονα ζητήματα. Στην πρώτη φάση ανάλωσε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για τη δημιουργία εντυπώσεων στο εξωτερικό και το εσωτερικό της χώρας, λέγοντας πράγματα ανέφικτα και εκτός πραγματικότητας. Ήταν η Στρατηγική της δημιουργικής ασάφειας. Διαλέξεις, συνεντεύξεις, διεθνή tour  “Δεν θέλουμε χρήματα. Το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό. Ζητούμε διεθνή διάσκεψη για το χρέος. Η λύση θα είναι πολιτική”.  Και τα τέσσερα τα έχουμε πάρει πίσω. Ασφαλώς και ζητάμε χρήματα. Το πρόβλημα του χρέους είναι ευρωπαϊκό, αλλά οι χώρες με αντίστοιχα προβλήματα, βιάζονται να πάρουν αποστάσεις από την Ελλάδα. (Ισπανία, Πορτογαλία κ.ά.). Τι ανάγκη άλλωστε έχουν να ταυτίζονται με ένα αποτυχημένο Κράτος, όπως πλέον μας αποκαλούν πολλά διεθνή μέσα, τι στιγμή μάλιστα που δανείζονται σήμερα από τις διεθνείς αγορές με αρνητικά επιτόκια και τα δις. ευρώ εισρέουν άφθονα στις χώρες τους μετά την ποσοτική χαλάρωση Ντράγκι ; Η διεθνής διάσκεψη δεν έχει πλέον υποστηρικτές, ξεχάστηκε. Η λύση θα είναι πολιτική επιμένουμε, αλλά πρώτα θα πρέπει οι θεσμοί (λέγε με τρόικα), να γνωμοδοτήσουν θετικά για το ελληνικό πρόγραμμα και την πορεία των δεσμεύσεων της χώρας, λένε με μια φωνή εταίροι, δανειστές, αλλά και οι εν δυνάμει σύμμαχοι στο πρόβλημά μας.

Ενδιάμεσα για να δείξουμε ότι δεν υπολειπόμαστε σε διεθνή ερείσματα, αλλά και για να τονίσουμε την γεωστρατηγική σημασία της Χώρας, αφού ελπίδες για εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης δεν υπάρχουν, κάνουμε επίσκεψη κορυφής στην Ρωσία του Πούτιν, αφήνοντας διάφορα υπονοούμενα, κάποια από τα οποία ακούγονται τουλάχιστον ενοχλητικά στους συμμάχους και εταίρους μας. Η γεωστρατηγική θέση της χώρας, έχει γίνει καραμέλα τελευταία από πολλά Κυβερνητικά στελέχη. Ναι, είναι αλήθεια ότι η γεωγραφική θέση της χώρας της προσδίδει μια προστιθέμενη αξία, ιδιαίτερα σε μια ταραγμένη περιοχή σαν την δική μας, με ανοικτά θέματα από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, μέχρι τη Λιβύη, με μια ασταθή Τουρκία και τους εγκληματίες του ISIS λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω. Ο παράγοντας αυτός είναι αλήθεια μας έχει βοηθήσει σημαντικά μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα όσον αφορά τον ρόλο του αμερικάνικου παράγοντα. Αλλά και για την στάση των εταίρων και δανειστών μας στο πρόβλημα του χρέους. Δηλαδή, η γεωστρατηγική θέση της χώρας είναι ήδη πιστωμένη στο πρόβλημα της χώρας και το διαπιστώνουμε εδώ και έξι χρόνια, έτσι όπως μας αντιμετωπίζει ο διεθνής παράγοντας. Με βάση αυτή τη θέση, μας δόθηκε το 2010 το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του Κόσμου, για να σωθούμε από την ανοικτή χρεοκοπία, την οποία δεν ζήσαμε και ελπίζω να μην ζήσουμε. Με βάση αυτή την θέση υποχρεώθηκαν χώρες πολύ πιο φτωχές από τη δική μας να μας δανείσουν. Ακόμη και η φίλα προσκείμενη Βραζιλία, είναι η βασική χώρα που κάθε φορά στο ΔΝΤ, διαφωνεί με τον δανεισμό της χώρας μας επικαλούμενη τις φτωχότερες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από την πλούσια –σε σύγκριση με αυτές τις χώρες-, Ελλάδα. Και ασφαλώς έχει δίκιο, άσχετα αν δεν μας συμφέρει να το παραδεχτούμε. Μια Κυβέρνηση όμως της Αριστεράς έπρεπε να το παραδεχτεί. Όχι μόνο δεν το παραδέχθηκε μέχρι τώρα, αντίθετα ζητά και άλλα λεφτά από φτωχότερες χώρες και λαούς. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό το σημαντικό όπλο που έχει η χώρα μας, η γεωστρατηγική της θέση, υπάρχει για τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις και χρειάζεται προσεκτική χρήση. Δεν μπορεί κάθε υπουργός που στριμώχνεται, να επικαλείται ως επιχείρημα τη γεωστρατηγική θέση της χώρας. Γιατί αυτό το επιχείρημα, ακούγεται ως εκβιασμός στα αυτιά των συνομιλητών μας. Σε τελευταία ανάλυση τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα όσον αφορά την απειλή της για το γεωστρατηγικό της ρόλο ; Να απειλήσει ότι θα φύγει από την ΕΕ ; Από το ευρώ ; Από το ΝΑΤΟ ; Είναι γνωστό ότι κανένα από όλα αυτά δεν τα εννοεί η Κυβέρνηση, ούτε τα έχει πει πριν ή μετά τις εκλογές. Άρα το να επικαλείσαι με κάθε ευκαιρία, το περίφημο γεωπολιτκό σου όπλο, το μόνο που καταφέρνεις είναι να το απαξιώνεις πλήρως.

Ένα άλλο επιχείρημα που άκουσα από τους Κυβερνώντες, είναι ότι πρέπει να διεκδικείς. Εάν διεκδικείς, κάτι παίρνεις, είπε ο Πρωθυπουργός στην συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Κύπρου. Εάν δεν διεκδικείς δεν παίρνεις τίποτα. Μάλιστα. Να διεκδικήσουμε. Όπως ο κακώς νοούμενος συνδικαλισμός. Ζητάμε κάτι μας δίνουν κάτι, ξαναζητάμε κάτι διαφορετικό, εννοούμε κάτι άλλο κ.ο.κ. Δεν λέμε ποτέ τις μας ζητάνε, δεν λέμε ποτέ σαφώς τι προτείνουμε. Όχι κύριοι, αυτές δεν είναι διαπραγματεύσεις. Είναι ανατολίτικα παζάρια. Δεν έχετε σχέδιο. Γιατί σχέδιο σημαίνει ότι έχετε τεκμηριωμένες προτάσεις. Και οι τεκμηριωμένες προτάσεις συνοδεύονται με νούμερα. Ποιες είναι αυτές ; Ποια είναι αυτά τα νούμερα ; Και αφήστε τις κόκκινες γραμμές. Δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές. Κόκκινη γραμμή είναι μόνο μία. Η σωτηρία της χώρας. Η αποφυγή της χρεοκοπίας. Η παραμονή μας στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Αυτές είναι οι κόκκινες γραμμές που ορίστηκαν από τους έλληνες πολίτες στις πρόσφατες εκλογές.

Και να πω τη γνώμη μου για δύο πολύ ευαίσθητα και αντιδημοφιλή θέματα, τους μισθούς και τις συντάξεις που αποτελούν και σημεία τριβής στις διαπραγματεύσεις, όπως μαθαίνουμε από δημοσιεύματα. Οι μισθοί και οι συντάξεις, πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο της ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας της χώρας. Ανάλογοι με το ΑΕΠ της κάθε χώρας. Οι μισθοί και οι συντάξεις δεν μπορεί να καθορίζονται με υπουργικές αποφάσεις, ανάλογα με τις πιέσεις που ασκούσαν οι κάθε φορά συντεχνίες. Ούτε με νόμους. Στο δημόσιο πρέπει να είναι αντίστοιχοι με το μέσο όρο ανάλογων οικονομιών ευρωπαϊκών χωρών με την δική μας οικονομία, την αξιολόγηση και την προσφορά του κάθε υπαλλήλου και με τα πρωτογενή έσοδα του Κράτους. Στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να καθορίζονται με πραγματικά ελεύθερες διαπραγματεύσεις στην αγορά εργασίας και ανάλογα με τα προσόντα και την προσφορά του καθένα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βασίζονται στις μεταβιβάσεις ευρωπαϊκών πόρων στη χώρα μας και ποτέ σε δάνεια του Κράτους. Και να πούμε και ένα άλλο επιχείρημα. Όταν το δημόσιο δίνει συντάξεις αναντίστοιχες υψηλές των εισφορών που έχει καταβάλλει κάποιος, πως θα μπορέσει να τις ικανοποιήσει; Ακόμη και εάν δεν δανείζεται, μόνος ένας τρόπος υπάρχει. Η φορολογία. Άρα υψηλές αναντίστοιχες συντάξεις με τις δυνατότητες της χώρας, σημαίνει υψηλή φορολογία. Δηλαδή θα τα παίρνει από τους πολλούς με τη φορολογία και θα τα δίνει στους λίγους με υψηλούς μισθούς και συντάξεις. Είναι δίκαιο σύστημα αυτό ; Όχι βέβαια.  Άρα αν βάλουμε κάτω τα νούμερα θα δούμε και τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε και να δεχθούμε στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας, γιατί κάποιες περίφημες κόκκινες γραμμές ενδεχομένως να μας οδηγήσουν σε χειρότερα επίπεδα απ’ αυτά που νομίζουμε σήμερα ότι πρέπει να υπερασπιστούμε.


18-4-2015
Κώστας Χαϊνάς