Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Εντάξει πήραμε τη δόση, σωθήκαμε ;



Όχι βέβαια, δεν σωθήκαμε. Κανένας δεν πρόκειται να μας σώσει ή να μας αλλάξει, αν οι ίδιοι δεν θέλουμε να σωθούμε ή να αλλάξουμε. Η τελευταία συμφωνία στο Eurogroup ασφαλώς έχει πολλά θετικά στοιχεία για την Ελλάδα. Έδωσε μια μεγάλη ανάσα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όχι, δεν μας έλυσε ριζικά και αμετάκλητα το πρόβλημα του χρέους της χώρας. Ποιος όμως μπορεί να αρνηθεί, όσο κακοπροαίρετος και αν είναι, ότι η μείωση των επιτοκίων των δανείων μας και μάλιστα από χώρες που δανείζονται με μεγαλύτερα επιτόκια από αυτά που μας δανείζουν, η επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής, το πάγωμα για δέκα και για δεκαπέντε χρόνια της πληρωμής των τόκων και των χρεολυσίων, η επιστροφή των κερδών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα ομόλογα μας, είναι θετικές αποφάσεις για την Ελλάδα ;
Θα πει κάποιος ότι το «κούρεμα» του χρέους που γίνεται μέσα από την επαναγορά των ομολόγων δεν ήταν ριζική και δεν το κάνει βιώσιμο μακροπρόθεσμα. Θα του απαντούσα, ναι καλύτερα θα ήταν να μας «κούρευαν» περισσότερα το χρέος και ειδικά το επίσημο χρέος, δηλαδή αυτό που κατέχουν οι χώρες της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πολύ καλύτερα θα έλεγε ένας άλλος θα ήταν να μας χαρίζανε όλα τα δάνεια ή με ένα μαγικό τρόπο να τα εξαφανίζαμε. Το ερώτημα όμως είναι για όσους πατάνε στη γη, τι μπορούσε να γίνει σήμερα  ; Και κατά τη γνώμη μου, σήμερα μπορούσε να γίνει αυτό που έγινε. Αυτό το αποτέλεσμα μπορούσαμε να πάρουμε με τους σημερινούς συσχετισμούς, με τη σημερινή κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό πήραμε.
Κάποιοι είπαν ότι η χώρα δεν διαπραγματεύθηκε. Και αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα που άκουσα από τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς». Εξαιρώ αυτούς που μιλάνε με όρους προδοσίας, περί χούντας, κατοχής και προτεκτοράτων, διεθνών τοκογλύφων κ.λ.π. γιατί –ομολογώ- δεν έχω επιχειρήματα. Απευθύνομαι λοιπόν σε όσους εκτιμούν ότι δεν έγινε διαπραγμάτευση, ή ότι η χώρα δεν διεκδίκησε τίποτα. Κατά πρώτον πως εννοούν την διαπραγμάτευση ; Το γεγονός ότι τέσσερις μήνες τώρα συζητάμε –για μένα υπερβολικά μεγάλος χρόνος που σπαταλήθηκε - για τα μέτρα δεν ήταν διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας ; Ασφαλώς και ήταν διαπραγμάτευση. Αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω, διαπραγμάτευση θα ήταν γι αυτούς αν τους λέγαμε : Είτε μας «κουρεύετε» τα δάνεια, είτε σας τινάζουμε την ευρωζώνη στον αέρα. Και επειδή οι εταίροι μας δεν θα διακινδύνευαν την ευρωζώνη για πάνω κάτω, 300 ψωροδισεκατομμύρια ευρώ που είναι το χρέος μας, θα τους στριμώχναμε και τότε θα αναγκαζόντουσαν αν όχι να μας το χαρίσουν, να μας το «κουρέψουν».
Ας δούμε όμως τελείως καλοπροαίρετα κατά πόσο αυτή η τακτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, θα είχε περιθώρια επιτυχίας ή είναι ένας απλός και στείρος αντιπολιτευτισμός, που θέλει απλά να κρύψει από τους ψηφοφόρους του, την ολοκληρωτική στροφή που έχει κάνει στην πολιτική του. Από παύση πληρωμών και καταγγελία του επαχθούς χρέους, προχώρησε στην μονομερή καταγγελία του μνημονίου και τέλος κατέληξε στην πολιτική της επαναδιαπραγμάτευσης, όπως κάνουν δηλαδή και τα τρία κόμματα που συγκροτούν τη σημερινή Κυβέρνηση. Εντάξει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμφωνεί με την διαπραγμάτευση που κάνει η Κυβέρνηση ή ισχυρίζεται ότι δεν διαπραγματεύεται. Όμως ομολογεί πλέον ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, από την διαπραγμάτευση. Και αυτό βέβαια είναι πολύ θετικό για τη χώρα. Είναι θετικό ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας μας, έχει συμφωνήσει ότι έχουμε ένα δυσβάστακτο χρέος για το οποίο πρέπει να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές και εταίρους μας, ώστε να το περιορίσουμε δραστικά και να το κάνουμε μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Προσωπικά χαίρομαι γι αυτό και λέω απλά: Καλώς τα, τα παιδιά !
Όμως για την ουσία της διαπραγμάτευσης, ας δούμε ποια ήταν τα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί και αν υπήρχαν περιθώρια για τη χώρα μας να πάρει καλύτερα αποτελέσματα. Η συγκυρία έφερε την κα Λαγκάρντ του ΔΝΤ, για τους δικούς τους λόγους που δεν είναι του παρόντος, (πάντως δεν έχουν σχέση με κάποια ξαφνική συμπάθεια προς τη χώρα μας, απλά τα συμφέροντα των χωρών που εκφράζει σήμερα το ΔΝΤ δεν θέλουν να παρατείνεται αυτή η εκκρεμότητα με την Ελλάδα και τις άλλες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα), που να σημειώσουμε ότι οι ίδιοι κάποιους λίγους μήνες πριν έβριζαν, να εκφράζει έντονα και φωναχτά, αυτό που εμείς λέγαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το φωνάξουμε. Ότι δηλαδή το χρέος μας μακροπρόθεσμα δεν ήταν βιώσιμο και κάτι έπρεπε να κάνει η ευρωζώνη. Και αυτή η συγκυρία με τη στάση του ΔΝΤ, βοήθησε αντικειμενικά ασφαλώς τη χώρα μας, γιατί υποχρέωσε τις πιο ισχυρές χώρες της ευρωζώνης που σηκώνουν και το μεγάλο βάρος της κρίσης χρέους, να αποδεχθούν κάποια πράγματα και να δώσουν έστω και αυτές τις λύσεις που έδωσαν. Που όμως δημιούργησαν τις προϋποθέσεις επαναφοράς του θέματος στο κοντινό μέλλον και όπως λένε όλοι οι αναλυτές μετά τις Γερμανικές εκλογές του 2013. Όμως, γιατί αυτό δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε; Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της πιο ισχυρής χώρας της ευρωζώνης, της Γερμανίας, δηλαδή η κα Μέρκελ και οι σύμμαχοί της, αφήνουν την ριζική αντιμετώπιση του θέματος «δημόσιο χρέος» των χωρών της ευρωζώνης, για μετά τις εκλογές. Και αυτό γιατί δεν θέλουν να υποστούν το πολιτικό κόστος μιας απόφασης τους τώρα, που θα υποχρέωνε τους Γερμανούς φορολογούμενους να βάλλουν βαθειά το χέρι στην τσέπη τους για να δοθεί ριζική λύση σήμερα στο πρόβλημα της κρίσης χρέους της ευρωζώνης. Έτσι ασκείται η πολιτική, γιατί πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα μόνο μέσα από την δική μας συμφέρουσα οπτική; Άρα το θέμα δεν ήταν υπόθεση κάποιας πιο σκληρής στάσης ή κάποιου τύπου «τσαμπουκά» που οι εκπρόσωποι της χώρας δεν τον άσκησαν. Ούτε κάποιων εκβιασμών που δεν ασκήθηκαν από τη χώρα μας. Η πολιτική δεν ασκείται με εκβιασμούς, ούτε με «τσαμπουκάδες». Γιατί καμιά φορά μένεις με τους «τσμπουκάδες» και τους εκβιασμούς, ταπί και μόνος. Και τότε; Και ειδικά όταν είσαι στριμωγμένος, όταν είσαι καταχρεωμένος. Και μην ξεχνάμε και τις αμαρτίες του δικού μας πολιτικού συστήματος, το οποίο μέχρι πρόσφατα, προσπαθούσε να κοροϊδέψει τους «κουτόφραγκους», λέγοντας τους συνεχώς ψέματα για αλλαγές, για μεταρρυθμίσεις, για περιορισμό του ελλείμματος. Και να μην κάνει τίποτα, έρμαιο των συντεχνιακών συμφερόντων και του πελατειακού συστήματος που οικοδόμησε τόσα χρόνια, έχασε κάθε αξιοπιστία απέναντι τους.
Έτσι λοιπόν αυτό που πετύχαμε με την τελευταία συμφωνία, εκτός από μια μεγάλη ανάσα για τη χώρα μας και την ανάκτηση σε ένα βαθμό της αξιοπιστίας μας, για να είμαστε ρεαλιστές δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, από μια συμφωνία που εκφράζει τους σημερινούς συσχετισμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το ποια Ευρώπη έχουμε. Από μια άποψη εκφράζει το επίπεδο ωριμότητας των πολιτικών ηγεσιών, αλλά και των κοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά το παρών και την προοπτική της Ευρωπαϊκής δημοκρατικής ολοκλήρωσης. Όμως ταυτόχρονα οι αποφάσεις έδειξαν έστω και δειλά, ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει στο σημερινό επίπεδο μιας νομισματικής ένωσης. Χρειάζονται βέβαια ακόμη, γενναίες αποφάσεις ώστε το αύριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι ένα αύριο δημοκρατικό και ομοσπονδιακό. Και αυτό το μέλλον οι πιο καθυστερημένες και σκοταδιστικές δυνάμεις της Ευρώπης και της χώρας μας θα το πολεμήσουν με όλα τα μέσα. Το μεγάλο όφελος για τη χώρα τουλάχιστον στην φάση αυτή, είναι ότι μπορέσαμε να είμαστε ισότιμα παρόντες στις σημερινές συζητήσεις με τους εταίρους μας και θα πρέπει να είμαστε και αύριο που θα κριθούν πολλά για το ποια Ευρώπη θέλουμε.


Χαλκίδα 8-12-2012
Κώστας Χαϊνάς

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Δεν δίνουμε δεκάρα στο Γερμανιστάν ! Τελεία και παύλα



(Μια ιστορία* που μου μετέφερε ένας φίλος)

Βρισκόμαστε στο έτος 2012 στη χώρα του Ελλαδιστάν, μια από τις πιο πλούσιες και ισχυρές χώρες του κόσμου και το σοβαρό θέμα που απασχολεί το κοινοβούλιο της, είναι η έγκριση του νέου δανεισμού προς το Γερμανιστάν, μιας πολύ μικρής και φτωχής χώρας συμμάχου και εταίρου στην Ένωση των Ευρώπουλων, αλλά με πλούσιους κατοίκους (όπως λένε οι διεθνείς στατιστικές κατά μέσο όρο). Και αν ήταν μόνο αυτό. Η κα Λαγκαρντού Γενική Διευθύντρια του Παγκόσμιου Ταμείου έχει εντολή από τις πιο μεγάλες χώρες του κόσμου να «κουρέψουν» το χρέος του Γερμανιστάν, γιατί το μέγεθός του, τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στις οικονομίες τους. Και ποιος καλείται να πληρώσει τα σπασμένα του «κουρέματος» του χρέους του Γερμανιστάν ; Μα ασφαλώς το Ελλαδιστάν, ως η πιο πλούσια και ισχυρή χώρα της Ένωσης των Ευρώπουλων και κάποιες άλλες χώρες του πλούσιου Νότου. Άντε να πείσεις τώρα το Κοινοβούλιο του Ελλαδιστάν να χορηγήσει νέα δάνεια για τρίτη φορά στο Γερμανιστάν και να μην σε πάρουν με τις πέτρες. Και το κυριότερο τους πολίτες του Ελλαδιστάν, που τους έχουνε τρελάνει στη φορολογία, πότε για δάνεια στο Γερμανιστάν, πότε για δάνεια στο Ιρλανδιστάν, πότε για δάνεια στο Πορτογαλιστάν, πότε για τις τράπεζες του Ισπανιστάν, πότε για τα αναπτυξιακά προγράμματα και πότε για τον προϋπολογισμό της Ένωσης των Ευρώπουλων. Και να έχεις τώρα και τη Λαγκαρντού να έχει στηλώσει τα πόδια (είναι και ψηλή η άτιμη) και να σου λέει στο οικονομικό συμβούλιο της Ένωσης των Ευρώπουλων : Εδώ και τώρα «κούρεμα» του χρέους του Γερμανιστάν, γιατί διαφορετικά σας κλειδώνω στο δωμάτιο και δεν σας αφήνω να πάτε σπίτια σας, μέχρι να το κάνετε! Και να είχαμε μόνο αυτό. Μόλις ειπώθηκε στο Συμβούλιο, ότι εκτός από νέο δάνειο στο Γερμανιστάν, θα μειώσουν και τα επιτόκια στα παλιά του δάνεια, ξεσηκώθηκαν όλες οι χώρες του φτωχού Βορρά (Ιρλανδιστάν, Πορτογαλιστάν, Ισπανιστάν, Ιταλιστάν) και ζήτησαν και αυτές μείωση επιτοκίων στα δικά τους δάνεια. Όχι κορόϊδα είναι. Να «κουρεύουν» το χρέος του Γερμανιστάν (δηλαδή να έχουν να παίρνουν λιγότερα απ’αυτά που έχουν δανείσει στο Γερμανιστάν), να του δίνουν νέα δάνεια  και να του μειώνουν και τα επιτόκια στα παλιά δάνεια (με λεφτά που αυτές έχουν δανειστεί με μεγαλύτερα επιτόκια). Τρέλα! Αλήθεια σκέφτονται, τι είμαστε εμείς ως χώρες, τα αποπαίδια της Ένωσης και το Γερμανιστάν το καλομαθημένο της ; Το Ελλαδιστάν είχε στριμωχτεί πραγματικά. Τι να πρωτοπρολάβει να πληρώσει για να κρατήσει ζωντανή την Ένωση των Ευρώπουλων, που τη θέλει βέβαια ζωντανή, γιατί δεν κερδίζει και λίγα με τις εξαγωγές της σ’αυτές, χωρίς δασμούς και εμπόδια.
Πως εξελίχθηκαν τόσο άσχημα τα πράγματα αναρωτιέται κάθε φιλήσυχος άνθρωπος; Να σας εξηγήσω. Κάποια στιγμή στο Γερμανιστάν, ένας τύπος που του άρεσε, εκτός από το γυμναστήριο, να κάνει κανό τις νύχτες και τις μέρες ποδήλατο, που όταν του έμπλεκε η αλυσίδα κατάφερνε να την ξεμπλοκάρει εν κινήσει, εκτός από κάποιες φορές που του έπιανε το χέρι και έτρεχε στα Νοσοκομεία, κατάφερε να βγει Πρωθυπουργός του Γερμανιστάν με βέρα στο δεξί και του ξέφυγε χωρίς να το καταλάβει ένα μυστικό που το ήξεραν βέβαια όλοι, αλλά καμώνονταν πως δεν το ήξεραν και το κυριότερο, κανένας δεν το έλεγε φωναχτά. Το μυστικό ήταν ότι το έλλειμμα της χώρας είχε φτάσει στο 15% του ΑΕΠ, ενώ κανονικά έπρεπε να ήταν κάτω από 3%, σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης των Ευρώπουλων. Με τέτοια κόλπα βέβαια μπήκε το Γερμανιστάν στην Ένωση, αλλά τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα. Αυτός το είπε φωναχτά. Το κατάλαβε, δεν το κατάλαβε δεν παίρνω όρκο. Πάντως κατάφερε και έκανε άνω κάτω την Ένωση των Ευρώπουλων και όλες τις χώρες της υφηλίου. Αυτός ο τύπος ήταν γιος, ενός πολύ μεγάλου ηγέτη που είχε πρωταγωνιστήσει στο ασύδοτο παρελθόν της χώρας ως Πρωθυπουργός, αφού είχε ως δόγμα το «Τσοβόλα δώστα όλα». Δηλαδή κάθε φορά που φτιαχνότανε ο τύπος, μοίραζε σταθερά δεξιά και αριστερά ότι είχε και δεν είχε το θησαυροφυλάκιο της χώρας. Λοιπόν έτσι και γιουβέτσι, η χώρα καταχρεώθηκε και έφτασε σήμερα να εκλιπαρεί για κάποια ευρώπουλα για να πληρώσει όχι τα δανεικά, αλλά μισθούς και συντάξεις. Γιατί όλα τα χρόνια, μόλις δυσκολευότανε να πληρώσει τα επιδόματα και τους μισθούς στους κρατικούς υπαλλήλους, που συνεχώς ανέβαιναν χωρίς να ανεβαίνει ταυτόχρονα και η παραγωγικότητα της χώρας, δανειζόταν. Γιατί πέρα από αυτό, το κομματικό σύστημα προσλάμβανε συνεχώς πελάτες στο Κράτος (υπαλλήλους ήθελα να πω) εκτός ΑΣΕΠ, όλο και περισσότερους, δικά του παιδιά ήταν άλλωστε, ώστε εκεί που χρειάζονταν ένας για μια δουλειά να τη μοιράζονται τρεις, έτσι για να μην κουράζονται πολύ, όπως μας διαβεβαίωσε και ο Μίστερ Χούφτελος του Ελλαδιστάν. Τα δανεικά να είναι καλά. Άσχετα αν η χώρα εισήγαγε τα περισσότερα είδη διατροφής της. Οι αγρότες της (ευτυχώς όχι όλοι), περιμένοντας τις επιδοτήσεις, εκτός από πρέφα στα καφενεία, προσλάμβαναν ανασφάλιστους αλβανούς, πακιστανούς και άλλους αντιπαθείς ξένους για να καλλιεργούν τα χωράφια τους, που κατά τα άλλα μας κλέβουν τα μεροκάματα σύμφωνα με τη «Χρυσή Νύχτα». Αντί λοιπόν να σπέρνουν τα χωράφια τους, τους λέγανε να βάλλουνε  φωτοβολταϊκά, όταν δεν κλείνανε τους δρόμους κάθε Φλεβάρη (που δεν είχανε και πολλές δουλειές), για να πάρουν κανένα επιπλέον επίδομα από την Ένωση των Ευρώπουλων. Άσχετα αν όλα αυτά τα χρόνια μπήκαν στο Γερμανιστάν πάνω από 100 δισ. ευρώπουλα, από τα τέσσερα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα οποία κυρίως σκορπίστηκαν σε ημέτερους κρατικοδίαιτους επιχειρηματικούς ομίλους (ευτυχώς δεν είναι όλοι οι επιχειρηματίες κρατικοδίαιτοι) και σε άλλα σαϊνια της διαπλοκής, οι οποίοι φτιάχνανε έναν δρόμο ο οποίος κόστιζε ο κούκος αϊδόνι που λέει και ο λαός του Ελλαδιστάν. Εντάξει δεν ήταν έτσι ακριβώς, αλλά περίπου έτσι.
Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στο Ελλαδιστάν είναι πολύ τεταμένη. Το αίτημα για δανειοδότηση του Γερμανιστάν έρχεται στο Κοινοβούλιο της χώρας για 3η φορά. Οι βουλευτές αλλά και οι  όλοι οι πολίτες του Ελλαδιστάν έχουν αγανακτήσει με τους Γερμανιστάνους. Τους έχουν δανείσει μέχρι σήμερα δύο φορές με χαμηλό επιτόκιο και τώρα έρχονται και αντί να τους πούνε πότε θα τους επιστρέψουν τα δανεικά, τους ζητάνε νέα δάνεια και τους λένε μάλιστα να τους χαρίσουν και αυτά που τους χρωστάνε, γιατί είναι ωραίοι, γιατί κάποιοι πρόγονοί τους ήταν πολύ έξυπνοι, γιατί κάποιοι πρόγονοί μας τους είχαν πάρει κάτι δανεικά και δεν τα έδωσαν πίσω, γιατί τους είχαν κάνει και πολλές ζημιές και άλλα σοβαρά, αλλά και αστεία. Η πρόταση του Πρωθυπουργού του Ελλαδιστάν, του κου Σαμαράνου, είναι να δοθεί η χρηματοδότηση προς την σύμμαχο χώρα και μάλιστα με ευνοϊκό επιτόκιο, γιατί ο λαός του Γερμανιστάν όπως λέει, υποφέρει εδώ και τρία χρόνια εξ αιτίας της κρίσης. Ο αρχηγός όμως της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Ελλαδιστάν, διαφωνεί κάθετα. «Δεν είναι δυνατόν τρία χρόνια τώρα, οι Γερμανιστάνοι να έχουν υπογράψει τρία μνημόνια και να μην έχουν κάνει τίποτα, να μην έχουν εφαρμόσει κανένα μέτρο από αυτά που δεσμεύτηκαν», ωρύεται. Που να ακούσεις τους άλλους αρχηγούς της αντιπολίτευσης. Ο Καϊμμενούλης αρχηγός των «Ανεξάρτητων Ελληνισταράδων», ζητάει εκτός από το μην δώσουμε ούτε ένα ευρώ, να βάλουμε την Μερκελού την αρχηγό του Γερμανιστάν να κάνει 1 εκατομμύριο κάμψεις. Να μην πω για την απαίτηση του αρχηγού της «Χρυσής Νύχτας», να κλείσουμε όλη την ηγεσία του Γερμανιστάν σε θάλαμο αερίων! Η αντιπολίτευση, στην συζήτηση για την χορήγηση του νέου δανείου προς το Γερμανιστάν, συνεχίζει την σκληρή τακτική της. «Δεσμευτήκανε ότι θα κυνηγήσουν τους φοροφυγάδες και αυτοί εξαφανίζουν τις λίστες που τους δίνουμε, είπαν θα ανοίξουν τα επαγγέλματα, αλλά ούτε τους ταξιτζήδες δεν καταφέρανε να απελευθερώσουν από τα δεσμά τους», καταγγέλλει στο κοινοβούλιο ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. «Να μην πούμε για σοβαρότερα θέματα, όπως το περιουσιολόγιο, η αξιολόγηση, η αξιοκρατία, η ηλεκτρονική συνταγογράφιση, οι ηλεκτρονικές προμήθειες, η ενοποίηση των φορέων υγείας και άλλα πολύ σοβαρά θέματα που προβλέπονται από τα μνημόνια που έχουν υπογράψει και αυτοί δεν έκαναν τίποτα, δεν τήρησαν τίποτα», βροντοφωνάζει. «Ούτε τους 16 μισθούς των κομματικών τους παιδιών, των υπαλλήλων της Βουλής τους δεν μπόρεσαν να καταργήσουν, θα εφαρμόσουν τα μνημόνια; Αυτοί μόνο οριζόντιες περικοπές στους χαμηλοσυνταξιούχους και στους μισθοσυντήρητους της χώρας τους είναι ικανοί να κάνουν», συνεχίζει ακάθεκτος ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Ελλαδιστάν. Τα μνημόνια να σας θυμίσω, τα έχει επιβάλλει το συμβούλιο της Ένωσης των Ευρώπουλων, μαζί με το Ταμείο της κας Λαγκαρντού, για να διορθωθούν οι παράλογες καταστάσεις που είχαν επικρατήσει στο Γερμανιστάν, τα τελευταία περίπου σαράντα χρόνια, που κυβερνά ο δικομματισμός. «Όλες αυτές οι παράλογες καταστάσεις», κατήγγειλε με στεντόρεια φωνή ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, «ήταν αποτέλεσμα των πολιτικών που είχαν ασκήσει όλες οι Κυβερνήσεις με την ανοχή όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αφού κανένας δεν αντιδρούσε, όταν μοίραζαν λεφτά χωρίς να είναι δικά τους, όταν δίνανε πλασματικές υπερωρίες και επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης για να καλοπιάνουν τα δικά τους τα παιδιά του δημοσίου και να τους μετατρέπουν σε κομματικούς πελάτες, όταν δίνανε σύνταξη σε πεθαμένους, όταν δίνανε σύνταξη τυφλότητας σε ανθρώπους που είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα» και άλλα τρελά που έγραψε και ένας τρελαμένος τελευταία ο κος Παγκαλαίος, ο οποίος κατά λάθος είπε το περίφημο «τα φάγαμε όλοι μαζί», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων, κυρίως από αυτούς που τα είχαν φάει χοντρά. (Αυτοί που δεν «έφαγαν» τίποτα δεν μιλάνε γιατί μάλλον είναι μειοψηφία). «Συγκεκριμένα», είπε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, «οι Κυβερνήσεις αυτές, αντί να μαζεύουν φόρους από τους φοροφυγάδες, κοροϊδεύανε τις διεθνείς αρχές με ψεύτικα στοιχεία και έτσι καταφέρνανε να παίρνουν δάνεια δεξιά και αριστερά και να τα μοιράζουν πάλι δεξιά και αριστερά, με αποτέλεσμα όλοι να είναι ευχαριστημένοι. Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι. Και πέρναγαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα… Έ, όχι κύριε Πρωθυπουργέ, δεν πρέπει να δώσουμε σ’αυτούς τους απατεώνες άλλα λεφτά. Διαφωνώ κάθετα και θα καταψηφίσω κάθε πρότασή σας για νέα δανειοδότηση του Γερμανιστάν. Τελεία και παύλα».

Για την αντιγραφή
Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 22-11-2012

*Η ιστορία δεν έχει καμιά σχέση με τη πραγματικότητα που ζούμε

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση σήμερα για την αντιμετώπιση του ελλείμματος και του χρέους της χώρας ;




Πέρασαν τρία περίπου χρόνια από το 2009 που η χώρα μας εισήλθε στη στενωπό της κρίσης. Στο τέλος του 2009 μας έλειπαν περίπου 25 δισ. ευρώ από τα ταμεία μας για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Το έλλειμμα βέβαια αυτό μπορεί να ήταν από τα μεγαλύτερα της τελευταίας δεκαετίας, αλλά γενικά δεν ήταν άγνωστο σε όσους παρακολουθούσαν τα δημοσιονομικά της χώρας, παρ’ όλες τις προσπάθειες αλλοίωσης των στοιχείων που επιδίδονταν οι κρατούντες για να κοροϊδεύουν τους «κουτόφραγγους».  Απλά μέχρι τότε το χρήμα στις αγορές έρεε άφθονο και ο διεθνής δανεισμός της χώρας ήταν σχετικά φτηνός. Όμως μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 οι αγορές «μαζεύτηκαν» και ο δανεισμός έγινε ακριβός για τη χώρα μας και με τα δημοσιονομικά δεδομένα του 2009, απαγορευτικός. Και δεν είναι τυχαίο ότι η κρίση δεν επηρέασε το ίδιο όλες τις χώρες. Η χώρα μας όπως και μια σειρά άλλοι αδύνατοι κρίκοι του συστήματος, κτυπήθηκαν περισσότερο. Ένα επιχείρημα που άκουσα είναι ότι δεν φταίει η χώρα μας για την κρίση, αφού είναι παγκόσμια και χτύπησε την πόρτα και άλλων χωρών. Ναι, ασφαλώς η κρίση έχει την παγκόσμια και ευρωπαϊκή της διάσταση, για τις οποίες δεν μπορούμε να είμαστε αδιάφοροι. Πρέπει να είμαστε παρόντες και να συμμετέχουμε στις άμεσες μελλοντικές ευρωπαϊκές διαδικασίες, που θα διαμορφώσουν τους όρους αντιμετώπισης της κρίσης και του δημόσιου χρέους της κάθε χώρας, υπέρ των λαών και των κοινωνιών. Γι αυτό είναι στρατηγικής σημασίας η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη στην προοπτική μιας δημοκρατικής ολοκλήρωσης και ομοσπονδοποίησης της. Γιατί μόνη της η χώρα μας, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει προκλήσεις με παγκόσμια διάσταση. Αυτή είναι η μια πλευρά. Η άλλη πλευρά όμως, που αποκρύπτουν τεχνηέντως κάποιοι, είναι οι ενδογενείς αιτίες που συνδέονται με την κρίση στην κάθε χώρα ξεχωριστά. Δηλαδή το πως εκδηλώνεται σε κάθε χώρα η κρίση, έχει να κάνει με το επίπεδο της οικονομίας της κάθε χώρας, με τις ασφαλιστικές δικλείδες που διαθέτει για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων και με άλλα σημαντικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία. Και στον τομέα αυτό η χώρα μας ήταν τελείως απροετοίμαστη. Οι πολιτικές που είχαν ασκήσει για τριάντα οκτώ χρόνια το πολιτικό σύστημα του χτεσινού δικομματισμού, είχε δημιουργήσει μια τεράστια γραφειοκρατική κρατικοδίαιτη οικονομία, με υποβαθμισμένες και καταρρέουσες παραγωγικές δομές και με ένα πελατειακό κομματοκρατούμενο δημόσιο τομέα. Αντικειμενικά λοιπόν μια χώρα με αυτά ως δεδομένα ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει με ιδία μέσα τις προκλήσεις που δημιούργησε η κρίση. (Το ενδεχόμενο να τα  καταφέρουμε μόνοι μας, εάν ετίθετο ένα τέτοιο ερώτημα μέσω ενός δημοψηφίσματος το 2010, δεν εξετάσθηκε. Προσωπικά θα προτιμούσα, εάν η κοινωνία ήθελε και το πολιτικό σύστημα μπορούσε, να επιλέξουμε εμείς οι ίδιοι τις οδυνηρές περικοπές που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του ελλείμματος, δεσμευόμενοι με ένα δικό μας μνημόνιο, χωρίς να χρειαστεί να απευθυνθούμε στους ευρωπαίους εταίρους μας). Έτσι η χώρα για να μπορέσει να διασφαλίσει την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της, απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΔΝΤ. Έτσι υπογράφεται το 1ο μνημόνιο και στην συνέχεια το 2ο και πριν λίγες μέρες το 3ο μνημόνιο. Υπάρχουν κάποια ερωτήματα εάν τότε, το 2010 δηλαδή, υπήρχε εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο. Ίσως υπήρχαν κάποια περιθώρια κάποιων διαφοροποιήσεων, αλλά έχω τη γνώμη ότι, αφού η γενική πολιτική επιλογή ήταν η αντιμετώπιση του προβλήματος μας εντός ευρωζώνης, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια διαφοροποίησης. Αλλά για να μην παριστάνουμε τους εκ των υστέρων προφήτες, ας αφήσουμε την ιστορία να αποδείξει αν ήταν μονόδρομος, η επιλογή που προκρίθηκε το 2010 ή υπήρχαν καλύτερες εναλλακτικές λύσεις για τη χώρα μας, χωρίς να διακινδυνεύσουμε τη συμμετοχή μας στην ευρωζώνη. Γιατί ασφαλώς υπήρχε εναλλακτική στρατηγική τότε, όπως υπάρχει και σήμερα, δηλαδή η έξοδος από το ευρώ, η κυκλοφορία δικού μας νομίσματος και η διαχείριση του ελλείμματος και του χρέους με δική μας καθαρά ευθύνη. Το θέμα όμως είναι, ότι αυτή την εναλλακτική πολιτική στρατηγική την υποστήριζε και την υποστηρίζει σήμερα, μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του πολιτικού συστήματος και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 την απέρριψε η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Άρα η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας θέλει λύση για το θέμα του χρέους και τους ελλείμματος εντός της ευρωζώνης. Ίσως καταλαβαίνει, ότι κάθε άλλη επιλογή εκτός ευρωζώνης, δεν θα αποτελεί απλά μια επώδυνη επιλογή, όπως η σημερινή που ακολουθεί η χώρα μας, αλλά η συνταγή μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.
Όμως το πρόβλημα του χρέους δεν είναι το ίδιο με το πρόβλημα του ελλείμματος. Κάποιοι τα συγχέουν σκόπιμα για να δημιουργούν εντυπώσεις. Ή δεν μιλάνε καθόλου για το έλλειμμα. Το χρέος είναι ένα πρόβλημα που αφορά ασφαλώς τη χώρα μας, αφορά όμως και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης και του κόσμου ολόκληρου, αλλά είναι ένα πρόβλημα που μπορούμε να συνυπάρχουμε μαζί του μακροπρόθεσμα αρκεί να είναι βιώσιμο. Τώρα τι σημαίνει βιώσιμο, είναι ένα άλλο θέμα. Γιατί υπάρχουν χώρες που έχουν μεγαλύτερο χρέος από το δικό μας και όμως μια χαρά δανείζονται από τις αγορές, γιατί οι οικονομίες τους έχουν στοιχεία πολύ καλύτερα από τα δικά μας. Το έλλειμμα όμως, είναι ένα πρόβλημα που το ύψος του έχει μεγάλη σημασία και δεν μπορεί να αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό κάθε ετήσιου προϋπολογισμού του Κράτους. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να δανειζόμαστε κάθε χρόνο για να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες, όπως μισθούς και συντάξεις. Ένα σοβαρό Κράτος πρέπει να φροντίζει να καλύπτει τις δαπάνες του με τα έσοδα του, χωρίς δανεισμό και με το πλεόνασμα να εξοφλεί το χρέος του. Και αν δανειστούμε θα το κάνουμε όταν θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε ένα μεγάλο επενδυτικό έργο που θα μας αποδώσει μακροπρόθεσμα. Αυτό δεν κάνουμε στο σπίτι μας, εάν δεν θέλουμε να έχουμε μπλέξιμο με τις Τράπεζες; Αν κάθε μήνα μπαίνουμε μέσα θα αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να δανειζόμαστε με αποτέλεσμα κάποια μέρα η Τράπεζα να αρνηθεί να μας δανείσει, οπότε δεν θα έχουμε για να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες. Αυτό είναι το πρόβλημα και με τη χώρα μας. Τα έσοδά μας δεν φτάνουν να πληρώσουμε πρωτογενείς μας ανάγκες, δηλαδή μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα. Οπότε για να τις καλύψουμε εφόσον τα έσοδά μας είναι δεδομένα, είτε θα δανειστούμε είτε θα τις περιορίσουμε. Ασφαλώς μακροπρόθεσμα μπορούμε να δούμε να αυξήσουμε τα έσοδα. Να πατάξουμε τη φοροδιαφυγή, να φορολογήσουμε το μαύρο χρήμα, να μην επιτρέπουμε να χάνονται λίστες Λαγκάρντ, να ολοκληρώσουμε την ηλεκτρονική συνταγογράφηση και τις ηλεκτρονικές προμήθειες του Κράτους, να καταργήσουμε προκλητικά προνόμια, όπως των καλόπαιδων υπαλλήλων της Βουλής, τη βιτρίνα του πελατειακού κομματικού μας συστήματος, να φτιάξουμε επιτέλους περιουσιολόγιο και να φορολογούνται δίκαια όλοι και άλλα πολλά που περιγράφονται στο τρέχον μνημόνιο, αλλά δυστυχώς κάποιοι σφόδρα αντιμνημονιακοί τα αρνούνται συμπαρατασσόμενοι με τις αντιστεκόμενες συντεχνίες που δεν θέλουν να χάσουν τα προνόμιά τους. Και ένας λόγος που κάποια μέτρα από τα πρόσφατα ψηφισθέντα, είναι επώδυνα και άδικα για κάποια κοινωνικά στρώματα που δοκιμάζονται σήμερα, είναι γιατί το πολιτικό σύστημα μέχρι σήμερα δεν προχώρησε στις περικοπές άδικων προνομίων σε κάποιες κρατικοδίαιτες συντεχνίες και στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τρία χρόνια τώρα και προτιμά τις εύκολες λύσεις, δηλαδή τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων.
Με το δεδομένο αυτό ας δούμε λοιπόν τι επιλογές έχουμε εντός της ευρωζώνης. Είχαμε επιλογή να αρνηθούμε την υπογραφή του τελευταίου μνημονίου ; Μάλλον όχι εφόσον επιλέξαμε να αντιμετωπίσουμε τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας εντός της ευρωζώνης. Ας δούμε όμως πρώτα όμως τι είναι ένα μνημόνιο. Είναι ένα κείμενο που συνοδεύει τη δανειακή σύμβαση που περιγράφει τα μέτρα που συμφωνούνται ανάμεσα στα δύο μέρη μετά από διαπραγματεύσεις. Δηλαδή ουσιαστικά είναι οι όροι της δανειακής σύμβασης. Κάποιοι βάζουν τα λεφτά τους και κάποιοι άλλοι τα παίρνουν και υπογράφουν μια σύμβαση με κάποιους όρους που συμφωνούνται από κοινού. Αυτό είναι το μνημόνιο. Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστούμε χρήματα χωρίς να υπογράψουμε δανειακή σύμβαση, δηλαδή μνημόνιο. Κανένας δεν πετάει τα λεφτά του στον αέρα. Κάποιοι, όταν λένε ότι θα καταργήσουν τα μνημόνια, μάλλον εννοούν ότι θα καταργήσουν το υπογεγραμμένο μνημόνιο από τη σημερινή Κυβέρνηση και θα υπογράψουν κάποιο άλλο, που κατά τη γνώμη τους θα είναι καλύτερο για τη χώρα. Και αν είναι προδοτική –όπως λένε κάποιοι αριστεροί- η υπογραφή του νέου μνημονίου από την Κυβέρνηση, στην Κύπρο που η αριστερή Κυβέρνηση ετοιμάζεται να υπογράψει το δικό της μνημόνιο, είναι και αυτή προδοτική;  Δεν μπορώ να σκεφτώ τι περισσότερο θα μπορούσαν να διεκδικήσουν που δεν το διεκδίκησε η παρούσα Κυβέρνηση. Ας πούμε ότι είχαμε τη δυνατότητα να διεκδικήσουμε περισσότερα. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί δεν μπήκαν και αυτοί στην Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης, αφού πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εθνική προσπάθεια ; Γιατί προτίμησαν να μείνουν στα κεραμίδια και απλά να καταγγέλλουν τη μνημονιακή Κυβέρνηση; Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι ακολουθούν τη γνωστή συνταγή, δηλαδή αφήνουν τους άλλους να βγάλουν «το φίδι από την τρύπα», εκτιμώντας ότι έτσι θα κερδίσουν από τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τα μέτρα. Όμως πρέπει να ξέρουν ότι οι πολίτες μπορεί στη συγκυρία να δυσανασχετούν με τα μέτρα, αλλά μακροπρόθεσμα κρίνουν και αξιολογούν τις πολιτικές δυνάμεις όχι για τις εύκολες επιλογές, αλλά κυρίως για τις δύσκολες. Και τα δύσκολα είναι σήμερα. Και κάποιοι είναι απόντες. Και αυτό θα κριθεί.
Τα επώδυνα μέτρα που περιγράφονται στο νέο μνημόνιο αφορούν την αντιμετώπιση του δικού μας ελλείμματος. Όχι της Γερμανίας ούτε της Γαλλίας. Και ήταν προτάσεις για την αντιμετώπιση του ελλείμματος. Δηλαδή για να σταματήσουμε να δανειζόμαστε. Δεν άκουσα όμως εναλλακτικές προτάσεις, από τις δυνάμεις αυτές που καταγγέλλουν το μνημόνιο. Δεν άκουσα καμιά πρόταση από όλους αυτούς που μίλησαν για αποικίες, για προτεκτοράτο, για τοκογλύφους και άλλα ηχηρά, για την αντιμετώπιση του ελλείμματος της χώρας. Όποιος παρακολούθησε τις ομιλίες στη Βουλή, όλων των αντιμνημονιακών δυνάμεων, θα παρατήρησε ότι εκτός από τις γενικόλογες αναφορές στο χρέος, δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική αναφορά για το έλλειμμα. Το κύριο επιχείρημα των λεγόμενων αντιμνημονιακών, είναι ότι τα μέτρα επιδεινώνουν την ύφεση και αυξάνουν το χρέος. Και τι προτείνουν ; Την διαγραφή αν όχι του συνόλου του χρέους, του μεγαλύτερου μέρους του. Ακούστηκε επίσης η ανάγκη ενός σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα. Και μάλιστα επικαλούνται το ΔΝΤ και άλλους αναλυτές που προτείνουν το «κούρεμα» του χρέους της χώρας. Αυτό όμως που δεν θέλουν να καταλάβουν είναι ότι, τα μέτρα περικοπών δεν αντιμετωπίζουν το χρέος, αλλά το έλλειμμα. Γιατί εάν δεν αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα και να μας χαρίσουν όλο το χρέος σε λίγα χρόνια, εάν δεν πάρουμε αυτές τις αλλαγές θα βρεθούμε στο ίδιο σημείο και κανένα σχέδιο Μάρσαλ δεν μας σώζει. Το χρέος είναι άλλης τάξης πρόβλημα και αντιμετωπίζεται όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές. Και εξηγούμαι. Το χρέος της χώρας δημιουργήθηκε από τον αλόγιστο δανεισμό των προηγούμενων δικών μας Κυβερνήσεων. Δεν μας υποχρέωσε η Μέρκελ για να πάρουμε δάνεια. Οι δανειστές μας, εκτός από τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, είναι ευρωπαϊκά ασφαλιστικά ταμεία και στο μεγαλύτερο μέρος μετά το γνωστό μας PSI, είναι Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πως ακούγονται στα αυτιά των ευρωπαίων πολιτών που οι Κυβερνήσεις τους μας δάνεισαν πριν λίγους μήνες και ετοιμάζονται να μας ξαναδανείσουν, τις φωνές μας περί «κουρέματος» του χρέους, δηλαδή να τους επιστρέψουμε πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που μας δάνεισαν ; Τι άραγε να λένε οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και πολύ περισσότερο, οι πολίτες φτωχότερων χωρών της Ευρώπης που μας δάνεισαν, όπως οι Εσθονοί, οι Σλοβένοι -οι Σλοβάκοι που αποφάσισαν σχεδόν ομόφωνα να μην συμμετέχουν στον μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας μάλλον θα επιβεβαιώναμε την επιλογή τους με τις φωνές μας αυτές- και άλλοι, όταν ακούνε ότι δεν θέλουμε να τους επιστρέψουμε αυτά που μας δάνεισαν ; Και ποιοι είμαστε εμείς που απαιτούμε μονομερώς το κούρεμα αυτών που μας δάνεισαν άλλοι λαοί ; Περισσότερο ως φωνές μπαταχτσήδων ακούγονται αυτές οι φωνές στα αυτιά των άλλων λαών που μας δάνεισαν. Το θέμα του «κουρέματος» του χρέους είναι σοβαρό θέμα και δεν αντιμετωπίζεται με λαϊκισμούς τέτοιου τύπου. Αντιμετωπίζεται στα πλαίσια και σε συνεργασία με τους εταίρους μας. Με πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Με ουσιαστική συμβολή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Όχι ως μεμονωμένη απαίτηση μας που οι εταίροι μας είναι υποχρεωμένοι να υλοποιήσουν. Άρα λοιπόν το να λες ότι το χρέος μας πρέπει να «κουρευτεί», δεν αποτελεί εναλλακτική πολιτική στρατηγική για την αντιμετώπιση του ελλείμματος. Είναι μια επιλογή που δεν χρειάζεται να την ξεφωνίζεις για να καλύψεις την δική σου έλλειψη εναλλακτικής πολιτικής, παριστάνοντας ότι κάνεις προτάσεις, αλλά την κερδίζεις στην πράξη μέσα από την ειλικρινή συνεργασία με τους εταίρους και συμμάχους.

Χαλκίδα 13-11-2012
Κώστας Χαϊνάς

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Το δίλημμα της ψήφισης των μέτρων και ο έντιμος συμβιβασμός




Νομίζω ότι όταν έχεις διαβεί τον Ρουβίκωνα δεν έχεις δυνατότητα επιστροφής. Η διαπραγμάτευση με την τρόϊκα ήταν σκληρή, οφείλονται πολλά στην στάση και τους χειρισμούς της Δημοκρατικής Αριστεράς και αυτό καταγράφηκε. Σήμερα νομίζω ότι μπορεί να γίνει ένας έντιμος συμβιβασμός, μετά τις υπαναχωρήσεις και των δανειστών μας και η Δημοκρατική Αριστερά να είναι παρούσα με θετική ψήφο σε όλα τα μέτρα. Το πιο εύκολο είναι να απέχει ή να τα καταψηφίσει και να πει καλώς σας βρήκα στους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς». Οι οποίοι βέβαια «αντιμνημονιακοί», δεν έχουν κάποια άλλη εναλλακτική πρόταση. Εκτός ίσως απ’αυτούς που μιλάνε για αποχώρηση από το ευρώ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή το ΚΚΕ. Γιατί όλοι οι άλλοι (ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος) αν βγάλουμε τις διάφορες κορώνες που στολίζουν το λόγο τους, θεωρούν την παραμονή μας στην ευρωζώνη ως μονόδρομο και προτείνουν και αυτοί επαναδιαπραγμάτευση με τους δανειστές μας. Δηλαδή  αυτό που κάνει και η σημερινή Κυβέρνηση. Απλά λένε ότι αυτοί θα είναι πιο σκληροί διαπραγματευτές. Δεν ξέρω βέβαια πως το εννοούν αυτό το σκληροί διαπραγματευτές, π.χ. θα χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι (;), θα απαγάγουν τη Μέρκελ (;) ή δεν ξέρω τι άλλο θα σκεφτούν. Γιατί ουσιαστικά η πρότασή τους εμπεριέχει τον εξής απλοϊκό εκβιασμό. Μια έξοδος της χώρας από τη ζώνη του ευρώ θα επιφέρει τρομακτικές συνέπειες στις χώρες της Ευρωζώνης. Και μάλιστα επικαλούνται και δηλώσεις επισήμων εκπροσώπων της ΕΕ, οι οποίοι πραγματικά αναγνωρίζουν ότι οι συνέπειες μιας Greek exit είναι άγνωστες και πρέπει η Ελλάδα να παραμείνει στο ευρώ. Οπότε εμείς οι έξυπνοι Έλληνες μπορούμε να τους πατήσουμε στον κάλο, βασιζόμενοι σ’ αυτό τον φόβο τους. Ή δέχεστε αυτά που σας λέμε (π.χ να μας χαρίσετε τα χρέη μας (;), ή απειλούμε παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Δεν ξέρω αν αυτή η διαπραγμάτευση είναι πιο σκληρή ή όχι. Πάντως δεν την θεωρώ σοβαρή. Ούτε βέβαια και αριστερή. Γιατί τι σχέση έχουν με την αριστερή σκέψη και πρακτική, οι λογικές των εκβιασμών ;
Η μεγάλη μάχη νομίζω ότι αρχίζει την επόμενη μέρα του συμβιβασμού με τους δανειστές μας. Για τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής. Μας περιμένουν μικρές και μεγάλες μάχες για το μετασχηματισμό της χώρας σε ένα σύγχρονο, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό Κράτος. Μιλάμε για μια Δημοκρατική Επανάσταση. Χωρίς τη Δημοκρατική Αριστερά, αυτά δεν μπορούν να γίνουν και δεν θα γίνουν τελικά, γιατί τα άλλα δύο κόμματα που στηρίζουν αυτή τη Κυβέρνηση, έχουν στα σπλάχνα τους δυνάμεις του πελατειακού συστήματος, οι οποίες δεν θέλουν και δεν θα αφήσουν να αλλάξει τίποτα. Και επιτέλους οι αλλαγές σ’αυτή τη χώρα δεν μπορούν να γίνονται κάτω από την πίεση και εποπτεία καμιάς τρόϊκας. Είναι ντροπή για όλο το πολιτικό σύστημα, είναι ντροπή για όλους μας να μην μπορούμε εδώ και τρία χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης, να διατυπώσουμε και να εφαρμόσουμε ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης και ανασυγκρότησης της χώρας, χωρίς τρόϊκες και χωρίς αυτό το απαράδεκτο παιχνίδι των δόσεων. Το πολιτικό σύστημα απέδειξε ότι είναι ανίκανο να αλλάξει και να ανορθώσει τη χώρα και κρύβεται πίσω από την τρόϊκα και τα μνημόνια. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια υπέγραψε δύο μνημόνια και τώρα πάει για το τρίτο, για να κάνει αλλαγές και  μεταρρυθμίσεις και δεν έκανε σχεδόν τίποτα. Γιατί δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα στη χώρα. Γιατί ήθελε να μείνει ανέπαφο αυτό το πελατειακό κρατικοδίαιτο σύστημα που δημιούργησε από την μεταπολίτευση και απομυζούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Γιατί θεωρεί ότι θα κοροϊδέψει και πάλι τους κουτόφραγκους. Έτσι σκεφτόταν πάντα η πολιτική ελίτ αυτής της χώρας και έτσι διαπαιδαγώγησε και την κοινωνία. Ότι μπορούμε να ζούμε με δανεικά και να ζητάμε στο τέλος και τα ρέστα από τους δανειστές μας, γιατί δεν μας πρόσεχαν που σπαταλούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας!
Προσωπικά δεν συμφωνώ με τις πολιτικές των μνημονίων. Από το 2010 είχα καταθέσει μια πρόταση την οποία επαναφέρω και την επανακαταθέτω, συνοπτικά. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε εδώ και τώρα. Το Κράτος να καλύπτει τις ανάγκες του με βάση τα έσοδά του. Να γίνει αναδρομικός έλεγχος πόθεν έσχες για όλους και να πληρώσουν όσοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματά τους. Να ζητήσουμε από τους δανειστές μας αντί να μας δανείζουν, να μας παγώσουν τα τοκοχρεολύσια για 2-3 χρόνια, μέχρι να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Να ψηφίσουμε με δική μας ευθύνη και να εφαρμόσουμε αμέσως και αποφασιστικά όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την μετατροπή του Κράτους σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό δημοκρατικό Κράτος με αξιοκρατία και αξιολόγηση των πάντων. Και ασφαλώς μέσα από τις διαδικασίες και τις προοπτικές μιας δημοκρατικής πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ, η χώρα μας να αξιοποιήσει όσο γίνεται καλύτερα τις όποιες θετικές ρυθμίσεις για την μείωση του χρέους της. Μια πρόταση που θα κόστιζε λιγότερα στους δανειστές μας και εμείς δεν θα ζούσαμε το μαρτύριο της σταγόνας με τις δόσεις. Απλά οι αποφάσεις μας και τα μέτρα που θα εφαρμόζαμε από την αρχή, ίσως ήταν πολύ σκληρά, αλλά τουλάχιστον θα είχαμε κάποιο φως στο τούνελ.
Όμως δυστυχώς ακολουθήσαμε το δρόμο των μνημονίων και σήμερα πρέπει να παρθούν και πάλι σκληρές αποφάσεις για να μπορέσει να ανασάνει και πάλι η χώρα. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Γνωρίζουμε ότι από μόνα τους τα όποια μέτρα δεν αρκούν. Χρειάζονται και άλλα πολλά να γίνουν. Και, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που ζούμε, και αν θέλουμε να διατηρηθεί κάποια ελπίδα να γίνουν αυτά, ικανή και αναγκαία συνθήκη γι αυτό είναι, η Δημοκρατική Αριστερά να μπορέσει να παίξει τον ρόλο της στην Κυβέρνηση συνεργασίας. 
Αν κάνει το λάθος η Δημοκρατική Αριστερά να βγάλει τον εαυτό της από το αυριανό πολιτικό παιχνίδι ή να αυτo-περιορίσει τον ρόλο της, με κάποια επιλογή όπως  αποχή ή απλή παρουσία ή μερική καταψήφιση, τότε θα κλείσει άδοξα ο κύκλος του εγχειρήματος για τη δημοκρατική μεταρρύθμιση της χώρας. Η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς στην Κυβέρνηση εάν και εφόσον είναι παρούσα στο εγχείρημα, αποκτά έναν άλλο χαρακτήρα με σημαντικό ειδικό βάρος, στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν. Επιπλέον, η Δημοκρατική Αριστερά σε συνθήκες αναμόρφωσης και ανασύνθεσης της Δημοκρατικής Παράταξης αποκτά ένα σημαντικό πλεονέκτημα και την αναδεικνύει σε πρωταγωνίστρια δύναμη, αφού απέδειξε ότι όχι μόνο είναι παρούσα στις κρίσιμες στιγμές, αλλά και μπορεί να παίζει καταλυτικό και καθοριστικό ρόλο για το κοινό καλό της χώρας μαζί με τις δυνάμεις της δημοκρατίας και της μεταρρύθμισης.

Η Δημοκρατική Αριστερά ψηφίζει για τη χώρα και το μέλλον της και όχι για την αμφιλεγόμενη βιωσιμότητά της.


Χαλκίδα 28-10-2012
Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις για την δημιουργία Βιομηχανικής Περιοχής στο Μαντούδι




Γενικά η ίδρυση και οριοθέτηση μιας περιοχής ως βιομηχανικής περιοχής, είναι ένα θετικό γεγονός, από την άποψη ότι προσδιορίζουμε τον χώρο για μια συγκεκριμένη χρήση, δημιουργούμε τις κατάλληλες υποδομές για να μπορούν να λειτουργήσουν σωστά οι φιλοξενούμενες επιχειρήσεις, χωρίς να επιβαρύνουν το φυσικό περιβάλλον, τα ποτάμια, τα υπόγεια νερά, τον αέρα, τους κοντινούς οικισμούς. Αν στο μυαλό μας για παράδειγμα φέρουμε τα Οινόφυτα, μια περιοχή που μέχρι τη Θήβα, ίσως να φιλοξενεί και χίλιες επιχειρήσεις και η οποία δεν είναι χαρακτηρισμένη βιομηχανική περιοχή, δηλαδή δεν έχει καμιά από τις υποδομές λειτουργίας μιας βιομηχανικής περιοχής, κατανοούμε όλοι την ανάγκη και την χρησιμότητα να λειτουργούν οι επιχειρήσεις εντός χαρακτηρισμένων και αδειοδοτημένων βιομηχανικών περιοχών. Το πρόβλημα της τοξικής ρύπανσης της περιοχής του Ασωπού δεν είναι καθόλου άσχετη με την ανεξέλεγκτη λειτουργία των επιχειρήσεων και της μη ύπαρξης και λειτουργίας οργανωμένης και συγκροτημένης βιομηχανικής περιοχής. Άρα λοιπόν η έλλειψη χωροθέτησης και λειτουργίας συγκεκριμένης βιομηχανικής περιοχής στην περιοχή των Οινοφύτων, είναι ένα αρνητικό γεγονός και έλλειμμα πολιτικής για όλες τις μεταπολιτευτικές Κυβερνήσεις, με μεγάλες δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της περιοχής.
Οι προδιαγραφές που θέτει ο νομοθέτης για την ίδρυση βιομηχανικής περιοχής είναι συγκεκριμένες και ανάλογα με το είδος των επιχειρήσεων που προτίθεται να φιλοξενήσει καθορίζονται και οι αντίστοιχοι περιβαλλοντικοί και άλλοι όροι λειτουργίας της. Το ερώτημα που τίθεται βέβαια είναι σε ποιες περιοχές είναι σωστό να ιδρύονται βιομηχανικές περιοχές; Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη. Εκεί που ορίζουν τα γενικά και ειδικά χωροταξικά σχέδια της κάθε χώρας. Δηλαδή για παράδειγμα, όταν μια περιοχή σαν το Βόλο ή της Σίνδο είναι χαρακτηρισμένες βιομηχανικές ζώνες, θα ήταν παράδοξο να μην χωροθετηθούν και ιδρυθούν βιομηχανικές περιοχές. Γιατί ο κάθε επενδυτής θα πρέπει να γνωρίζει που και πως μπορεί να επενδύσει και να λειτουργήσει την βιοτεχνική ή την βιομηχανική δραστηριότητα που θέλει. Και πρέπει πλέον να τελειώσουμε με το απαράδεκτο καθεστώς των εξαιρέσεων με βάση το οποίο λειτουργούν σήμερα δεκάδες, εκατοντάδες βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις εκτός χαρακτηρισμένων και χωροθετημένων βιοτεχνικών και βιομηχανικών περιοχών.
          Και ερχόμαστε στην συγκεκριμένη αίτηση ενός ιδιωτικού φορέα να ιδρύσει μια βιομηχανική περιοχή, στο Μαντούδι της Κεντρικής Εύβοιας. Και μάλιστα όχι για να φιλοξενήσει π.χ. τη μεταποίηση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων του λευκόλιθου, που κανένας κάτοικος δεν είναι αντίθετος με αυτήν την παραδοσιακή δραστηριότητα για το Μαντούδι, αλλά άλλες βιομηχανικές μονάδες υψηλής όχλησης, που κανένας δεν ξέρει ποιες. Δηλαδή, επιλέγεται η πιο υψηλή βαθμίδα επικινδυνότητας και περιβαλλοντικής όχλησης που προβλέπεται από το νόμο, για μια περιοχή όπως το Μαντούδι, που όλα τα μέχρι σήμερα δεδομένα και οι νόμοι καθορίζουν μια άλλη δραστηριότητα και προοπτική ανάπτυξης με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης περιοχής και του αναπτυξιακού της προτύπου. Ένα αναπτυξιακό πρότυπο που βασίζεται στη μεταλλευτική δραστηριότητα του λευκόλιθου, την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό.
          Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι μετά την κρίση της μεταλλευτικής δραστηριότητας, στη δεκαετία του 1990 και του 2000, οι κάτοικοι της περιοχής ξεπερνώντας το σοκ την ανεργίας, εκτός από την μετανάστευση, άρχισαν να αναπτύσσουν αγροτικές και τουριστικές δραστηριότητες. Ιδιαίτερα οι περιοχές της Λίμνης και της Αγίας Άννας αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στους τομείς αυτούς, δίνοντας μια νέα ταυτότητα στην περιοχή. Οι νέοι της περιοχής έχοντας ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό το σύνδρομο της μονοκαλλιέργειας της εκμετάλλευσης του λευκόλιθου σε σχέση με τους γονείς τους, προσανατολίσθηκαν σε άλλες εναλλακτικές δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα και των υπηρεσιών. Έτσι η περιοχή τα τελευταία χρόνια πήρε την ταυτότητα μιας περιοχής με ήπια αγροτική παραγωγή και με έντονη τουριστική δραστηριότητα.
          Τι κάνει λοιπόν η εξαγγελία για ίδρυση ΒΙ.ΠΕ. στο Μαντούδι; Ανατρέπει ολοκληρωτικά τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Σκεφτείτε μόνο όσους νέους ανθρώπους επένδυσαν στην ταυτότητα που λέγαμε και έστησαν την δική τους μικρή ή μεγάλη αγροτική παραγωγή. Σκεφτείτε όσους νέους ανθρώπους έστησαν την μικρή ή τη μεγαλύτερη τουριστική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή. Τους επαγγελματίες της Λίμνης, της Αγίας Άννας. Έχουμε δηλαδή με την εξαγγελία της ΒΙ.ΠΕ. μια πλήρη ανατροπή στο αναπτυξιακό μοντέλο, στην ταυτότητα που με κόπους και πολλές καθυστερήσεις οικοδομήθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Και οι επιπτώσεις της ΒΙ.ΠΕ. δυστυχώς δεν αφορούν μόνο το Μαντούδι. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι επηρεάζει όλη την Κεντρική και Βόρεια Εύβοια, από τη Λίμνη μέχρι την Ιστιαία και τα Λουτρά, τουλάχιστον όσον αφορά την ταυτότητα της περιοχής. Άρα λοιπόν αυτή η ανατροπή θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για τις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες, τις οποίες δεν μπορούμε να μην τις συνυπολογίσουμε ως κοινωνία, πριν παρθούν οριστικές αποφάσεις.
          Όμως πέρα από την ουσία του θέματος, που είναι η ανατροπή των οικονομικών, κοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες στην περιοχή, υπάρχουν και κάποια άλλα συγκεκριμένα αρνητικά σημεία και νομικά εμπόδια που συνηγορούν κατά της ΒΙ.ΠΕ, τα οποία συνοψίζονται στο ότι, επιλέγεται μια πόλη σαν το Μαντούδι για την ίδρυση μιας βιομηχανικής περιοχής με σκοπό να φιλοξενήσει δραστηριότητες υψηλής όχλησης, τις οποίες πέρα από το ότι δεν τις γνωρίζουμε, αλλοιώνουν δραστικά τον αναπτυξιακό χαρακτήρα της Β.Κ. Εύβοιας και έρχονται σε αντίθεση με ψηφισμένους νόμους του Κράτους.
Τέλος, όσοι είναι υπέρ της ΒΙ.ΠΕ. καταθέτουν ως επιχείρημα την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ναι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Πόσες όμως θα χαθούν έχουμε υπολογίσει ; Δεν μπορούμε λοιπόν να σκεφτόμαστε μόνο με το στοιχείο της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, το οποίο είναι σημαντικό ασφαλώς, αλλά όχι μοναδικό. Πρέπει να σκεφτούμε ολιστικά και με βάση το συλλογικό συμφέρον. Και σε τελευταία ανάλυση την απόφαση για το μέλλον αυτής της περιοχής δεν μπορεί να την πάρουν κάποιες επιτροπές ή έστω κάποιος υπουργός. Αφορά όλους τους πολίτες της περιοχής, τους οποίους δεν ρώτησε κανείς πως θέλουν το μέλλον του τόπου που ζούνε και δημιουργούν.

Χαλκίδα 17-10-2012
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις για μια αυτοδιοίκηση των πολιτών




Ναι, η ζωή κάνει κύκλους, επαναλαμβάνεται με παραλλαγές ως κωμωδία ή τραγωδία, με σκαμπανεβάσματα και υπαναχωρήσεις αλλά είναι σίγουρο ότι οι καλές ιδέες και τα καλά συλλογικά εγχειρήματα αφήνουν παρακαταθήκες και ρίζες να ξαναφυτρώσουν στο μέλλον.
Έτσι και το εγχείρημα των κινήσεων πολιτών για την αυτοδιοίκηση, είτε σε δημοτικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο, μπορεί να έχουν μικρή ιστορία στα αυτοδιοικητικά πράγματα της χώρας, αλλά νομίζω ότι έχουν καλό μέλλον. Και αναφέρομαι στις προσπάθειες που έγιναν στις αυτοδιοικητικές εκλογές να συγκροτηθούν αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και αναφορές. Κινήσεις πολιτών δηλαδή που θα ξεπερνούν τις κομματικές περιχαρακώσεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, και σεβόμενοι όλοι την διαφορετικότητα του καθένα, θα διαμορφώσουν ένα κοινό πλαίσιο για μια συνάντηση νέου τύπου. Στη βάση των τοπικών προβλημάτων χωρίς να αφαιρούν την πολιτική διάσταση των πραγμάτων, θα συγκροτούν ένα σύγχρονο πολιτικό, αυτοδιοικητικό λόγο, για το καλό των τοπικών κοινωνιών.
Έτσι λοιπόν πολίτες που ανήκαν ή δεν ανήκαν σε κάποιον πολιτικό χώρο, γεγονός αδιάφορο για τον καθένα που ερχόταν στην κίνηση, αφού δεν ενδιάφερε κανέναν τι ψήφιζε ο διπλανός του, συγκροτήθηκαν αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών σε αρκετές πόλεις της Χώρας. Μια απ’ αυτές ήταν και η Χαλκίδα. Συναντήθηκαν πολίτες με διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές, διαμόρφωσαν ένα κοινό πλαίσιο προγραμματικών αρχών και πορεύτηκαν μαζί στις αυτοδιοικητικές εκλογές κερδίζοντας την εκπροσώπηση τους στο νέο Δημοτικό Συμβούλιο, συναγωνιζόμενοι ακόμη και κομματικές παρατάξεις με έντονη παρουσία και ιστορία στην αυτοδιοίκηση.

Ποιους ενόχλησε ιδιαίτερα αυτές οι αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών ;

Πρώτα απ’όλα ενόχλησαν τις κατεστημένες κομματικές ελίτ που έβλεπαν σε μεγάλο βαθμό ότι έχαναν τη δουλειά τους. Διέβλεψαν το κίνδυνο ότι εάν οι διαδικασίες συγκρότησης των δημοτικών κινήσεων και παρατάξεων, έφευγαν από τα κομματικά γραφεία και διαμορφώνονταν μέσα στην κοινωνία και από την ίδια την κοινωνία των πολιτών, απειλούντο να μείνουν οι ίδιοι χωρίς δουλειά. Γι αυτό οι πρώτες που πολέμησαν αυτές τις νέες κινήσεις πολιτών ήταν οι κομματικές γραφειοκρατίες, οι οποίες θέλουν να παραμείνουν οι ίδιες ως τους μοναδικούς παράγοντες διαμόρφωσης των αυτοδιοικητικών πραγμάτων σε κάθε πόλη. Είμαι σίγουρος ότι πρώτοι που έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση, βλέποντας να αυτοδιαλύεται το εγχείρημα στη Χαλκίδα, ήταν κάποιοι κομματικοί καρεκλοκένταυροι.
Για να μην παρεξηγηθούμε γιατί ακούστηκαν και κάποια τέτοια. Ότι οι αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών είναι απολίτικες, ενάντια στα κόμματα και άλλα παρεμφερή. Όχι βέβαια. Οι αυτοδιοικητικές κινήσεις δεν έχουν αντιπάλους τα κόμματα. Τα κόμματα πρέπει και επιβάλλεται να λειτουργούν με δημοκρατία και διαφάνεια όπως ορίζουν οι νόμοι του Κράτους. Το θέμα είναι το εξής : Σε μια τοπική κοινωνία γιατί να μην μπορούν να συναντηθούν και να συνεργασθούν και πολίτες που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους ή είναι ανένταχτοι. Γιατί  να μην μπορούν να συνεργασθούν σε ένα κοινό δημοτικό ψηφοδέλτιο πολίτες ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις για το καλό της πόλης τους και των πολιτών τους ; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε οι πολίτες να καλούνται να ψηφίσουν στους τοπικούς τους δημάρχους με κομματικά κριτήρια ; Γιατί τι άλλο είναι, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι δήμαρχοι, περνούν από τη διαδικασία του κομματικού χρίσματος ; Όμως ο Δήμαρχος δεν είναι μητροπολίτης να χρειάζεται χρίσμα. Είναι ο κατ’εξοχήν αυθεντικός εκπρόσωπος μιας τοπικής κοινωνίας, που καλείται να αντιμετωπίσει τα μεγάλα και δύσκολα προβλήματα μιας μικρής ή μεγάλης πόλης της εποχής μας. Δηλαδή να πίνουμε υγιεινό νερό, να ανακυκλώνουμε και να διαχειριζόμαστε όσο γίνεται καλύτερα και ορθολογικότερα τα απορρίμματά μας, να μην μολύνουν τις θάλασσές και τα ποτάμια μας οι διάφοροι ρυπαντές, να έχουμε καθαρούς δρόμους, να έχουμε πάρκα και ποδηλατοδρόμους, να φροντίζουμε τους άπορους συμπολίτες μας και να διευκολύνουμε να ζουν μαζί μας και ισότιμα οι συνάνθρωποί μας που έχουν κινητικά ή άλλα προβλήματα, να αναδείχνουμε τους τοπικούς θησαυρούς μας είτε αυτοί είναι η αρχαία μας πολιτιστική μας κληρονομιά, είτε η φύση που πρέπει να την προστατεύσουμε και άλλα πολλά. Γιατί όλα αυτά πρέπει να αγωνισθούν για τη λύση τους όσοι πάρουν ή έχουν κάποιο κομματικό χρίσμα ;
Τα προβλήματα αυτά άλλωστε δεν αντιμετωπίζονται χωρίς την συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Όταν τα κόμματα λοιπόν ποδηγετούν μια τοπική κοινωνία με το κομματικό ψηφοδέλτιο, ουσιαστικά την οδηγούν στην απραξία και την αδράνεια. Λέγοντάς της ότι αρκεί να ψηφίσει το κομματικό ψηφοδέλτιο και ως δια μαγείας θα λυθούν τα προβλήματά της. Αυτό όμως έχει αποδειχθεί εδώ και χρόνια φενάκη. Αυτή η νοοτροπία συνέβαλε στην ραγδαία ανάπτυξη του πελατειακού συστήματος, αφού καλλιέργησε στον πολίτη την αντίληψη, ότι το πρόβλημά του θα λυθεί, αρκεί να το «προωθήσει» μέσα από το «δικό» του δημοτικό σύμβουλο ή δήμαρχο.
Έτσι τα προβλήματα ατομικοποιούνται αντί να κοινωνικοποιούνται, οι πολίτες μετατρέπονται σε άβουλα άτομα αντί για ενεργή κοινωνία, και οι τοπικοί άρχοντες, διαμεσολαβητές επίλυσης ατομικών προβλημάτων και όχι των πραγματικών προβλημάτων που έχει μια πόλη και οι πολίτες της. Γιατί η έντονη κομματικοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, δημιούργησε ένα από τα πιο διεφθαρμένα τμήματα της δημόσιας ζωής της χώρας σύμφωνα, με πολλές έρευνες. Και τα προβλήματα των πόλεων και των πολιτών όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, αλλά σε μεγάλο βαθμό διαιωνίζονται και πολλαπλασιάζονται. Ασφαλώς τα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών δεν είναι μόνο η έντονη κομματικοποίηση της αυτοδιοίκησης. Όμως είναι σημαντικό πρόβλημα. Γιατί εμποδίζει τη συνεργασία και την συνέργεια ικανών και ενεργών συμπολιτών μας που ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα να συνεργασθούν για το καλό της πόλης. Γιατί αποτρέπουν συμπολίτες μας με γνώσεις και εμπειρίες να εμπλακούν με τα δημοτικά μας πράγματα, αφού τους υποχρεώνει για να είναι υποψήφιοι να ταχθούν οπωσδήποτε με ένα κομματικό ψηφοδέλτιο που οι ίδιοι πιθανώς δεν θέλουν.
Ένας σοβαρός λόγος που πάρα πολλοί συμπολίτες μας απέχουν από τα κοινωνικά δρώμενα κατά την γνώμη μου, είναι γιατί τα κόμματα έχουν διεισδύσει τόσο βαθειά στα τοπικά δρώμενα, διά ίδιον όφελος, που δρουν αποτρεπτικά. Και αυτό είναι εις βάρος της πόλης, εις βάρος της κοινωνίας, αφού στερούμαστε από τις ιδέες, τις προτάσεις, την δραστηριότητα ικανών και άξιων συμπολιτών μας που δεν εμπλέκονται με τα κοινά, βλέποντας το επίπεδο και την αισθητική της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και το επίπεδο των πολιτικών μας εκπροσώπων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Ελπίζω ότι η ίδια η κοινωνία θα αντιδράσει και χρόνο με το χρόνο θα κερδίζει ακόμη και μέσα στα κόμματα, η προσέγγιση που θέλει τις κοινωνίες των πολιτών πρωταγωνιστές στην διαμόρφωση των αυτοδιοικητικών πραγμάτων και όχι τις κομματικές γραφειοκρατίες. Για το καλό των τοπικών κοινωνιών αλλά και των ίδιων των πολιτικών κομμάτων. Προσωπικά δεν μετανιώνω για όσα προσπαθήσαμε να κάνουμε μαζί με άλλους φίλους το 2010, για μια αυτοδιοίκηση των πολιτών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και έτσι θα συνεχίσω και στο μέλλον.


Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 13-10-2012

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Είναι δίκαιες οι απολύσεις στο δημόσιο ;




Όσο είναι και στον ιδιωτικό τομέα, τόσο δίκαιες είναι και οι απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Έτσι θα απαντούσα αν με ρώταγε κάποιος. Είναι οι απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα δίκαιες ; Ποια είναι η απάντηση στο ερώτημα αυτό ; Για τον ιδιωτικό υπάλληλο που απολύθηκε, λίγο σημασία έχει η απάντησή του οποιοδήποτε. Και όποιος έχει δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα καταλαβαίνει πολύ καλά τι σημαίνει μια απόλυση. Γιατί πέρα από το βιοποριστικό πρόβλημα που είναι το κυρίαρχο μετά την απόλυση, οι επιπτώσεις στην προσωπικότητα του ατόμου που απολύεται είναι ανεξερεύνητες και εν πολλοίς άγνωστες για όσους δεν έχουμε ζήσει αυτά τα συναισθήματα. Μέχρι σήμερα όμως μόνο ο απολυμένος του ιδιωτικού τομέα έχει νιώσει και έχει βιώσει τέτοιες καταστάσεις. Πολύ κοντά είναι και ο ελεύθερος επαγγελματίας και ο επιχειρηματίας που υποχρεώνεται να κλείσει την επιχείρησή του γιατί δεν «βγαίνει». Ίσως, όχι με δική του ευθύνη. Να μην μιλήσουμε για τα χιλιάδες νέα παιδιά με τα πολλά και εξειδικευμένα προσόντα, που δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στην παραγωγή και μαραζώνουν σε κάποια συνοικία της πόλης ή σε κάποιο χωριό της επαρχίας, ζώντας μια ψευδαίσθηση της ζωής από το χαρτζιλίκι του πατέρα ή του παππού και της γιαγιάς.
            Έτσι λοιπόν στον ιδιωτικό τομέα σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι άνεργοι το 2ο τρίμηνο του 2012 έφτασαν στον αριθμό του 1.168.761 άτομα και τον τελευταίο χρόνο κάθε μέρα 1.000 άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους. Ένας στους δύο νέους μέχρι 24 χρονών είναι άνεργος. Και μιλάμε για τα επίσημα νούμερα. Σκεφτείτε όλους εκείνους που δεν έχουν γραφτεί στους καταλόγους της ανεργίας για διάφορους λόγους και υπολογίστε το πραγματικό ύψος της ανεργίας στην Ελλάδα. Αυτούς τους ανθρώπους ποιος άραγε τους νοιάζεται εκτός από τους δικούς τους ανθρώπους, οι οποίοι αποτελούν το μοναδικό τους στήριγμα ; Και τα στοιχεία αυτά θα επιδεινώνονται όσο συνεχίζεται η ύφεση την οποία πληρώνει σταθερά μόνο ο ιδιωτικός τομέας τα τελευταία τρία χρόνια.
            Αντίθετα, εδώ και δεκαετίες τροφοδοτείται ασταμάτητα ένας δημόσιος τομέας από κομματικές στρατιές. Οι διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ μπορεί να διασφάλιζαν κάποια αξιοκρατία, δεν διασφάλιζαν όμως ότι οι προσλήψεις αυτές κάλυπταν πραγματικές ανάγκες του Κράτους. Γιατί η απόφαση για προσλήψεις είτε μέσω ΑΣΕΠ είτε εκτός, ήταν απόφαση του πολιτικού συστήματος που κυρίως ήθελε να καλύψει τις πελατειακές του ανάγκες κυρίως και δευτερευόντως ανάγκες του Κράτους. Κάθε πολιτικός με την εκλογή του είχε ως πρώτη αποστολή το βόλεμα των ημετέρων. Αυτό αποτελούσε βασική προϋπόθεση της επανεκλογής του. Το σύστημα εξωράιζε τον δημόσιο τομέα, δίνοντας συνεχώς πρόσθετες παροχές και προνόμια, (σε σχέση πάντα με τις δυνατότητες της οικονομίας μας και τα έσοδα του Κράτους αλλά και σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα), ώστε κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να εθίσει την κοινωνία και τους πολίτες σε ένα μοναδικό όνειρο. Το βόλεμα στο δημόσιο. Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με αυτό το όνειρο. Μια θέση στο δημόσιο! Το όνειρο και η πραγμάτωσή του βόλευε τους πάντες. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, δημιουργούσε μια σταθερή πελατεία και κατάφερνε έτσι να διαιωνίζει την εξουσία του. Από την άλλη, διαχρονικά και σταθερά δημιουργήθηκαν πολύπλοκοι και ισχυροί δεσμοί εξάρτησης της κοινωνίας από τον κρατικό τομέα, μετατρέποντας την σε μεγάλο βαθμό σε μια κρατικοδίαιτη κοινωνία.
            Τώρα αν δεν υπήρχαν τα απαραίτητα έσοδα για να μπορεί να συντηρηθεί αυτό το Κράτος, λίγη σημασία είχε για τους Κυβερνητικούς ιθύνοντες από τη μεταπολίτευση μέχρι και πρόσφατα. Μπορεί κατά καιρούς κάποιοι να ψέλλιζαν κάποια μισόλογα, ή κάποιοι άλλοι να προσπαθούσαν να πάρουν κάποια μέτρα περιορισμού του Κράτους. Μάταιος κόπος. Απέναντί τους ορθωνόταν ένα τεράστιο μέτωπο που κάλυπτε οριζόντια  όλο το κατεστημένο πολιτικό και συνδικαλιστικό σύστημα. Μην τολμήσετε να πειράξετε το Κράτος μας, το δημιούργημά μας. Όποιος τολμούσε να πάρει κάποια μέτρα εξορθολογισμού του κρατικού μηχανισμού, αμέσως του κόλλαγαν την ταμπέλα του νεοφιλελεύθερου και είτε δεν επανεκλεγόταν, είτε εξοβελιζόταν από το πολιτικό σύστημα. Όποιος μίλαγε για μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, για αξιολόγηση, για άρση της μονιμότητας και άλλα παρεμφερή, δεν υπήρχε περίπτωση να επανεκλεγεί βουλευτής. Και έτσι η ζωή συνεχιζόταν για δεκαετίες. Ο αριθμός των κρατικών υπαλλήλων συνεχώς μεγάλωνε. Εάν δεν υπήρχε οργανική θέση για τον νεοπροσλαμβανόμενο δεν είχε σημασία. Άλλαζαν το οργανόγραμμα και δημιουργούσαν νέα θέση. Εάν δεν είχε υπηρεσία να τον απασχολήσει δεν είχε σημασία. Έφτιαχναν νέα υπηρεσία ή νέο οργανισμό. Εάν δεν είχε κτίριο για να στεγάσει την υπηρεσία αυτή και πάλι δεν είχε σημασία. Μίσθωναν νέο κτήριο! Για τα λεφτά ποιος νοιαζόταν. Λεφτά υπήρχαν, όπως λέει και το γνωστό απόφθεγμα. Ε, και αν δεν υπήρχαν στα ταμεία του Κράτους, αφού τα έσοδα δεν έφταναν για να πληρώνονται μισθοί και συντάξεις, τότε απλά δανειζόμασταν.
Λίγα χρόνια πριν, φτάσαμε να έχουμε έλλειμμα πάνω από 25 δις. ευρώ σε ένα χρόνο και κανένας δεν βγήκε να πει κάτι στον ελληνικό λαό. Είτε από τη συμπολίτευση είτε από την αντιπολίτευση, εκτός από μεμονωμένες φωνές. Ακόμη και σήμερα θεωρώ ότι το πολιτικό σύστημα δεν έχει πει όλη την αλήθεια στον ελληνικό λαό, εκτός ξαναλέω από κάποιες εξαιρέσεις. Γι αυτό ακόμη σε μεγάλο βαθμό, κυριαρχούν οι θεωρίες συνομωσίας. Οι κακοί ξένοι, οι γερμανοί που θέλουν να μας εκμεταλλευτούν και άλλα ηχηρά. Βολεύει θαυμάσια το κατεστημένο να ρίχνει τις ευθύνες στους ξένους. Γιατί η αλήθεια σε πολλούς από το πολιτικό σύστημα θα τους υποχρεώσει να «κρυφτούν», γιατί είναι πρωταγωνιστές στη διόγκωση του χρέους και του ελλείμματος του Κράτους. Η ουσία λοιπόν είναι ότι το ελληνικό κράτος διαχρονικά από τη μεταπολίτευση δανειζόταν για να καλύψει πρωτογενείς ανάγκες και κανείς δεν μιλούσε εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Και η εξήγηση είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση με τον υπερδανεισμό του Κράτους τους βόλευε όλους, αφού είχε διασφαλιστεί μια υπερκαταναλωτική ευδαιμονία και μια ανάπτυξη, που όμως στηριζόταν σε δανεικά.
Και φτάσαμε στη σημείο μηδέν. Οι περίφημες αγορές δάνειζαν πλέον με δυσβάστακτα επιτόκια, το Κράτος δεν είχε να πληρώσει, όχι μόνο τους τόκους και τα χρεολύσια από τα δάνεια που είχε πάρει, αλλά και για βασικές του ανάγκες. Τα υπόλοιπα είναι πολύ πρόσφατα. Υποχρεώθηκε η χώρα να ζητήσει βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση και να υπογράψει τα απανωτά μνημόνια για τη δημοσιονομική προσαρμογή της. Και αυτό το ερώτημα είναι πλέον καθημερινό από τότε. Ποιες περικοπές πρέπει να γίνουν από το Κράτος, ώστε να μηδενίσουμε το έλλειμμα ή τέλος πάντων να το κάνουμε υποφερτό ; Από την παιδεία, την υγεία, την άμυνα, τους μισθούς, τις συντάξεις ; Κανείς δεν θέλει να του περικόψουν τίποτα. Και δικαιολογημένα σε ένα βαθμό οι αντιδράσεις. Ιδιαίτερα για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Τα ασφαλιστικά ταμεία είναι ελλειμματικά. Δεν είναι σε θέση να καλύψουν όχι τις συντάξεις, αλλά ακόμη και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ασφαλισμένων τους από τους οποίους κάθε μήνα παρακρατούνται καθόλου ευκαταφρόνητα ποσά. Από την άλλη τεράστια ποσά χάνονται στις δαιδαλώδεις διαδρομές του φαρμάκου  και κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει.
Τελευταία μπήκε στη συζήτηση και το θέμα των απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων. Σχεδόν ομόφωνα το πολιτικό σύστημα συμφώνησε να μην αγγίξουν το θέμα, εκτός από κάποιες μεμονωμένες φωνές. Όμως το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε σήμερα, δεν είναι αν αυτή τη στιγμή απαιτείται να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι, εάν π.χ. ο αριθμός των αποχωρήσεων για συνταξιοδότηση είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν που απαιτείται. Το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε σήμερα είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα με το Κράτος και τους λειτουργούς του, σε μόνιμη και σταθερή βάση. Κατά την γνώμη μου μία είναι η απάντηση, ανεξαρτήτως μνημονίου και τρόϊκας για να δημιουργήσουμε κάποιες προϋποθέσεις ενός καλύτερου Κράτους, που είναι το ζητούμενο. Να καθιερώσουμε άμεσα την διαδικασία της αξιολόγησης και την άρση της μονιμότητας. Ανεξαρτήτως μνημονίου το επαναλαμβάνω. Προτάσεις που λένε να απολύονται όσοι υπάλληλοι ανήκουν σε οργανισμούς που κλείνουν τις θεωρώ ισοπεδωτικές. Η μοναδική λύση είναι η αξιολόγηση σε μόνιμη και σταθερή βάση όλων. Όπως γίνεται στον ιδιωτικό τομέα, όπου η αξιολόγηση είναι τακτική και σχεδόν καθημερινή. Αυτό έπρεπε να είναι ρουτίνα εδώ και χρόνια και για το δημόσιο τομέα, όπως γίνεται σε όλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Όμως εδώ είναι βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε, που λέει και ο ποιητής. Εδώ το κομματικό σύστημα δεν το ενδιέφερε να είχε κράτος που θα σέβεται το πολίτη. Εδώ ήθελε κομματικούς πελατειακούς στρατούς. Γι αυτό και δεν τόλμησε να καθιερώσει την αξιολόγηση στο δημόσιο. Γι αυτό ακόμη και τα πειθαρχικά συμβούλια αποτελούνται ακόμη και σήμερα – γιατί ακόμη ο νέος νόμος δεν έχει εφαρμοστεί- από ημετέρους και δεν πείραζαν κανέναν. Τι και αν είσαι αποδεδειγμένα καταχραστής του δημόσιου χρήματος. Κανένας δεν σε πειράζει. (Τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αναμένουμε να δούμε τη συνέχεια). Όλοι μας έχουμε εμπειρία από τις «ευγενείς» υπηρεσίες υπαλλήλων του ΙΚΑ, της πολεοδομίας και τόσων άλλων υπηρεσιών του Κράτους, που βλέπουν τον πολίτη σαν κάποιον που του χαλάει την ησυχία του, ή ως θύμα. Με εξαιρέσεις φυσικά. Υπάρχουν και υπάλληλοι, υπόδειγμα, οι οποίοι όμως χάνονται μέσα στην απέραντη μετριότητα του δημοσίου. Ο ασυνείδητος λειτουργός ξέρει πολύ καλά ότι κανένας δεν θα τον ενοχλήσει. Ο πολίτης είναι αδύναμος απέναντί του. Όμως εάν αλλάξει το σύστημα, ο πολίτης θα έχει σημαντική συμμετοχή σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης των δημόσιων υπηρεσιών και των λειτουργών τους. Και τότε και ο δημόσιος λειτουργός θα υποχρεωθεί να αναλάβει τις ευθύνες του. Θα ξέρει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον πολίτη ως ενοχλητικό. Θα συνειδητοποιεί καθημερινά ότι είναι «υπηρέτης» του. Ότι πληρώνεται από τον πολίτη και θα πρέπει να του παρέχει ολοκληρωμένες και ποιοτικές υπηρεσίες. Θα επιδιώκει πλέον να γίνεται συνεχώς καλύτερος και πιο ενημερωμένος. Θα έχει κίνητρα να παρακολουθεί συστηματικά τις αλλαγές των νόμων, να μελετάει, να ενημερώνεται, να καταθέτει ο ίδιος προτάσεις για βελτιώσεις, να συμμετέχει στις απαραίτητες αλλαγές και βελτιώσεις της υπηρεσίας. Θα γίνει δημόσιος λειτουργός, όπως πραγματικά πρέπει να είναι. Θα γίνεται καλύτερος άνθρωπος τελικά.
Ναι, λοιπόν μόνο μέσα από τέτοιες διαδικασίες αξιολόγησης υπηρεσιών και υπαλλήλων να χτίσουμε ένα νέο Κράτος. Ανεξαρτήτως μνημονίου και απαιτήσεων της τρόϊκας. Να κάνουμε ένα νέο Κράτος, δημοκρατικό, σύγχρονο, ευρωπαϊκό, γιατί έτσι πρέπει και όχι γιατί κάποιοι άλλοι μας το επιβάλλουν. Μόνο έτσι θα έχει σημασία για μας, για την κοινωνία μας. Σ’αυτό το νέο Κράτος ο κάθε ευσυνείδητος δημόσιος λειτουργός θα πρέπει να είναι και διασφαλισμένος και καλοπληρωμένος. Να τελειώσουν οι ισοπεδωτικές αντιλήψεις. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι και ούτε η προσφορά τους είναι ίδια, άσχετα εάν έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα. Να υπάρχουν ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την συνολική αξιολόγηση του κάθε υπαλλήλου. Η αξιολόγηση δεν πρέπει να είναι κάποια διαγωνιστική διαδικασία γνώσεων. Ούτε απλά μια τιμωρητική διαδικασία. Θα πρέπει να αποτελεί μια διαρκής διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης της προσφοράς του καθένα. Η αξιολόγηση πρέπει να είναι εσωτερική και εξωτερική για κάθε υπηρεσία και για κάθε υπάλληλο. Βασικό συστατικό στοιχείο της η αυτό-αξιολόγηση και η αξιολόγηση από τον πολίτη. Όλο αυτό το σύστημα με ασφαλιστικές δικλείδες, θα μπορεί να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα και την διαφάνεια σε όλες τις φάσεις της αξιολόγησης, η οποία τονίζουμε δεν θα είναι κάποια διαδικασία που θα διαρκεί μια μέρα και τελειώσαμε, αλλά μια συνεχής και μόνιμη διαδικασία. Και οι αμοιβές του κάθε υπαλλήλου, θα πρέπει να συνδεθούν με την διαδικασία της αξιολόγησης του. Να αμείβονται και να εξελίσσονται οι υπάλληλοι ανάλογα με την προσφορά τους. Και όλα αυτά μόνο ένα ολοκληρωμένο και αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης υπηρεσιών και υπαλλήλων μπορεί να διασφαλίσει. Αυτοί που δεν θέλουν την αξιολόγηση, στη πραγματικότητα την φοβούνται. Κρύβονται πίσω από διάφορες θεωρίες, αλλά στην ουσία φοβούνται τη δική τους ανεπάρκεια.
Κάποιος θα πει, μα αν αρχίσουν να απολύονται και δημόσιοι υπάλληλοι, η κατανάλωση θα πέσει, η ύφεση θα βαθύνει. Φαύλος κύκλος ; Όχι. Η λύση δεν είναι να έχουμε ένα Κράτος που η συντήρησή του μπορεί να γίνει, μόνο με δανεικά. Αυτό πρέπει να σταματήσει εδώ και τώρα. Ασφαλώς πρέπει να δούμε τι θα γίνει με τους υπαλλήλους που θα αξιολογηθούν αρνητικά. Σε πρώτη φάση να τους δίνεται η δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας, με μετάταξη σε υπηρεσίες που το Κράτος έχει ανάγκη. Σε δεύτερη φάση με οικονομικά κίνητρα για ένα νέο ξεκίνημα. Το Κράτος πρέπει να έχει την ίδια φροντίδα για απολυμένους είτε του ιδιωτικού είτε του δημόσιου τομέα.
Η αξιολόγηση των δημόσιων υπηρεσιών και των υπαλλήλων είναι μια από τις μεγάλες προκλήσεις για το σημερινό πολιτικό σύστημα, είτε συμπολιτευόμενο είτε αντιπολιτευόμενο. Αλλά και για τους ίδιους τους δημόσιους υπαλλήλους και την ίδια τη κοινωνία. Και όσες δυνάμεις πολεμάνε σήμερα την αξιολόγηση, χαρακτηρίζοντάς την μνημονιακή πολιτική χαϊδεύοντας αυτιά, αύριο αυτός ο λαϊκισμός τους θα γίνει μπούμερανγκ για τους ίδιους, εάν θελήσουν ποτέ να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες. Όσο συνεχίζουμε να θεωρούμε τις μεταρρυθμίσεις -και η αξιολόγηση είναι μια από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν- κακό που μας επιβάλλεται από το μνημόνιο και όχι μια απαραίτητη μεταρρύθμιση για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου δημοκρατικού Κράτους, τόσο το πολιτικό σύστημα θα κρύβεται πίσω από την τρόϊκα και δεν θα γίνεται τίποτα τελικά.


Χαλκίδα 15-9-2012
Κώστας Χαϊνάς

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Οι δύο Στρατηγικές και το μεγάλο δίλημμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ



Παρακολουθώντας καθημερινά τις δηλώσεις του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, αλλά και στελεχών του χώρου, θα διαπιστώσεις πολύ εύκολα ότι ισορροπούν ανάμεσα σε δύο στρατηγικές.

Η μία είναι αυτή που επίσημα υποστηρίχθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά και η οποία συνεχίζει να υποστηρίζει και μετεκλογικά, επίσημα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η βασική λογική αυτής της στρατηγικής είναι ότι η παραμονή στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ. Διαφωνεί με τη συνταγή του μνημονίου και θέλει να την αντικαταστήσει με κάποια άλλη πολιτική, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και συμμάχους μας. (Αυτή η πολιτική βέβαια είναι λίγο θολή αλλά δεν έχει σημασία). Βέβαια για να καταλήξουν στην θέση αυτή διολίσθησαν σιγά-σιγά, από τις σκληρές θέσεις περί επαχθούς χρέους και τοκογλύφων, από το μονομερές «κούρεμα» του χρέους, πέρασαν σε ηπιότερες προσεγγίσεις, όπως η μονομερής καταγγελία του μνημονίου και τέλος προσχώρησαν στην άποψη, ότι απλά θα αλλάξουν το μνημόνιο μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις. Διαβάστε το σχόλιο του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνάντηση Σαμαρά με Μέρκελ και Ολάντ. «Ο κ. Σαμαράς δεν ζήτησε και δεν πήρε τίποτα από Μέρκελ και Ολάντ, παρόλο που τα έδωσε όλα…».
http://www.ant1online.gr/Politics/Parties/Pages/20128/b0582737-4891-41ac-a77b-0ad4168ca1fc.aspx. Στην ουσία όμως ο ΣΥΡΙΖΑ, με την δήλωση του αυτή προσχωρεί στην πράξη, στην πολιτική της επαναδιαπραγμάτευσης. Απλά αμφισβητεί τα οφέλη που αποκόμισε ο Σαμαράς, τα οποία τα θεωρεί μηδαμινά. Ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα έκανε για να πάρει περισσότερα ή τέλος πάντων αυτά που θέλει και ποια είναι αυτά δεν μας τα λέει για να κρίνουν και οι πολίτες.
Η δεύτερη στρατηγική η οποία συνυπάρχει μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, σε βασικές δυνάμεις του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, αλλά και σε συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η εξής : Πρέπει να πούμε την αλήθεια στον ελληνικό λαό, ότι δεν υπάρχει καμιά προοπτική λύσης του προβλήματος του χρέους της χώρας εντός της ευρωζώνης, χρειάζεται άμεση παύση πληρωμών, μονομερές «κούρεμα» του μεγαλύτερου τμήματος του χρέους, επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και σχεδίαση ενός εθνικού προγράμματος ανάπτυξης. Η ουσία αυτής της πολιτικής εκφράστηκε κυρίως από το ΚΚΕ και από κάποιες άλλες εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις στις τελευταίες εκλογές και δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα. Το θέμα είναι ότι η πολιτική αυτή –η οποία αντικειμενικά εκφράζει μια άλλη προσέγγιση για την πορεία  της χώρας καθόλα σεβαστή- εκφράζεται από σοβαρά στελέχη του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ (Π.Λαφαζάνης κ.ά.) και από άλλες δυνάμεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες ούτε μπορούν να υποτιμηθούν, ούτε να περιθωριοποιηθούν, ούτε θα σιωπήσουν.

Αυτές οι δύο στρατηγικές, συνυπάρχουν οριζοντίως και καθέτως στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο στα ηγετικά κλιμάκια, αλλά και στην βάση του, στους ψηφοφόρους του. Είναι και η αιτία της πανσπερμίας των απόψεων των στελεχών του, για τα θέματα που προκύπτουν στην πολιτική καθημερινότητα (Δηλώσεις στελεχών για επιστροφή στη δραχμή, περίπτωση Ύδρας κ.λ.π.). Αυτό είναι και το μεγάλο δράμα της ηγεσίας του, αφού θα πρέπει χωρίς να χάνει το ριζοσπαστισμό του, ταυτόχρονα να δικαιολογείται για την συστημικότητά του. Εντός ευρώ, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντός συστήματος δηλαδή, σε ένα ακροατήριο που τον ψήφισε κυρίως γιαυτό, αλλά και σε ένα παραδοσιακό τμήμα της αριστεράς που έχει τραφεί χρόνια τώρα με πιο αντισυστημικά συνθήματα.
Το δίλημμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγάλο. Όσο ακολουθούν την πρώτη στρατηγική και αυτό θα διαπιστώνεται στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, δικαιώνουν ουσιαστικά τη Δημοκρατική Αριστερά. Που υποστηρίζει από την αρχή χωρίς υπερβολές και επαναστατικά λόγια, ότι κόκκινη γραμμή είναι η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και την αναγκαιότητα μιας πολιτικής άμεσων δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, ανεξαρτήτως μνημονίου και μιας επαναδιαπραγμάτευσης με τους δανειστές μας για το χρέος και το έλλειμμα. Και αυτό ουσιαστικά κάνει η Κυβέρνηση συνεργασίας σήμερα, ανεξάρτητα εάν διαφωνεί κάποιος με τους ρυθμούς, την ένταση, τις μορφές και τους τρόπους επαναδιαπραγμάτευσης που ακολουθεί. Κάποιος άλλος βέβαια, θα έλεγε ότι σοφά κινείται η Κυβέρνηση, γιατί ίσως μια άλλη τακτική, που θα φαινόταν πιο «επαναστατική» και πιο διεκδικητική απέναντι στους συμμάχους και δανειστές μας, να έφερνε αντίθετα αποτελέσματα. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο, ότι σήμερα η χώρας μας, είναι ασυνεπής με πολλούς όρους της συμφωνίας της με τους εταίρους και δανειστές μας. Και αυτοί από την πλευρά τους δεν θα μπορούσαν να πουν κάτι διαφορετικό : Υλοποιείστε τα συμφωνηθέντα ή τέλος πάντων ένα σημαντικό μέρος τους και μετά ελάτε να συζητήσουμε ότι θέλετε. Ανεξάρτητα όμως απ’αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναφωνεί σήμερα θριαμβευτικά ότι δεν πήρε τίποτα η Ελλάδα από τη Μέρκελ και τον Ολάντ, στην ουσία όμως ομολογεί, ότι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος πολιτικής για τη χώρα μας είναι η διαπραγμάτευση με τους συμμάχους μας και δανειστές μας, εντός ευρωπαϊκού πλαισίου και εντός ευρωζώνης. Αυτό είναι η ουσία, τα άλλα είναι για να δικαιολογεί την πολιτική του προς τους ψηφοφόρους του.

Αντικειμενικά αυτά τα θέματα θα απασχολήσουν ιδιαίτερα την επόμενη περίοδο τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά και στις διαδικασίες ενοποίησης του χώρου. Του ευχόμαστε το καλύτερο, αλλά όσο και καλές προθέσεις να έχει ο οποιοσδήποτε, η σημερινή πραγματικότητα συμβίωσης δύο αντίθετων πολιτικών στρατηγικών στο ίδιο κόμμα δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά.



Χαλκίδα 26-8-2012
Κώστας Χαϊνάς

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Για μια Δημοκρατική Επανάσταση τώρα !



Με τους πολίτες και την κοινωνία πρωταγωνιστές.

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Ιουνίου διαμορφώθηκε και το γνωστό μετεκλογικό σκηνικό. Κυβέρνηση εθνικής ανάγκης τριών κομμάτων από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα. Στόχος να σωθεί η χώρα από την άτακτη χρεοκοπία. Όμως για να σωθεί η χώρα δεν αρκούν απλά κάποια μέτρα λιτότητας. Απαιτείται να συγκρουσθούμε με ελλείμματα και παθογένειες δεκαετιών, απόρροια των πολιτικών που ασκήθηκαν διαχρονικά. Πελατειακό σύστημα, κομματοκρατία, κρατικοδίαιτη οικονομία, χρεοκοπημένα ασφαλιστικά ταμεία, κλεπτοκρατία, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και άλλες ελληνικές πρωτιές. Όμως η Κυβέρνηση δεν έχει χρόνο. Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι η επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ας πούμε ότι την παίρνουμε την επιμήκυνση. Και όχι μόνο την επιμήκυνση, αλλά μας κουρεύουν και 100 δις. από το χρέος της χώρας. Λύνουμε οριστικά το πρόβλημα του χρέους και του ελλείμματος ; Όχι βέβαια. Απλά μεταθέτουμε για λίγο το πρόβλημά μας. Παίρνουμε μια ανάσα.
Το κύριο όμως είναι να αντιμετωπίσουμε τις αιτίες που γεννούν το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα. Και αυτές οι αιτίες είναι εδώ, μπροστά μας, καθημερινά σκοντάφτουμε πάνω τους και δεν λέμε να τις αντιμετωπίσουμε. Γιατί πονάνε κάποιους, ίσως αρκετούς. Γιατί θα θιχτούν πολλοί που αντιδρούν. Και έτσι έχουμε ακινησία. Εάν θέλουμε να δικαιολογηθούμε για τη φοροδιαφυγή λέμε. Σιγά να μην σωθεί το Κράτος από μένα! Και δεν κόβουμε ή δεν ζητάμε απόδειξη. Ή δεν δηλώνουμε τα πραγματικά μας εισοδήματα ή δεν καταγγέλλουμε τον υπάλληλο που απαιτεί το κάτι τις, για να κάνει τη δουλειά του! Ή όταν λέμε το γνωστό νεοελληνικό απόφθεγμα, να πληρώσουν πρώτα οι πλούσιοι. Ασφαλώς να πληρώσουν οι πλούσιοι, αλλά εάν δεν πληρώσουμε και οι υπόλοιποι το Κράτος θα χρεοκοπήσει. Ναι, θα πονέσουμε, αλλά να πονέσουμε ξέροντας ότι κάνουμε το σωστό και το δίκαιο. Και ότι δεν πληρώνουμε μόνο εμείς αλλά όλοι, με δίκαιο όμως τρόπο. Έχω την αίσθηση ότι μετά από τρία χρόνια που ζούμε ως κοινωνία αυτή τη τραγωδία της εν δυνάμει χρεοκοπίας, αυτό θέλουν να δουν οι πολίτες σήμερα. Πρώτον, ότι οι θυσίες τους δεν πάνε χαμένες και δεύτερον ότι είναι δίκαιες. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να περικόψουμε τα 11,6 δις. ευρώ. Έχουν καταλάβει πλέον οι πολίτες ότι, δεν μας φταίνε κάποιοι κακοί ξένοι γιατί εμείς έχουμε δημοσιονομικό έλλειμμα. Και επίσης έχουν καταλάβει ότι αυτό, αντιμετωπίζεται μόνο με περικοπές κρατικών σπαταλών και με αύξηση των εσόδων. Απλά αυτές οι περικοπές θέλουν να είναι όσο πιο δίκαιες γίνεται. Επίσης καταλαβαίνουν καθημερινά όλο και περισσότερο, ότι πρέπει να εξαλείψουμε τις αιτίες που δημιουργούν τα ελλείμματα. Και κάθε ολιγωρία και καθυστέρηση θα την πληρώνουμε όλο και πιο ακριβά ως κοινωνία, με μόνιμους αδικημένους τους πιο αδύνατους. Δηλαδή, με περισσότερους ανέργους, με φτωχότερους συνταξιούχους, με περισσότερες κλειστές επιχειρήσεις, με χειρότερα σχολεία και νοσοκομεία, με χειρότερους δείκτες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής μας ζωής.
Αυτό γίνεται τρία χρόνια τώρα από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι κυρίαρχες δυνάμεις αποφεύγουν συστηματικά τη σύγκρουση με τις παθογένειες και τα κατεστημένα συμφέροντα του συστήματος. Κρυμμένες πίσω από την τρόϊκα, τη Μέρκελ και επικαλούμενες διάφορες θεωρίες συνομωσίας, προσπαθούν συστηματικά να μας πείσουν ότι οι αναγκαίες αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις είναι απαίτηση των δανειστών μας και όχι αναγκαιότητες αλλαγής της δικής μας πραγματικότητας. Το περιουσιολόγιο   για παράδειγμα, μια αναγκαία μεταρρύθμιση η οποία έπρεπε να είχαμε θεσπίσει εδώ και δεκαετίες, όπως έχουν κάνει όλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, αποτελεί μια από τις βασικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται από το μνημόνιο! Δηλαδή, αυτοί οι κακοί ξένοι που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους σύμφωνα με ορισμένους είναι να κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας, μας υποχρεώνουν να υλοποιήσουμε το περιουσιολόγιο, ως όριο της συνέχισης του δανεισμού μας! Τόση ανικανότητα από την πλευρά του πολιτικού μας συστήματος ; Όχι βέβαια ! Απλά οι δυνάμεις που κερδοσκοπούν σε μια Ελλάδα που υπολείπεται σε συστήματα δημοκρατικού ελέγχου, αντιστέκονται με λύσσα σε κάθε αλλαγή που τους δημιουργεί προβλήματα στην συνέχιση της κερδοσκοπίας τους. Παρακολουθείστε ένα δελτίο ειδήσεων και θα διαπιστώσετε ότι σχεδόν όλα τα κανάλια συστηματικά προσπαθούν να μας πείσουν ότι όλες οι απαιτούμενες αλλαγές εκπορεύονται από την τρόϊκα! Όλα τα μέτρα αποτελούν απαιτήσεις της τρόϊκας !
Η αστική τάξη της χώρας μας διαχρονικά μια φοβική τάξη, αφού στα δύσκολα απευθυνόταν σχεδόν πάντα στους συμμάχους μας, πέρα από τις μεμονωμένες προσπάθειες κάποιων μεγάλων ηγετών, δεν μπόρεσε από την επανάσταση μέχρι και σήμερα, να ηγηθεί και να εμπνεύσει στον ελληνικό λαό, ένα εθνικό σχέδιο οικοδόμησης ενός σύγχρονου δημοκρατικού ευρωπαϊκού Κράτους. Όπως έγινε σε όλα τα ευρωπαϊκά Κράτη τα τελευταία διακόσια χρόνια. Ακόμη και στα χρόνια από την μεταπολίτευση του 1974 μέχρι σήμερα, μετά την περιπέτεια της επταετίας, παρά το γεγονός ότι η περίοδος αυτή αποτελεί την καλύτερη περίοδο αστικής δημοκρατίας που γευτήκαμε ως κοινωνία από την ύπαρξη του ελληνικού Κράτους, ουσιαστικά δεν προχώρησε σε ριζικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που θα βάθαιναν τη δημοκρατία, την διαφάνεια, τον κοινωνικό έλεγχο, τη δικαιοσύνη, δεν προχώρησε στην καθιέρωση των απαιτούμενων αστικών δημοκρατικών θεσμών, όχι γιατί δεν ήξερε, αλλά γιατί δεν ήθελε. Ή αδιαφορούσε γιατί αυτό που την ενδιέφερε ήταν να συγκεντρώνει εύκολα πλούτο, τον οποίο μάλιστα τις περισσότερες φορές τον διοχέτευσε στο εξωτερικό. Όταν δεν συμμετείχαν κάποια τμήματά της στα πάρτι της κρατικής διαφθοράς, τότε είτε τα ενθάρρυνε, είτε έκανε τα στραβά μάτια. Και έτσι τα φαινόμενα της διαφθοράς γιγαντώνονταν χρόνο με το χρόνο, μετασχηματιζόμενα σε απόλυτο καθεστώς. Το ίδιο περίπου κάνει εδώ και περίπου τρία χρόνια. Παρακολουθώντας τη χώρα να βουλιάζει κάθε μέρα όλο και περισσότερο, ουσιαστικά βγάζει την ουρά της απ’έξω και περιμένει και πάλι στους ξένους να μας σώσουν. Εάν εξαιρέσουμε κάποια παραγωγικά τμήματα της αστικής τάξης και κάποια τμήματα της διανόησης που προσπαθούν να αρθρώσουν έναν εθνικό ορθολογικό δημοκρατικό λόγο, ενισχύοντας σήμερα την προσπάθεια της Κυβέρνησης συνεργασίας, η υπόλοιπη αστική τάξη είναι απούσα, κρύβεται πίσω από το μνημόνιο και την τρόϊκα. Έτσι αντικειμενικά στην εθνική αυτή προσπάθεια μιας δημοκρατικής επανάστασης που έχει ανάγκη η χώρα, δημιουργείται ένα κενό ηγεσίας εκ μέρους της ουσιαστικά απούσας αστικής τάξης. Έτσι, υποχρεωτικά το κενό αυτό της ηγεσίας –που αντικειμενικά ανήκε στην αστική τάξη της χώρας- έρχονται να καλύψουν σήμερα κάποιες προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις από τον χώρο της εργασίας, της διανόησης και από τα μεσαία φιλελεύθερα αστικά στρώματα. Αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις κυρίως εκφράζει σήμερα η Κυβερνητική συνεργασία, που σε πολιτικό επίπεδο αποτελείται από δυνάμεις της δημοκρατικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
Για την συγκρότηση αυτής της Κυβέρνησης συνεργασίας, επήλθε ένας δεύτερος ιστορικός συμβιβασμός. Ο πρώτος έγινε το 1989 με τη συνεργασία της ενιαίας τότε αριστεράς με την κεντροδεξιά. Ο στόχος τότε, η κάθαρση του πολιτικού συστήματος από σωρεία σκανδάλων που είχαν δημιουργηθεί και η οικοδόμηση θεσμών διαφάνειας, δημοκρατικού ελέγχου και δικαιοσύνης. Στόχος σήμερα η σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία και η οικοδόμηση θεσμών ενός σύγχρονου δημοκρατικού ευρωπαϊκού Κράτους. Τότε υπήρχε μια λαϊκίστικη σοσιαλδημοκρατία η οποία πολέμησε με λύσσα τη συγκρότηση της Κυβέρνησης συνεργασίας, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί το πείραμα μόλις τρεις μήνες μετά την συγκρότηση της. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τι θα μπορούσε να είχε γίνει τότε, εάν η Κυβέρνηση συνεργασίας του 1989 ή η Οικουμενική στην συνέχεια είχε περισσότερο χρόνο στην διάθεσή της και οι πολιτικές δυνάμεις είχαν μεγαλύτερη κατανόηση και κουλτούρα συνεργασίας, αλλά και μεγαλύτερη έφεση στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Ίσως η χώρα να είχε μια άλλη πορεία και δεν φτάναμε στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Αλλά δυστυχώς με ευθύνη κυρίως της λαϊκίστικης σοσιαλδημοκρατίας, αυτός ο πρώτος ιστορικός συμβιβασμός, η συνεργασία δηλαδή της αριστεράς με την κεντροδεξιά δεν απέδωσε τους καρπούς που ίσως μπορούσαμε να είχαμε πάρει τότε, ως πολιτικό σύστημα και ως κοινωνία.
Η αριστερά τότε ενωμένη μέσα από τον ενιαίο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ και κάτω από μια φωτισμένη ηγεσία, έδωσε τις καλύτερες δυνάμεις της για την επιτυχία του πειράματος αυτού, καταλαβαίνοντας ότι δεν έπρεπε να είναι απούσα από μια εθνική προσπάθεια. Σήμερα δυστυχώς, μόνο ένα κομμάτι της αριστεράς, κατανόησε την αναγκαιότητα ενός νέου ιστορικού συμβιβασμού. Και της αναγκαιότητας της χώρας να προχωρήσει σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που χρόνια τώρα βάλτωναν, γιατί κάποια συμφέροντα τις εμπόδιζαν να προχωρήσουν. Έτσι μπροστά στον κίνδυνο μιας χρεοκοπίας, η Δημοκρατική Αριστερά, παίρνει μια ιστορική πρωτοβουλία, δυσανάλογη με την πολιτική της επιρροή και γίνεται ο καταλύτης της συγκρότησης της νέας Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης. Παρά το γεγονός ότι δεν συμφωνεί με όλα τα πρόσωπα αυτής της Κυβέρνησης. Ακόμη και αν δεν συμφωνεί με κάποιες επί μέρους πλευρές της πολιτικής της. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο που οι εξελίξεις τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός, οι συνθήκες την υποχρεώνουν να μετατραπεί σε δύναμη που δεν χάνει το κύριο, που είναι η σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία και η υλοποίηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάει ούτε λεπτό ότι είναι η δύναμη που δίνει την απαραίτητη ουσιαστική πολιτική νομιμοποίηση στην Κυβέρνηση αυτή, για να προχωρήσει. Οι ρόλοι αλλάζουν. Τον ρόλο της λαϊκίστικης σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στην Κυβέρνηση συνεργασίας του 1989, τον έχει σήμερα η λαϊκίστικη αριστερά απέναντι στην Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης.

Απέναντί στις δυνάμεις αυτές που στηρίζουν σήμερα την προσπάθεια της χώρας, σε κοινωνικό επίπεδο βρίσκονται οι πιο λαϊκίστικες, εθνικιστικές και συντηρητικές δυνάμεις της εργασίας, του μικροαστικού και του αστικού χώρου. Και κυρίως εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις που έχουν όφελος από τη διαιώνιση της κατάστασης που επικρατούσε από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, δηλαδή από την ακινησία και την ακύρωση των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων. Αυτές οι δυνάμεις εκφράζονται σήμερα μέσα από τα κόμματα που απαρτίζουν το τόξο της αντιπολίτευσης, που διασχίζει σχεδόν όλο το κλασσικό πολιτικό φάσμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σε επίπεδο ύφους και φρασεολογίας ο αντιπολιτευτικός λόγος αυτών των δυνάμεων σχεδόν είναι ο ίδιος. Αν διαβάσει κάποιος τις ανακοινώσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης πάνω σε θέματα που συνδέονται με τα μέτρα και τις αλλαγές της Κυβέρνησης, θα διαπιστώσει μια πλήρη ταύτιση. Ίσως σε ένα θέμα που υπάρχουν κάποιες διαφορές είναι η παράνομη μετανάστευση. Στα υπόλοιπα θέματα κυριαρχεί η φρασεολογία, περί υποταγής της Κυβέρνησης στις επιταγές της τρόϊκας και των δανειστών μας που κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας, που απειλείται η εθνική μας κυριαρχία από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τα μνημόνια. Για την ουσία των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων καμιά κουβέντα. Και έτσι ο ανορθολογισμός, ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνομωσίας γίνονται τα βασικά εργαλεία ερμηνείας της κρίσης, των αιτιών και των μέτρων αντιμετώπισής της.
Ασφαλώς υπάρχουν και υγιείς κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας, των ανέργων, της διανόησης, που ακολουθούν έστω και συγκυριακά τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Είτε γιατί έχουν μιαν άλλη θεώρηση στα πράγματα, είτε γιατί θέλουν να εκφράσουν όσο γίνεται πιο ριζοσπαστικά την αντίθεσή τους στα κόμματα εξουσίας που έχουν την κύρια ευθύνη για τα σημερινά αδιέξοδα της χώρας. Και εύλογα ίσως αναρωτιούνται οι πιο καλοπροαίρετοι απ’αυτούς –και τους κατανοώ-, πως είναι δυνατόν σήμερα να συνεργάζεσαι για να λύσεις το πρόβλημα της χώρας με τις δυνάμεις που ευθύνονται για την δημιουργία του! Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχουν δίκιο! Μακροπρόθεσμα όμως και αυτές οι δυνάμεις θα συνειδητοποιούν - και αφού βεβαίως προχωρήσει το Κυβερνητικό έργο για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις- ότι, μόνο έτσι μπορείς να αλλάξεις κάποια πράγματα στη χώρα. Όταν δημιουργείς μεγάλες συμμαχίες ανάλογες με την κρισιμότητα αλλά και το μέγεθος των προβλημάτων που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Και δεν είναι ταμπού η συνεργασία της αριστεράς με τη δημοκρατική δεξιά για το καλό της χώρας. Μάλιστα κάποιες στιγμές επιβάλλεται, όπως αυτό έχει καταγραφεί και ιστορικά. Και έχεις καλύτερα αποτελέσματα όταν καθιστάς συνυπεύθυνους για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων και αυτούς που με την πολιτική τους συνέβαλλαν στην διαιώνισή τους. Γιατί έτσι έχεις τις μικρότερες αντιστάσεις. Γιατί έτσι τους υποχρεώνεις να απομονώνουν ακόμη και δικές τους δυνάμεις που αποτελούν εμπόδια των απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών (π.χ.«Λυμπερόπουλος»)

Όμως για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνομωσίας, χρειάζεται να ορθωθεί ένα πραγματικό δημοκρατικό μέτωπο, όλων εκείνων των δημοκρατικών, φιλελεύθερων και προοδευτικών δυνάμεων, που με την ουσιαστική και ενεργή συμμετοχή των πολιτών και της κοινωνίας, θα στηρίξουν την υλοποίηση ενός πλαισίου μεταρρυθμιστικών ρήξεων και δημοκρατικών αλλαγών, συστατικά στοιχεία μιας πραγματικής Δημοκρατικής Επανάστασης. Εάν η Κυβέρνηση δεν αντιμετωπίσει τα προβλήματα σήμερα με τέτοια διάθεση ρήξεων, τότε αμφιβάλλουμε εάν θα πετύχει τον σκοπό της συγκρότησής της. Εάν κάποιοι υπουργοί ή στελέχη της, συμμετέχουν στην Κυβέρνηση αυτή, απλά για να διαιωνίσουν ή να εξισορροπήσουν μια κατάσταση, χωρίς να κάνουν τίποτα ή δεν έχουν καμιά διάθεση ρήξεων με τα κατεστημένα συμφέροντα, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να παραιτηθούν άμεσα. Αλλιώς θα απαιτήσει η ίδια η κοινωνία να παραιτηθούν.


Χαλκίδα 19-8-2012
Κώστας Χαϊνάς