Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Συνέχεια στις ‘ανορθόδοξες’ σκέψεις για την οικονομία και την ανάπτυξη

Και τώρα τι κάνουμε, θα αναρωτηθεί ο καθένας μας μετά την σύνοδο της ΕΕ και τον αναμενόμενο συμβιβασμό. Έναν συμβιβασμό που αφορούσε ασφαλώς όχι μόνο τη χώρα μας, αλλά ευρύτερα τον χώρο της ευρωζώνης. Κάποιοι είπαν εν είδει αστείου (;), εντάξει μπορούμε να συνεχίσουμε το πάρτι! Κάποιοι άλλοι είπαν, εντάξει φτηνά τη γλυτώσαμε… Κάποιοι είπαν ότι δεν τους αφορά το θέμα… Κάποιοι έκαναν κριτική στους ευρωπαίους και ειδικότερα στη Γερμανία για την τσιγκουνιά τους (!). Λες και είναι υποχρεωμένοι οι ευρωπαίοι να πληρώνουν τα δικά μας ‘σπασμένα’. Γιατί όπως και να το κάνουμε δικά μας ‘σπασμένα’ είναι το υπερβολικά μεγάλο δημόσιο χρέος και έλλειμμα της χώρας μας. Λέει κάποιος, μα τα γερμανικά προϊόντα αγοράζαμε και το δικό μας έλλειμμα είναι πλεόνασμα για τη Γερμανία. Και τι σημαίνει αυτό δηλαδή ; Ότι επειδή αγοράζαμε γερμανικά αυτοκίνητα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα –όχι πάντα χρήσιμα ή τέλος πάντων είδη πρώτης ανάγκης- θα πρέπει η Γερμανία να μας ξελασπώσει ; Ένα άλλο επιχείρημα που διάβασα αυτές τις μέρες είναι, ότι θα πρέπει η Γερμανία να αγοράζει περισσότερο τα προϊόντα μας, οι Γερμανοί να γίνουν περισσότερο καταναλωτικοί, για να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα που έχουν με τη Γερμανία οι περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού νότου (!). Με άλλα λόγια κατηγορούμε τη Γερμανία γιατί δεν είναι τόσο καταναλωτική ως κοινωνία όπως είμαστε εμείς. Ή γιατί δεν αγοράζει τόσο πολύ τα προϊόντα μας. Θα τρελαθούμε τελείως. Κατηγορούμε μια χώρα, ουσιαστικά ένα λαό, γιατί παράγει καλά και ποιοτικά προϊόντα που κερδίζουν επάξια την θέση τους στις διεθνείς αγορές και τον μεμφόμαστε γιατί δεν αγοράζει τόσο πολύ τα δικά μας προϊόντα, χωρίς να αναρωτιόμαστε το γιατί. Καταρχήν τα στοιχεία λένε άλλα. Η Γερμανία είναι η 1η χώρα αγοραστής των προϊόντων μας, παρά την μείωση που έχουμε τα τελευταία χρόνια στις εξαγωγές μας προς την Γερμανία, με ταυτόχρονη μείωση των γερμανικών εισαγωγών προς την χώρα μας. (Επίσημα έγγραφα Υπουργείου Εξωτερικών.
(http://www.agora.mfa.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=57&fid=25145)
Όσο για τον τουρισμό, η Γερμανία αποτελεί την 2η χώρα μετά τη Μεγάλη Βρετανία με τους περισσότερους επισκέπτες στη χώρας μας. (Μέσος όρος τελευταίας δεκαετίας 2.310.249 Γερμανοί επισκέπτες ετησίως-Στοιχεία Ε.Σ.Υ.Ε., http://www.mbatourism.gr/). Ύστερα το αν το γερμανικά ομόλογα έχουν μεγαλύτερη απόδοση από τα ελληνικά στους επενδυτές ομολόγων, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελληνική Οικονομία παραπαίει και σ’αυτό δεν μας φταίνε ούτε οι Γερμανοί ούτε τα επενδυτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια. (Εμείς τους λέμε αμείλικτους κερδοσκόπους. Τώρα αν αυτά τα κερδοσκοπικά λόμπυ μπορεί να είναι και κάποια ασφαλιστικά Ταμεία ευρωπαίων εργαζομένων –ίσως και δικών μας- που επενδύουν σε κρατικά ομόλογα, είναι μια άλλη ιστορία. Πάντα όμως ξεχνάμε ότι στον κόσμο που ζούμε τα κεφάλαια μοναδικό σκοπό έχουν να κερδίσουν. Και αυτοί που τοποθετούν τα χρήματά τους σε ένα προϊόν, μια μετοχή, ένα ομόλογο επιδιώκουν να κερδίσουν και όχι να χάσουν. Έτσι λειτουργεί η αγορά, η καπιταλιστική αγορά. Δεν υπάρχουν κάποια κέντρα ‘αόρατα’ που συνωμοτούν κατά της Ελλάδας, όπως θέλουν να ‘βλέπουν’ κάποιοι για εσωτερική κατανάλωση. Και τα επιτόκια δανεισμού της χώρας μας θα πέσουν, -αν πέσουν- όχι γιατί οι διεθνείς επενδυτές θα συνετιστούν από την κα Μέρκελ ή τον κο Σαρκοζί, αλλά γιατί θα πειστούν ότι τα χρήματα που έχουν επενδύσει στα κρατικά ομόλογα της χώρας μας είναι ασφαλή και θα αποδώσουν. Και αυτό θα το αποδείξουμε εμείς και κανένας τρίτος. Και αυτό βέβαια δεν θα το κάνουμε για κάποιους άλλους, αλλά για εμάς και για τα παιδιά μας, αν θέλουμε να έχουν μέλλον τα παιδιά μας στην κοινωνία που εμείς χτίσαμε).
Τώρα αν μας ενόχλησαν όσα γράφτηκαν στο ‘FOCUS’ και σε άλλα έντυπα, ας προσέχαμε. Πάντα η αλήθεια ενοχλεί. Αλλά ας μας πει κάποιος που διαφωνεί επί τοις ουσίας στα όσα γράφτηκαν, αφήνοντας κατά μέρος τις κορόνες περί ιερών και οσίων και άλλων ηχηρών. Ασφαλώς και δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ασφαλώς δεν ευθυνόμαστε όλοι το ίδιο για το σημερινό κατάντημα της χώρας. Ασφαλώς κάποιοι κυβέρνησαν αυτή τη χώρα τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια. Και δεν είναι δυνατόν οι οποιεσδήποτε υπερβολές των διαφόρων διεθνών σχολιαστών για τη χώρα μας να αποτελέσουν το πλυντήριο για το δικομματικό σύστημα και το πελατειακό κράτος που έχτισαν διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, ασφαλώς και με την συνενοχή της κοινωνίας. Γιατί αν η κοινωνία δεν ήθελε δεν θα είχε αυτό το σύστημα. Οι ευθύνες λοιπόν για την σημερινή κατάσταση είναι σε όλους, όχι ασφαλώς η ίδια, αλλά όλοι έχουμε ευθύνες ανάλογα με τις θέσεις ευθύνης μας σ’αυτήν την κοινωνία που βρισκόμαστε. Δεν μπορεί για παράδειγμα, όταν πηγαίνουμε σε μια δημόσια υπηρεσία να ‘φτύνουμε’ αίμα με την συμπεριφορά των υπαλλήλων και μετά να συμπαραστεκόμαστε στους ίδιους αυτούς υπαλλήλους, γιατί διαμαρτύρονται επειδή χάνουν το επίδομα έγκαιρης παρουσίας! Ούτε βέβαια μπορώ να συμπαρασταθώ στους –συμπαθείς κατά τα άλλα- ταξιτζήδες γιατί αντιδρούν στην εγκατάσταση ταμειακών μηχανών. Και σε μια σειρά άλλες κοινωνικές ομάδες που υπερασπίζονται τα λεγόμενα ΄κεκτημένα΄ εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Είτε αυτό λέγεται εξαίρεση φορολόγησης, είτε προνομιακό ασφαλιστικό ταμείο που τα ελλείμματά του θα καλύπτονται από το Κράτος (δηλαδή από τους υπόλοιπους φορολογούμενους), είτε κρατική επιδοματική πολιτική για ‘ημέτερες’ προνομιακές ομάδες του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, είτε υπερβολικές αποζημιώσεις και εφάπαξ στους ‘δικούς’ μας ανθρώπους για να τους έχουμε ‘δικούς’ μας και στην συνέχεια. Πρακτικές που εφαρμόζονται διαχρονικά στη χώρα μας από όλες τις Κυβερνήσεις με την ανοχή ή και την συνενοχή της αντιπολίτευσης μείζονος και ελάσσονος. Και καλά εντάξει η όποια αντιπολίτευση. Η αριστερά κάθε χρώματος και απόχρωσης τι δουλειά έχει με αυτές τις συντεχνιακές ομάδες, που το μόνο που υπερασπίζονται είναι τις δικές τους συντεχνιακές ‘κατακτήσεις’ σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας; Δεν νοιάζονται ούτε για ένα δίκαιο κράτος – που τουλάχιστον η αριστερά θέλει να αγωνίζεται – ούτε για δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Το μόνο που ενδιαφέρει αυτές τις ομάδες είναι η δική τους εξαίρεση από τα όποια μέτρα και να μην τους αγγίξουν τα μέτρα τα δικά τους ‘κεκτημένα’. Μήπως νομίζει –αφελώς- ότι κλείνοντας το μάτι στις ομάδες αυτές αύριο θα έχει πολιτικά οφέλη ; Όχι βέβαια, αντίθετα χάνει πολιτική επιρροή και σε πολίτες με ορθολογικά και δικαιϊκά κριτήρια.
Και επανέρχομαι στο κυρίαρχο ερώτημα που είναι, τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Η απάντηση ασφαλώς δεν είναι εύκολη. Έχουμε ένα υπερβολικά μεγάλο χρέος και δημοσιονομικό έλλειμμα που αποτελεί και θα αποτελεί ένα μόνιμο βρόχο στο ‘λαιμό’ της χώρας για πολλά ακόμη χρόνια, ακόμη και αν πάρουμε σήμερα τα πιο επώδυνα μέτρα. Γιατί μη γελιόμαστε ένα έλλειμμα που βασίζεται σε ένα ετήσιο δανεισμό πενήντα δισεκατομμυρίων ευρώ δεν είναι εύκολο να εξαληφθεί εδώ και τώρα. Για το δημόσιο χρέος ας μην το συζητάμε καθόλου. Όπως και να βάλεις τα νούμερα δεν μπορεί να εξαληφθεί ούτε σε ορίζοντα εικοσαετίας, όσες θυσίες και να γίνουν από τους πολίτες. Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα αποκτήσουν μεγαλύτερη συνοχή και αλληλεγγύη και ίσως μια ενωμένη πολιτικά και οικονομικά Ευρώπη, να μπορέσει να ‘χωνεύσει’ αυτό το δυσβάστακτο χρέος. Το έλλειμμα όμως δεν μπορεί να συνεχισθεί να υφίσταται στα σημερινά νούμερα. Δεν μπορεί να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε για να καλύπτουμε δαπάνες που δεν μπορούμε να καλύψουμε από τα δικά μας εισοδήματα. Η συνέχιση της ύπαρξης του σημερινού δημόσιου ελλείμματος είναι καθαρός παραλογισμός.
Κάποιοι λένε να κάνουμε στάση πληρωμών στους πιστωτές μας και να διαπραγματευθούμε το χρέος μας με τους δανειστές μας. Αν κάνουμε στάση πληρωμών στους πιστωτές μας σημαίνει ότι δεν πληρώνουμε τους προμηθευτές του δημοσίου. Αυτό μάλλον είναι αδύνατον εφόσον οι όποιες συναλλαγές είναι νόμιμες και εγκεκριμένες από τα αρμόδια κρατικά όργανα. Αλλά και να μπορούσαμε να το κάνουμε, οι επιπτώσεις θα ήταν τεράστιες στην πραγματική οικονομία και στις επιχειρήσεις, δηλαδή στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών. Δεν αποτελεί λύση λοιπόν η στάση πληρωμών. Με τους δανειστές μας μια διαπραγμάτευση του χρέους κάποιο νόημα θα μπορούσε να είχε η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του, γιατί διαγραφή των χρεών όποιος την επικαλείται είναι τουλάχιστον ανεύθυνος. Όμως η μετάθεση στο μέλλον των υποχρεώσεών μας, γίνεται αυτόματα έτσι και αλλιώς, αφού ένα μεγάλο μέρος των δανεικών που παίρνουμε κάθε χρόνο, είναι για να εξοφλούμε τοκοχρεολύσια παλαιότερων δανείων. Το βασικό θέμα είναι τα επιτόκια δανεισμού μας και η ουσιαστική μείωση τους. Και αυτή η μείωση δεν επιτυγχάνεται με διαπραγματεύσεις, αλλά με πραγματικά βήματα βελτίωσης και ισχυροποίησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της χώρας μας.
Κάποιοι άλλοι λένε. Το πρόβλημα δεν μας αφορά. Ας το λύσουν αυτοί που ενδιαφέρονται για το μέλλον του καπιταλισμού. Εμείς έτσι και αλλιώς δεν αποτελούμε θιασώτες του συστήματος. Δεν μας ενδιαφέρει η συντήρησή του. Εμείς θέλουμε την ανατροπή του συστήματος αυτού. Γιατί να μπούμε στην διαδικασία να προτείνουμε λύσεις που θα περισώσουν το σύστημα ; Άρα, δεν μπαίνουμε σε καμιά διαδικασία βελτίωσης ή διόρθωσης του συστήματος και περιμένουμε την πτώση του. Δεν θέλω να υποτιμήσω αυτή την προσέγγιση, αλλά τουλάχιστον είναι ανιστόρητη. Αν κοιτάξουμε λίγο προς τα πίσω και άλλες φορές το σύστημα είχε φτάσει σε περιόδους κρίσης ακόμη και κατάρρευσης. Και όχι μόνο δεν ήρθαν καλύτερες μέρες για τους λαούς αλλά πολύ χειρότερες. Η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη και στην συνέχεια ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά και ο Μακαρθισμός στην Αμερική, μετά την μεγάλη κρίση του 1929 είναι μεγάλα ιστορικά παραδείγματα. Και η συνέχεια είναι γνωστή. Ο διεθνής καπιταλισμός βγήκε πολύ πιο ισχυρός και η λεγόμενη απάντησή του, δηλαδή ο ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’, ήταν αυτός που κατέρρευσε μετά το 1989, κάτω από τις δικές του αντιφάσεις και τα δικά του αδιέξοδα. Και να θεωρήσουμε ότι δεν απέτυχε ο σοσιαλισμός, αλλά μια εφαρμογή του και πάλι δεν καταλαβαίνω πως θα υπάρξει διέξοδος, εάν δεν πειστεί η πλειοψηφία της κοινωνίας για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Η κρίση λοιπόν του συστήματος και η αναμονή της πτώσης του ως ώριμου φρούτου, ή έστω με την συνεχή καταγγελία του, είναι τουλάχιστον μια αυταπάτη. Εκτός εάν θέλεις απλώς να υπάρχεις για να έχεις ένα μικρό ακροατήριο το οποίο θα γοητεύεται από τις καταγγελίες σου και την ρητορεία χωρίς αντίκρισμα. Θα γίνεται και καμιά διαδήλωση για να δείξουμε την επαναστατικότητά μας. Αλλά μέχρις εκεί. Γιατί η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν θα μας εμπιστεύεται και θα ακολουθεί –είτε μας αρέσει είτε όχι- άλλες πολιτικές δυνάμεις του συστήματος, που φρόντισαν να έχουν λύσεις για το σήμερα, έστω και προβληματικές. Εφόσον συμμετέχεις στους θεσμούς του συστήματος δεν μπορείς να αποποιείσαι τις ευθύνες σου. Τις όποιες ευθύνες σου. Και θα παρεμβαίνεις και θα προτείνεις. Ρεαλιστικές και ολοκληρωμένες πειστικές πολιτικές. Που θα πρέπει να εκφράζουν την κοινωνία ως σύνολο. Και όχι κάποια συντεχνιακά συμφέροντα. Δεν βλέπω κάποια άλλη πολιτική διαδικασία για να κερδίσεις την κοινωνία με την πολιτική σου. Γιατί, τουλάχιστον ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι, τις όποιες αλλαγές του συστήματος σκέφτεται ένας πολιτικός οργανισμός, μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να τις υλοποιήσει : Κερδίζοντας την πλειοψηφία της κοινωνίας για τις αλλαγές αυτές. Διαφορετικά είναι συνομωσία ή πραξικόπημα. Και να επιβληθεί ένα σύστημα σε μια κοινωνία που δεν έχει κερδίσει την μεγάλη πλειοψηφία της, αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει. Κάποιοι μιλάνε για επανάσταση. Οι επαναστάσεις όμως γίνονται από τις μεγάλες πλειοψηφίες των κοινωνιών και όχι από έσχατες μειοψηφίες. Και όταν αυτές οι μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες δεν είναι διατεθειμένες να υποστούν άλλο, τις πολιτικές των μειοψηφικών εξουσιαστών. Και προπαντός όταν το πολιτικό υποκείμενο έχει κερδίσει με την πολιτική του, την μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Στην ιστορική εξέλιξη είδαμε ότι μόνο τότε οι επαναστάσεις κερδίζονται και επιβιώνουν, δηλαδή όταν είναι δημοκρατικές και όταν σέβονται τα δικαιώματα των μειοψηφιών.
Κάποιοι λένε να πληρώσουν αυτοί που δημιούργησαν τα χρέη και τα ελλείμματα. Ας θεωρήσουμε ότι είναι σωστή αυτή η θεώρηση και ας την εξετάσουμε. Ποιοι είναι αυτοί ; Είναι κάποιοι από τους οικονομικά ισχυρούς του συστήματος που επωφελήθηκαν και απέσπασαν κρατικές χρηματοδοτήσεις για επενδύσεις και τις διοχέτευσαν σε άλλες πολυτελείς προσωπικές τοποθετήσεις ; Και δεν αναφέρομαι γενικά στους επιχειρηματίες και στην λεγόμενη ιδιωτική πρωτοβουλία (γιατί υπάρχουν και σωστοί τέτοιοι, όσο και αν κάποιοι θέλουν να μην τους βλέπουν), οι οποίοι αγωνίζονται σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον να ανταποκριθούν στον διεθνή ανταγωνισμό, με καινοτομίες και με αξιοποίηση της γνώσης και της τεχνογνωσίας τους, αλλά και επενδύοντας τα κέρδη ή μέρος τους στην επιχείρηση, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Είναι οι μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι οι οποίοι ευνοήθηκαν από την μειωμένη φορολόγησή τους ; Είναι οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρίες οι οποίες έχουν σχετική φορολογική ασυλία; Είναι οι διάφοροι ιδιώτες που προμήθευσαν το Κράτος με υλικά και υπηρεσίες, με υπερβολικές υπερτιμολογήσεις σε συνεργασία πάντα με κάποιους δημόσιους ‘λειτουργούς’ που τους βοήθησαν ασφαλώς με το αζημίωτο; Είναι σημαντικά κοινωνικά στρώματα που έκαναν επάγγελμα την φοροδιαφυγή, την φοροαποφυγή και την εισφοροδιαφυγή ; Και αυτοί είναι πάρα πολλοί όπως δείχνουν τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων τους. Δηλώσεις με εισοδήματα των δέκα ή των είκοσι χιλιάδων ευρώ, με τα οποία ζούσαν τετραμελείς οικογένειες, με σχολεία, φροντιστήρια, αλλά πάντα έμεναν και για αλλαγή του αυτοκινήτου τους κάθε τόσο και λιγάκι και για την ανέγερση του εξοχικού τους ή της αποκατάστασης των παιδιών τους πριν αυτά πάνε στο νηπιαγωγείο. Είναι ακόμη και εργαζόμενοι – μισθωτοί οι οποίοι έκαναν δύο και τρεις δουλειές, αλλά για τα εισοδήματα από την δεύτερη και πέρα δουλειά, δεν πλήρωναν φόρους, αφού ήταν τα λεγόμενα ‘μαύρα’. Μπορεί να υπάρχουν και κάποιες άλλες κατηγορίες που μου διαφεύγουν. Ασφαλώς όλοι αυτοί δεν αποτελούν τη λεγόμενη πλουτοκρατία, αλλά όμως σωρευτικά αποτελούν ένα μεγάλο έλλειμμα για την κοινωνία συνολικά. Αν λοιπόν πρέπει να πληρώσουν αυτοί που τα δημιούργησαν, αυτοί δεν είναι άλλοι από την κοινωνία μας. Να αποφασίσουμε λοιπόν να πληρώσουμε όλοι μας, με έναν δίκαιο κανόνα. Να πληρώσουμε όλοι, ανάλογα με τις δυνατότητες του καθένα. Οι πραγματικά φτωχοί δεν μπορούν να επιβαρυνθούν ούτε ένα ευρώ. Αντίθετα πρέπει να ενισχυθούν. Όλοι οι άλλοι να πληρώσουμε αναλογικά με τα εισοδήματά μας και τα περιουσιακά στοιχεία του καθένα. Κάποιοι μπορεί να αδικηθούν, όπως για παράδειγμα, κάποιοι σκληρά εργαζόμενοι (μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες) που κατάφεραν να κάνουν μια μικρή περιουσία με αίμα και θυσίες, πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους χωρίς να βάλλουν το χέρι στο ‘μέλι’ και καλούνται να πληρώσουν και αυτοί. Δεν βλέπω όμως να υπάρχει άλλος τρόπος από την δίκαιη φορολόγηση όλων των κοινωνικών κατηγοριών, δηλαδή των εισοδημάτων τους και των περιουσιακών στοιχείων τους. Και της εκκλησίας συμπεριλαμβανομένης. (Με την ευκαιρία γιατί μισθοδοτούνται οι λειτουργοί της εκκλησίας μας από το ελληνικό Κράτος; Μήπως παρέχουν κάποια δημόσια υπηρεσία και δεν το έχω καταλάβει; Σε ποιο άλλο Κράτος της Ευρώπης οι ιερείς είναι δημόσιοι υπάλληλοι; Και στη βάση αυτής της λογικής γιατί να μην ζητήσουν να μισθοδοτούνται από το Κράτος και οι ιερείς των άλλων θρησκευτικών δογμάτων ;). Και μέσα από αυτήν την δίκαιη φορολόγηση σε έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα, σε συνδυασμό και με άλλα ριζικά μέτρα εξοικονόμησης και περιορισμού των δαπανών να περιορίσουμε το δημόσιο έλλειμμα της χώρας και κατ’ επέκταση το χρέος. Ναι, χρειάζονται δραστικά και ριζοσπαστικά μέτρα μείωσης των δημοσίων σπαταλών. Αυτών που διαχρονικά έκαναν οι κρατούντες για να είναι χρήσιμοι στους ‘πελάτες’ του (βλέπε ψηφοφόρους τους), ώστε να συνεχίζουν να τους ψηφίζουν. Και μέσα σ’αυτό εντασσόταν και ο διορισμός των ‘παιδιών’ των ημετέρων στο δημόσιο για να έχουν μια σταθερή και σίγουρη δουλειά, αλλά και μια σίγουρη ‘πελατεία’ (βλέπε ψηφοφόρους τους) για τους εξουσιαστές. Ταυτόχρονα απαιτείται δραστικός περιορισμός των στρατιωτικών δαπανών. Με μια δίκαιη συμφωνία με την Τουρκία και με την δημιουργία των προϋποθέσεων για επίλυση του Κυπριακού, μπορούμε να εξοικονομήσουμε σημαντικούς οικονομικούς πόρους, με σημαντικό περιορισμό αν όχι μηδενισμό των στρατιωτικών δαπανών, τουλάχιστον για τα επόμενα πέντε χρόνια. Μακροπρόθεσμο περιορισμό του δημόσιου τομέα με πάγωμα των προσλήψεων και με αναπλήρωση των κενών θέσεων με εσωτερικές μετατάξεις των υπαλλήλων. Καθιέρωση της αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης και καθιερώνοντας συγκεκριμένα κίνητρα (οικονομικά και εξέλιξης) για την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας και της δημιουργικότητας των υπαλλήλων. Και άλλα πολλά που έχουν προταθεί από έγκυρους αναλυτές του δημόσιου χώρου. Δυστυχώς δεν βλέπω άλλο τρόπο επιβίωσης μας ως κοινωνία, αν ενδιαφερόμαστε πλέον γι αυτό που λέμε κοινωνία και δεν έχουμε κατακλυσθεί από το ατομικό μας εγώ και οδηγός μας είναι πλέον το γνωστό ρητό, ‘ο σώζων εαυτόν σωθήτω’… Αλλά και αυτό να αποτελεί τον οδηγό μας σήμερα, μακροπρόθεσμα ούτε αυτόν μπορούμε να σώσουμε.
Η άλλη πλευρά της προτεινόμενης λύσης είναι η αναπτυξιακή διαδικασία, που επικαλούνται αρκετοί, μηδέ της αριστεράς εξαιρουμένης. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην εξής σκέψη. Πρέπει να κάνουμε ανάπτυξη, δηλαδή επενδύσεις, ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να αυξηθούν τα εισοδήματα, να κυκλοφορήσει το χρήμα, να αυξήσουμε την κατανάλωση κ.ο.κ. Χωρίς να καταδικάζω κάθε είδους επένδυση, υπάρχουν τα εξής ζητήματα που χρειάζονται να επανεξεταστούν. Διαπιστώνουμε ιστορικά πλέον, ότι το μοντέλο αυτό επιβιώνει μόνο με την συνεχή επέκταση και διόγκωση της οικονομίας, με την συνεχή αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα γίνεται το ίδιο, η βασική αιτία των κρίσεών του, κ.ο.κ. Αυτό το ‘αναπτυξιακό’ μοντέλο δεν μας έφερε στην σημερινή κρίση ; Άρα δεν μπορεί να αποτελεί λύση, η συνεχής επέκταση και διόγκωση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Αυτή η διαδικασία της συνεχούς ανάπτυξης και επέκτασης έχει ημερομηνία λήξεως. Η εξάντληση των φυσικών πόρων δεν αποτελεί κάποιο γεγονός του απώτερου μέλλοντος. Ήδη διανύουμε την φάση της εξάντλησης των φυσικών πόρων και των κλιματικών αλλαγών. Η ανθρωπότητα χρειάζεται να αναζητήσει νέους κανόνες στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Χρειάζεται να θεσπιστούν ποιοτικοί δείκτες που θα συνδέονται με το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας και όχι μόνο ποσοτικοί όπως είναι σήμερα, που οδηγούν τις χώρες να κυνηγούν μια χωρίς τέλος ‘ανάπτυξη’. Χρειάζεται να παράγουμε ως κοινωνία αυτά που χρειάζεται να καταναλώσουμε. Και να καταναλώνουμε αυτά που πραγματικά χρειαζόμαστε για να ζούμε. Οι νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργούνται σε νέους τομείς δραστηριότητας που χρειάζεται να αναπτύξουμε και οι οποίες συνδέονται με την ποιότητα ζωής, με το περιβάλλον, με τον πολιτισμό, με την βιολογική και οικολογική γεωργία, με τον ποιοτικό τουρισμό, με τις εξειδικευμένες υπηρεσίες, με την ανακύκλωση, την επαναχρησιμοποίηση και την εξοικονόμηση πόρων, με την υλοποίηση καινοτομιών στην μεταποίηση και την παραγωγική διαδικασία κ.ά. Άρα χρειάζεται να αναθεωρήσουμε σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο τα κριτήρια για την αξία και την ποιότητα της ζωής μας. Και στην συνέχεια να θεσπίσουμε δημοκρατικά νέους κανόνες ποιότητας ζωής για την κοινωνία και το Κράτος. Για παράδειγμα αντί να διεκδικούμε συνεχώς την αύξηση του ατομικού μας εισοδήματος, να αγωνισθούμε για την αύξηση του κοινωνικού εισοδήματος. Με την διάχυση του κοινωνικού εισοδήματος στην κοινωνία, θα έχουμε και ατομικό όφελος, αφού θα είμαστε χρήστες των κοινωνικών υπηρεσιών και δεν θα χρειάζεται να δαπανούμε δικούς μας πόρους. Αντί να διεκδικούμε συνεχώς μεγαλύτερο μερίδιο από την παραγόμενη πίτα, ας διασφαλίσουμε ένα κομμάτι να επιστρέφει στην κοινωνία, με μέτρα για την προστασία της φύσης, για την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος που ζούμε και που κάθε χρόνο γίνεται όλο και πιο ανυπόφορο. Δηλαδή θα έχουμε κάνει βήματα στην κατεύθυνση αυτή, όταν τα συνδικάτα θα κινητοποιούνται όταν η επιχείρησή τους μολύνει το περιβάλλον, όταν στις διεκδικήσεις τους θα εντάξουν περιβαλλοντικά αιτήματα, όταν θα υποχρεωθούν οι επιχειρήσεις να συντάσσουν περιβαλλοντικό ισολογισμό, όταν οι πολίτες θα υποτάσσουν το εγώ τους στο εμείς αποκτώντας οικολογική συμπεριφορά, όταν οι κοινωνίες θα εκφράζουν την αλληλεγγύη τους στις κάθε είδους μειονότητες, όταν τα Κράτη θα παρεμβαίνουν προληπτικά στις ανθρωπιστικές και περιβαλλοντικές κρίσεις του πλανήτη μας, όταν… Ασφαλώς χρειάζονται να γίνουν μεγάλες αλλαγές στις κοινωνίες, στα ίδια τα Κράτη και στους παγκόσμιους οργανισμούς και κυρίως στις αντιλήψεις μας για την ζωή. Οι αναπτυγμένες χώρες της δύσης δεν μπορούν να συνεχίζουν για πολύ να αγνοούν την κατάσταση του χωρών του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου κόσμου. Άρα δεν μπορούμε να μιλάμε με τον ίδιο τρόπο όταν αναφερόμαστε στην ανάπτυξη σε κάθε περιοχή του κόσμου. Δεν μπορούν να συνεχισθούν για πολύ οι σημερινές μεγάλες ανισότητες, ανάμεσα σε χώρες και λαούς αλλά και στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Η μετανάστευση δεν αντιμετωπίζεται με αστυνομικά και στρατιωτικά μέσα. Χρειάζονται πολιτικά μέτρα και διευθετήσεις πλανητικής διάστασης και κυρίως στήριξη αυτών των χωρών με συγκεκριμένα μέτρα που θα κρατήσουν τους ανθρώπους στον τόπο τους. (Σημειωτέον στις χώρες αυτές που οι άνθρωποι προσπαθούν να περάσουν με κάθε τρόπο στον κόσμο της δύσης, καταληστεύθηκαν οι φυσικοί τους πόροι στο παρελθόν και σε ορισμένες συνεχίζεται και σήμερα από τους ισχυρούς της δύσης). Εκτός αν κάποιοι θεωρούν τις παγκόσμιες πολεμικές συγκρούσεις, έστω και με τη μορφή των περιφερειακών συρράξεων, ως λύση για την μείωση της παγκόσμιας εντροπίας. Ζητούμενα είναι σήμερα η δημιουργία των απαραίτητων μηχανισμών και οργανισμών μιας παγκόσμιας δημοκρατικής διαχείρισης των πλανητικών υποθέσεων. Τα κλειστά κλαμπ των G7 και των λοιπών δεν αποτελούν λύσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα κρίσιμο πείραμα. Η επιτυχία του εγχειρήματος, δηλαδή η δημιουργία μιας δημοκρατικής και ολοκληρωμένης Ευρώπης της αλληλεγγύης, η οποία θα λειτουργεί για το καλό των λαών της είναι ζητούμενο σήμερα και θα αποτελέσει τον πιλότο για τις κοινωνίες του μέλλοντος.
(http://kostasxainas.blogspot.com/2010_02_01_archive.html)

Κώστας Χαϊνάς
28-3-2010