Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Η χώρα υπό οικονομική κατοχή και τα πολιτικά αδιέξοδα

(Μήπως είναι καλύτερα να αποδεχθούμε ως κοινωνία την χρεοκοπία μας ;)

Το πολιτικό σύστημα είναι σήμερα σε αδιέξοδο. Η Κυβέρνηση από τη μια πλευρά σπασμωδικά και αμήχανα, υλοποιεί αναγκαστικά (;) μια πολιτική για την οποία δεν την εξουσιοδότησε ο ελληνικός λαός στις πρόσφατες εκλογές. Η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης τελεί υπό σύγχυση. Άλλα σκέφτεται και συζητά ιδιαιτέρως και άλλα λέει δημοσίως. Η αριστερά χαμένη στην μετάφραση… Ο πολιτικός της λόγος εξαντλείται σε μια καταγγελία του συστήματος, άντε και των κερδοσκόπων που ‘ξαφνικά’ στοχοποίησαν τη χώρα μας !
Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα ;
Έχουμε δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις που άσκησαν εξουσία τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια και οι πολιτικές τους είναι κατά βάση οι βασικές αιτίες της σημερινής κρίσης. Και αναφέρομαι σε βασικές πλευρές αυτής της πολιτικής. Πελατειακό κράτος, βόλεμα ημετέρων, αμαρτωλές προμήθειες, εγκληματικές σπατάλες, πλουτισμός και διαφθορά δημόσιων λειτουργών, ατιμωρησία και εάν συνεχίσουμε θα γεμίσουμε τη σελίδα. Αυτά για να υλοποιηθούν όμως χρειάζονται δύο πλευρές. Η μία πλευρά είναι το πολιτικό προσωπικό που υλοποίησε αυτές τις πολιτικές, ήταν συνεργός και φυσικός αυτουργός και έστρωσε το δρόμο ώστε να φτάσει η χώρα μας στο σημερινό αδιέξοδο. Το ότι υπάρχουν (σίγουρα υπάρχουν) και πολιτικά πρόσωπα που δεν είχαν φυσική αυτουργία, δεν απαλλάσσει τον πολιτικό κόσμο των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων από τις μεγάλες ευθύνες του. Η άλλη πλευρά είναι η κοινωνία. Δηλαδή εμείς οι πολίτες. Και θα μιλήσω σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να δώσω έμφαση στην διάσταση του εμείς. Γιατί κάποιοι από εμάς ζητήσαμε προσωπικές εξυπηρετήσεις από το πολιτικό προσωπικό. Κάποιοι από μας προμηθεύσαμε τα νοσοκομεία μέσα από αμαρτωλές συμβάσεις ‘λαδώνοντας’ τους γνωστούς μας δημόσιους λειτουργούς. Κάποιοι από μας αντιδράσαμε σε κάθε σύστημα αξιολόγησης και διαφάνειας των δημόσιων πραγμάτων, των δημόσιων λειτουργών, όταν επιχειρήθηκε να γίνει κάτι. Κάποιοι από μας πιέσαμε μέσα από τη συνδικαλιστική δύναμη που διαθέταμε για να πάρουμε υπέρογκες αποζημιώσεις και πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, που βάρυναν ασφαλώς το κράτος και τους υπόλοιπους φορολογούμενους. Κάποιοι από μας δεν κόβαμε απόδειξη, ούτε δηλώναμε όλα τα εισοδήματά μας… Κάποιοι από μας πήραμε ή δώσαμε ‘φακελάκι’ για να σπρώξουμε μια υπόθεση, είτε για να βρούμε ένα κρεβάτι σε νοσοκομείο, είτε για να γίνει γρήγορα μια επέμβαση, είτε για να κάνει τα ‘στραβά μάτια’ η υπηρεσία στην αυθαιρεσία που κάναμε στο σπίτι μας και άλλα πολλά, ων ουκ έστι αριθμός… Ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν (;) συμπολίτες μας οι οποίοι ήταν ακέραιοι σε όλα. Αυτό όμως μάλλον επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ότι δηλαδή έχουμε μια κοινωνία και ένα λαό συνένοχο. Τουλάχιστον πολιτικά μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Αυτή η κοινωνία και αυτός ο λαός ήταν που ανέδειξε όλα αυτά τα χρόνια τις πολιτικές δυνάμεις που άσκησαν αυτές τις πολιτικές και μάλιστα επανειλημμένα. Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι στα τριάντα πέντε χρόνια, αν θέλαμε ως κοινωνία να αλλάξουμε τα πράγματα θα τα είχαμε αλλάξει. Δεν θέλαμε γιαυτό και δεν άλλαξαν. Ακόμη και σήμερα εκτιμώ ότι υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα και ίσως είναι και ανάμεσα στους υπόλοιπους διαδηλωτές που υπερασπίζονται τους πενιχρούς μισθούς τους και τις πενιχρές συντάξεις τους.
Το πραγματικό λοιπόν πρόβλημα που έχουμε είναι ότι, έχουμε το εξής παράδοξο: Από την μια πλευρά έχουμε τις ίδιες δυνάμεις (πολιτικές και φυσικά πρόσωπα) που δημιούργησαν το πρόβλημα και μένουν ουσιαστικά ατιμώρητες, οι ίδιες δυνάμεις καλούνται ταυτόχρονα να το αντιμετωπίσουν. Και από την άλλη έχουμε μια κοινωνία διαμαρτυρόμενη αλλά και συνυπεύθυνη για την σημερινή κατάσταση. Ασφαλώς όχι με το ίδιο μερίδιο συνυπευθυνότητας.
Και για να μην βγάλω απ’έξω τα κόμματα της αριστεράς, θέλω να σημειώσω που εντοπίζω τις ευθύνες της αριστεράς. Ασφαλώς η αριστερά στην όποια εκδοχή της, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως υπαίτια των σημερινών αδιεξόδων αφού δεν άσκησε πραγματική εξουσία τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια (εξαιρώ το τρίμηνο του 1989 το οποίο είναι ασήμαντο ουσιαστικά). Μέσα από την κατάθεση κάποιων παραδειγμάτων θα φανεί και διαφορετικά ο βαθμός της ευθύνης της αριστεράς στα σημερινά αδιέξοδα. Κυρίως εντοπίζω τις ευθύνες της στην συστημική (για να χρησιμοποιήσω μια δημοφιλή έκφραση της), στήριξη κάθε διεκδίκησης και κάθε αγώνα από οποιονδήποτε και αν γινόταν, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και των αιτημάτων. Επέδειξε παιδαριώδη πολιτική ανωριμότητα όταν συντασσόταν με συντεχνίες οι οποίες διεκδικούσαν το στενό δικό τους ‘βόλεμα’, αδιαφορώντας για την υπόλοιπη κοινωνία. Να θυμηθούμε την συστημική υπεράσπιση της αριστεράς στα ασφαλιστικά ‘κεκτημένα’ κάποιων προνομιακών ομάδων σε βάρος των υπολοίπων πολιτών; Να θυμηθούμε την συστημική άρνηση της αριστεράς κάθε προσπάθειας εκσυγχρονισμού του κράτους οποτεδήποτε επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τις άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, έστω με μικρές μεταρρυθμίσεις, στο όνομα ότι δεν συμφωνεί με το κράτος αυτό ; Και ταυτόχρονα όμως, σε κάθε οικονομικό πρόβλημα στον οποιοδήποτε τομέα να προτείνει λύση με τη σφραγίδα αυτού του κράτους, το οποίο προηγούμενα κατήγγειλε. Κρατικοποίηση ‘δια πάσαν νόσον’ ήταν η κυρίαρχη λογική για κάθε πρόταση που έκανε. Ακόμη και για την αντιμετώπιση της ανεργίας πρότεινε 100.000 διορισμούς στο δημόσιο!!! Τέλος για να σταματήσουμε εδώ στην απόδοση ευθυνών στην αριστερά για το σημερινό κατάντημά μας, οι ευθύνες της εντοπίζονται στην διαχρονική άρνησή της, κάθε αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών και των δημόσιων υπηρεσιών. Οι ευθύνες όμως υπάρχουν αντικειμενικά, μόνο από το γεγονός ότι δεν έχει σήμερα μια σοβαρή ρεαλιστική και ολοκληρωμένη πρόταση διεξόδου από την κρίση και περιορίζεται σε κάποια συνθήματα περί ‘κεκτημένων’, που θυμίζουν περισσότερο συνδικάτο, παρά μια πολιτική δύναμη με φιλοδοξία διακυβέρνησης της χώρας.
Ο πολίτης δεν βλέπει καμιά ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση από κανένα οργανωμένο πολιτικό φορέα. Η πρόταση για δημοψήφισμα είναι μια πρόταση, αλλά δεν αποτελεί ολοκληρωμένη εναλλακτική πολιτική πρόταση στα σημερινά αδιέξοδα της χώρας. Γιατί αν υποθέσουμε ότι κάνουμε δημοψήφισμα και το αποτέλεσμα είναι όχι στο ‘πακέτο στήριξης’ ΔΝΤ-ΕΕ. Στην συνέχεια τι πρέπει να γίνει ; Ποια είναι τα συστατικά στοιχεία μιας πολιτικής που χρειάζεται να εφαρμοστεί ; Τέτοιες ‘λεπτομέρειες’ θεωρούνται περιττές ; Οι καταγγελίες του ΔΝΤ, της ΕΕ, του Μάαστιχτ, του Συμφώνου Σταθερότητας, της Γερμανίας, της ΄κακιάς’ Μέρκελ, δεν αποτελούν πειστικές απαντήσεις και εναλλακτικές προτάσεις στο πρόβλημα σήμερα. Ούτε οι φωνές για αντίσταση, ανυπακοή και αυτές οι θεωρίες περί φόβου (φοβίστε τους!!!), δεν αποτελούν ολοκληρωμένες πολιτικές προτάσεις και διέξοδοι σήμερα. Οι φράσεις, να πληρώσουν την κρίση αυτοί που την δημιούργησαν, είτε να ανακληθούν τα μέτρα, είναι απλά συνθήματα. Δεν είναι πολιτικές επιλογές και ολοκληρωμένες πολιτικές πλατφόρμες. Τα συνδικάτα μπορούν να εκφράζουν αυτά τα συνθήματα. Τα πολιτικά κόμματα όμως δεν μπορεί να αναμασάνε αυτά που λένε τα συνδικάτα. Τα πολιτικά κόμματα χρειάζεται να εκφέρουν πολιτικό λόγο. Και πολιτικές προτάσεις ρεαλιστικές και συγκεκριμένες για το σήμερα. Γιατί η κοινωνία θέλει λύσεις για το σήμερα. Όχι συνθήματα και γενικόλογες καταγγελίες και κάποιες γενικολογίες για κάποιο αδιόρατο μέλλον.
Ας δούμε σύντομα το χρονικό των εξελίξεων.
Κατ’αρχήν θα δεχθούμε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ως χώρα. Δηλαδή το να λέμε ότι ‘η κρίση σας δεν μας αφορά’, εθελοτυφλούμε. Η κρίση είναι εδώ, αφορά τη χώρα μας, το σύστημα δεν μπορεί να δώσει μισθούς και συντάξεις το Μάϊο. Η χώρα βρίσκεται υπό πολιορκία από τα πιο επιθετικά και κερδοσκοπικά κεφάλαια εδώ και μήνες (σχεδιασμένα ή όχι δεν έχει σημασία), με αποτέλεσμα η χώρα να μην μπορεί ουσιαστικά να δανεισθεί από τις διεθνείς αγορές. Μέσα από κακούς πολιτικούς χειρισμούς και ερασιτεχνισμούς η Κυβέρνηση της χώρας απευθύνεται στους εταίρους μας για βοήθεια. Κάπου εκεί εμπλέκεται και το ΔΝΤ αλλά το πρόβλημα κατά τη γνώμη μας είναι δευτερεύον αν στο ‘πακέτο βοήθειας’ είναι ή όχι το ΔΝΤ. Το θέμα είναι αν η χώρα μας έπρεπε ή όχι να ζητήσει βοήθεια, δηλαδή δάνειο στην πραγματικότητα. Και οι δανειστές όπως καταλαβαίνουμε όλοι όσοι έχουμε πάρει κάποιο δάνειο, θέλουν να εξασφαλιστούν. Και οι διασφαλίσεις που απαίτησαν οι δανειστές μας ήταν τα μέτρα που ακούσαμε από την Κυβέρνηση. Γιατί όταν δανείζεσαι δεν καθορίζεις εσύ τους όρους του δανεισμού αλλά ο δανειστής σου.
Υπήρξε άλλη πρόταση εκτός από την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης ΕΕ-ΔΝΤ; Μια πρόταση που άκουσα αποσπασματικά από κάποιους αναλυτές είναι να κηρύξουμε στάση πληρωμών. Ίσως έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα να είναι μια πρόταση διεξόδου…
Ας υποθέσουμε ότι είχαμε μια Κυβέρνηση που θα επέλεγε να κάνουμε στάση πληρωμών, δηλαδή να κηρύξουμε τη χώρα υπό πτώχευση και να αναδιαπραγματευθούμε το χρέος της χώρας με τους δανειστές μας. Και η αναδιαπραγμάτευση αυτή δεν αφορά το θέμα αν θα πρέπει να εξοφλήσουμε ή όχι το χρέος μας. Αυτό πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Κανένας δεν θα μας χαρίσει τα δανεικά που μας έδωσε κάποια στιγμή και καμιά χώρα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην πλήρωσε κάποια στιγμή τα δανεικά. Και να μην ξεχνάμε ότι οι δανειστές μας δεν είναι πάντα κάποιοι αδίστακτοι κερδοσκόποι. Μπορεί να είναι ασφαλιστικά ταμεία εργαζομένων της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Ιταλίας. Με την αναδιαπραγμάτευση όμως μπορούμε να διασφαλίσουμε κάποια έκπτωση και κάποια μετάθεση των τοκοχρεολυσίων στο μέλλον. Και το πιθανότερο είναι ότι, η επιλογή της πτώχευσης και η αναδιαπραγμάτευση θα μας οδηγήσει αυτόματα εκτός της ζώνης του ευρώ, ίσως και εκτός της ΕΕ.
Η επιλογή μιας τέτοιας εξέλιξης δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα πάρουμε επώδυνα μέτρα ως κοινωνία. Έγκυρες αναλύσεις έχουν αποδείξει ότι θα χρειαστεί να πάρουμε αντίστοιχα μέτρα με αυτά της σημερινής Κυβέρνησης. Δηλαδή να υποβαθμίσουμε το οικονομικό επίπεδο της κοινωνίας από 20% έως 30%. Δηλαδή πάνω – κάτω, τα αποτελέσματα στο εισόδημά όλων μας θα είναι το ίδιο είτε προσφύγουμε στο μηχανισμό στήριξης ΕΕ-ΔΝΤ, είτε κηρύξουμε στάση πληρωμών και αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας. Εάν είναι ‘όμως να διαλέξουμε την στάση πληρωμών με την θέληση της κοινωνίας, την προτιμώ απ’αυτήν που δρομολογείται σήμερα με ΔΝΤ-ΕΕ κηδεμόνες. Και αυτό γιατί την όποια υποβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου θα την αποφασίσουμε εμείς, χάριν των παιδιών μας και ενός μέλλοντος που θέλουμε να χτίσουμε εμείς και όχι κάποιοι άλλοι για μας.

Θα πει κάποιος. Όλοι έχουμε δικαίωμα να αλλάξουμε, ακόμη και ένας λαός έχει δικαίωμα ν’αλλάζει άποψη και να το εκφράζει μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. (Όταν όμως άκουσα κάποιους, -μετά την ανοικτή δολοφονία των τριών συν έναν συνανθρώπων μας- να λένε τι θέλανε και αυτοί μέσα στην Τράπεζα αυτή τη μέρα, ανατρίχιασα και ταυτόχρονα σκέφτηκα ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να αλλάξουμε εύκολα…) Συμφωνώ λοιπόν σ’αυτό και ασφαλώς μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (εθνικές εκλογές), θα πρέπει να αποφασίσουμε ως κοινωνία προς τα που θέλουμε να πάμε. Συμφωνώ ότι τα όποια μέτρα πρέπει να έχουν την νομιμοποίηση όλης της κοινωνίας. Όχι όμως μέσα από λαϊκίστικες κορώνες και δημαγωγίες. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε ως κοινωνία σε κανέναν. Και αν χρειαστεί να κάνουμε ‘μπάχαλο’ κάτι, να κάνουμε το πολιτικό σύστημα και όχι τις πόλεις μας που πάλι εμείς θα πληρώσουμε τα σπασμένα. Ναι, γιατί όχι, να διαλυθεί και να επανασυσταθεί σε νέες βάσεις και με θαρραλέες κινήσεις αυτοκάθαρσης το πολιτικό σύστημα. Και αν δεν θέλουν κάποιοι να κάνουν αυτοκάθαρση και να τιμωρηθούν οι βασικοί υπεύθυνοι τουλάχιστον με πολιτικό αποκλεισμό από τα κοινά, να τις επιβάλλουμε εμείς ως κοινωνία σε όλους τους πολιτικούς φορείς.
Χρειάζεται επίσης να αυτοστοχαστούμε και να σκεφτούμε τι θέλουμε ως κοινωνία. Θέλουμε να σώσουμε το ‘τομάρι μας’ ή θέλουμε μια άλλη κοινωνία με πραγματική αλληλεγγύη και κοινωνική συνοχή ; Ποιο είναι το ζητούμενο σήμερα για τον καθένα από μας ; Να πάρει απλά τα μέτρα πίσω η Κυβέρνηση και να συνεχισθεί η ίδια κατάσταση ; Θέλουμε να βάλλουμε τέρμα στο πελατειακό κράτος ; Στις ημέτερες διευκολύνσεις κάθε τύπου ; Θέλουμε να έχουμε αυτά τα κόμματα και αυτό το πολιτικό προσωπικό, που πρωταγωνίστησαν τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια και ευθύνονται για τα σημερινά αδιέξοδα ; Χρειαζόμαστε την διεθνή επιτροπεία του ΔΝΤ-ΕΕ ή πρέπει να τα καταφέρουμε μόνοι μας ; Και αν αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε αυτή την κηδεμονία, είμαστε αποφασισμένοι ως κοινωνία να δεχθούμε την προσωπική συμβολή του καθένα μας στην αντιμετώπιση της κρίσης ; Είμαστε αποφασισμένοι λοιπόν για μεγάλες θυσίες, που θα ανατρέψουν το σημερινό υπόδειγμα της ζωής μας ; Από τον τρόπο που θα απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και οι εξελίξεις από εδώ και πέρα.


Κώστας Χαϊνάς
6-5-2010