Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση σήμερα για την αντιμετώπιση του ελλείμματος και του χρέους της χώρας ;




Πέρασαν τρία περίπου χρόνια από το 2009 που η χώρα μας εισήλθε στη στενωπό της κρίσης. Στο τέλος του 2009 μας έλειπαν περίπου 25 δισ. ευρώ από τα ταμεία μας για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Το έλλειμμα βέβαια αυτό μπορεί να ήταν από τα μεγαλύτερα της τελευταίας δεκαετίας, αλλά γενικά δεν ήταν άγνωστο σε όσους παρακολουθούσαν τα δημοσιονομικά της χώρας, παρ’ όλες τις προσπάθειες αλλοίωσης των στοιχείων που επιδίδονταν οι κρατούντες για να κοροϊδεύουν τους «κουτόφραγγους».  Απλά μέχρι τότε το χρήμα στις αγορές έρεε άφθονο και ο διεθνής δανεισμός της χώρας ήταν σχετικά φτηνός. Όμως μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 οι αγορές «μαζεύτηκαν» και ο δανεισμός έγινε ακριβός για τη χώρα μας και με τα δημοσιονομικά δεδομένα του 2009, απαγορευτικός. Και δεν είναι τυχαίο ότι η κρίση δεν επηρέασε το ίδιο όλες τις χώρες. Η χώρα μας όπως και μια σειρά άλλοι αδύνατοι κρίκοι του συστήματος, κτυπήθηκαν περισσότερο. Ένα επιχείρημα που άκουσα είναι ότι δεν φταίει η χώρα μας για την κρίση, αφού είναι παγκόσμια και χτύπησε την πόρτα και άλλων χωρών. Ναι, ασφαλώς η κρίση έχει την παγκόσμια και ευρωπαϊκή της διάσταση, για τις οποίες δεν μπορούμε να είμαστε αδιάφοροι. Πρέπει να είμαστε παρόντες και να συμμετέχουμε στις άμεσες μελλοντικές ευρωπαϊκές διαδικασίες, που θα διαμορφώσουν τους όρους αντιμετώπισης της κρίσης και του δημόσιου χρέους της κάθε χώρας, υπέρ των λαών και των κοινωνιών. Γι αυτό είναι στρατηγικής σημασίας η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη στην προοπτική μιας δημοκρατικής ολοκλήρωσης και ομοσπονδοποίησης της. Γιατί μόνη της η χώρα μας, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει προκλήσεις με παγκόσμια διάσταση. Αυτή είναι η μια πλευρά. Η άλλη πλευρά όμως, που αποκρύπτουν τεχνηέντως κάποιοι, είναι οι ενδογενείς αιτίες που συνδέονται με την κρίση στην κάθε χώρα ξεχωριστά. Δηλαδή το πως εκδηλώνεται σε κάθε χώρα η κρίση, έχει να κάνει με το επίπεδο της οικονομίας της κάθε χώρας, με τις ασφαλιστικές δικλείδες που διαθέτει για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων και με άλλα σημαντικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία. Και στον τομέα αυτό η χώρα μας ήταν τελείως απροετοίμαστη. Οι πολιτικές που είχαν ασκήσει για τριάντα οκτώ χρόνια το πολιτικό σύστημα του χτεσινού δικομματισμού, είχε δημιουργήσει μια τεράστια γραφειοκρατική κρατικοδίαιτη οικονομία, με υποβαθμισμένες και καταρρέουσες παραγωγικές δομές και με ένα πελατειακό κομματοκρατούμενο δημόσιο τομέα. Αντικειμενικά λοιπόν μια χώρα με αυτά ως δεδομένα ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει με ιδία μέσα τις προκλήσεις που δημιούργησε η κρίση. (Το ενδεχόμενο να τα  καταφέρουμε μόνοι μας, εάν ετίθετο ένα τέτοιο ερώτημα μέσω ενός δημοψηφίσματος το 2010, δεν εξετάσθηκε. Προσωπικά θα προτιμούσα, εάν η κοινωνία ήθελε και το πολιτικό σύστημα μπορούσε, να επιλέξουμε εμείς οι ίδιοι τις οδυνηρές περικοπές που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του ελλείμματος, δεσμευόμενοι με ένα δικό μας μνημόνιο, χωρίς να χρειαστεί να απευθυνθούμε στους ευρωπαίους εταίρους μας). Έτσι η χώρα για να μπορέσει να διασφαλίσει την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της, απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΔΝΤ. Έτσι υπογράφεται το 1ο μνημόνιο και στην συνέχεια το 2ο και πριν λίγες μέρες το 3ο μνημόνιο. Υπάρχουν κάποια ερωτήματα εάν τότε, το 2010 δηλαδή, υπήρχε εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο. Ίσως υπήρχαν κάποια περιθώρια κάποιων διαφοροποιήσεων, αλλά έχω τη γνώμη ότι, αφού η γενική πολιτική επιλογή ήταν η αντιμετώπιση του προβλήματος μας εντός ευρωζώνης, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια διαφοροποίησης. Αλλά για να μην παριστάνουμε τους εκ των υστέρων προφήτες, ας αφήσουμε την ιστορία να αποδείξει αν ήταν μονόδρομος, η επιλογή που προκρίθηκε το 2010 ή υπήρχαν καλύτερες εναλλακτικές λύσεις για τη χώρα μας, χωρίς να διακινδυνεύσουμε τη συμμετοχή μας στην ευρωζώνη. Γιατί ασφαλώς υπήρχε εναλλακτική στρατηγική τότε, όπως υπάρχει και σήμερα, δηλαδή η έξοδος από το ευρώ, η κυκλοφορία δικού μας νομίσματος και η διαχείριση του ελλείμματος και του χρέους με δική μας καθαρά ευθύνη. Το θέμα όμως είναι, ότι αυτή την εναλλακτική πολιτική στρατηγική την υποστήριζε και την υποστηρίζει σήμερα, μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του πολιτικού συστήματος και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 την απέρριψε η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Άρα η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας θέλει λύση για το θέμα του χρέους και τους ελλείμματος εντός της ευρωζώνης. Ίσως καταλαβαίνει, ότι κάθε άλλη επιλογή εκτός ευρωζώνης, δεν θα αποτελεί απλά μια επώδυνη επιλογή, όπως η σημερινή που ακολουθεί η χώρα μας, αλλά η συνταγή μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.
Όμως το πρόβλημα του χρέους δεν είναι το ίδιο με το πρόβλημα του ελλείμματος. Κάποιοι τα συγχέουν σκόπιμα για να δημιουργούν εντυπώσεις. Ή δεν μιλάνε καθόλου για το έλλειμμα. Το χρέος είναι ένα πρόβλημα που αφορά ασφαλώς τη χώρα μας, αφορά όμως και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης και του κόσμου ολόκληρου, αλλά είναι ένα πρόβλημα που μπορούμε να συνυπάρχουμε μαζί του μακροπρόθεσμα αρκεί να είναι βιώσιμο. Τώρα τι σημαίνει βιώσιμο, είναι ένα άλλο θέμα. Γιατί υπάρχουν χώρες που έχουν μεγαλύτερο χρέος από το δικό μας και όμως μια χαρά δανείζονται από τις αγορές, γιατί οι οικονομίες τους έχουν στοιχεία πολύ καλύτερα από τα δικά μας. Το έλλειμμα όμως, είναι ένα πρόβλημα που το ύψος του έχει μεγάλη σημασία και δεν μπορεί να αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό κάθε ετήσιου προϋπολογισμού του Κράτους. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να δανειζόμαστε κάθε χρόνο για να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες, όπως μισθούς και συντάξεις. Ένα σοβαρό Κράτος πρέπει να φροντίζει να καλύπτει τις δαπάνες του με τα έσοδα του, χωρίς δανεισμό και με το πλεόνασμα να εξοφλεί το χρέος του. Και αν δανειστούμε θα το κάνουμε όταν θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε ένα μεγάλο επενδυτικό έργο που θα μας αποδώσει μακροπρόθεσμα. Αυτό δεν κάνουμε στο σπίτι μας, εάν δεν θέλουμε να έχουμε μπλέξιμο με τις Τράπεζες; Αν κάθε μήνα μπαίνουμε μέσα θα αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να δανειζόμαστε με αποτέλεσμα κάποια μέρα η Τράπεζα να αρνηθεί να μας δανείσει, οπότε δεν θα έχουμε για να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες. Αυτό είναι το πρόβλημα και με τη χώρα μας. Τα έσοδά μας δεν φτάνουν να πληρώσουμε πρωτογενείς μας ανάγκες, δηλαδή μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα. Οπότε για να τις καλύψουμε εφόσον τα έσοδά μας είναι δεδομένα, είτε θα δανειστούμε είτε θα τις περιορίσουμε. Ασφαλώς μακροπρόθεσμα μπορούμε να δούμε να αυξήσουμε τα έσοδα. Να πατάξουμε τη φοροδιαφυγή, να φορολογήσουμε το μαύρο χρήμα, να μην επιτρέπουμε να χάνονται λίστες Λαγκάρντ, να ολοκληρώσουμε την ηλεκτρονική συνταγογράφηση και τις ηλεκτρονικές προμήθειες του Κράτους, να καταργήσουμε προκλητικά προνόμια, όπως των καλόπαιδων υπαλλήλων της Βουλής, τη βιτρίνα του πελατειακού κομματικού μας συστήματος, να φτιάξουμε επιτέλους περιουσιολόγιο και να φορολογούνται δίκαια όλοι και άλλα πολλά που περιγράφονται στο τρέχον μνημόνιο, αλλά δυστυχώς κάποιοι σφόδρα αντιμνημονιακοί τα αρνούνται συμπαρατασσόμενοι με τις αντιστεκόμενες συντεχνίες που δεν θέλουν να χάσουν τα προνόμιά τους. Και ένας λόγος που κάποια μέτρα από τα πρόσφατα ψηφισθέντα, είναι επώδυνα και άδικα για κάποια κοινωνικά στρώματα που δοκιμάζονται σήμερα, είναι γιατί το πολιτικό σύστημα μέχρι σήμερα δεν προχώρησε στις περικοπές άδικων προνομίων σε κάποιες κρατικοδίαιτες συντεχνίες και στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τρία χρόνια τώρα και προτιμά τις εύκολες λύσεις, δηλαδή τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων.
Με το δεδομένο αυτό ας δούμε λοιπόν τι επιλογές έχουμε εντός της ευρωζώνης. Είχαμε επιλογή να αρνηθούμε την υπογραφή του τελευταίου μνημονίου ; Μάλλον όχι εφόσον επιλέξαμε να αντιμετωπίσουμε τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας εντός της ευρωζώνης. Ας δούμε όμως πρώτα όμως τι είναι ένα μνημόνιο. Είναι ένα κείμενο που συνοδεύει τη δανειακή σύμβαση που περιγράφει τα μέτρα που συμφωνούνται ανάμεσα στα δύο μέρη μετά από διαπραγματεύσεις. Δηλαδή ουσιαστικά είναι οι όροι της δανειακής σύμβασης. Κάποιοι βάζουν τα λεφτά τους και κάποιοι άλλοι τα παίρνουν και υπογράφουν μια σύμβαση με κάποιους όρους που συμφωνούνται από κοινού. Αυτό είναι το μνημόνιο. Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστούμε χρήματα χωρίς να υπογράψουμε δανειακή σύμβαση, δηλαδή μνημόνιο. Κανένας δεν πετάει τα λεφτά του στον αέρα. Κάποιοι, όταν λένε ότι θα καταργήσουν τα μνημόνια, μάλλον εννοούν ότι θα καταργήσουν το υπογεγραμμένο μνημόνιο από τη σημερινή Κυβέρνηση και θα υπογράψουν κάποιο άλλο, που κατά τη γνώμη τους θα είναι καλύτερο για τη χώρα. Και αν είναι προδοτική –όπως λένε κάποιοι αριστεροί- η υπογραφή του νέου μνημονίου από την Κυβέρνηση, στην Κύπρο που η αριστερή Κυβέρνηση ετοιμάζεται να υπογράψει το δικό της μνημόνιο, είναι και αυτή προδοτική;  Δεν μπορώ να σκεφτώ τι περισσότερο θα μπορούσαν να διεκδικήσουν που δεν το διεκδίκησε η παρούσα Κυβέρνηση. Ας πούμε ότι είχαμε τη δυνατότητα να διεκδικήσουμε περισσότερα. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί δεν μπήκαν και αυτοί στην Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης, αφού πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εθνική προσπάθεια ; Γιατί προτίμησαν να μείνουν στα κεραμίδια και απλά να καταγγέλλουν τη μνημονιακή Κυβέρνηση; Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι ακολουθούν τη γνωστή συνταγή, δηλαδή αφήνουν τους άλλους να βγάλουν «το φίδι από την τρύπα», εκτιμώντας ότι έτσι θα κερδίσουν από τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τα μέτρα. Όμως πρέπει να ξέρουν ότι οι πολίτες μπορεί στη συγκυρία να δυσανασχετούν με τα μέτρα, αλλά μακροπρόθεσμα κρίνουν και αξιολογούν τις πολιτικές δυνάμεις όχι για τις εύκολες επιλογές, αλλά κυρίως για τις δύσκολες. Και τα δύσκολα είναι σήμερα. Και κάποιοι είναι απόντες. Και αυτό θα κριθεί.
Τα επώδυνα μέτρα που περιγράφονται στο νέο μνημόνιο αφορούν την αντιμετώπιση του δικού μας ελλείμματος. Όχι της Γερμανίας ούτε της Γαλλίας. Και ήταν προτάσεις για την αντιμετώπιση του ελλείμματος. Δηλαδή για να σταματήσουμε να δανειζόμαστε. Δεν άκουσα όμως εναλλακτικές προτάσεις, από τις δυνάμεις αυτές που καταγγέλλουν το μνημόνιο. Δεν άκουσα καμιά πρόταση από όλους αυτούς που μίλησαν για αποικίες, για προτεκτοράτο, για τοκογλύφους και άλλα ηχηρά, για την αντιμετώπιση του ελλείμματος της χώρας. Όποιος παρακολούθησε τις ομιλίες στη Βουλή, όλων των αντιμνημονιακών δυνάμεων, θα παρατήρησε ότι εκτός από τις γενικόλογες αναφορές στο χρέος, δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική αναφορά για το έλλειμμα. Το κύριο επιχείρημα των λεγόμενων αντιμνημονιακών, είναι ότι τα μέτρα επιδεινώνουν την ύφεση και αυξάνουν το χρέος. Και τι προτείνουν ; Την διαγραφή αν όχι του συνόλου του χρέους, του μεγαλύτερου μέρους του. Ακούστηκε επίσης η ανάγκη ενός σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα. Και μάλιστα επικαλούνται το ΔΝΤ και άλλους αναλυτές που προτείνουν το «κούρεμα» του χρέους της χώρας. Αυτό όμως που δεν θέλουν να καταλάβουν είναι ότι, τα μέτρα περικοπών δεν αντιμετωπίζουν το χρέος, αλλά το έλλειμμα. Γιατί εάν δεν αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα και να μας χαρίσουν όλο το χρέος σε λίγα χρόνια, εάν δεν πάρουμε αυτές τις αλλαγές θα βρεθούμε στο ίδιο σημείο και κανένα σχέδιο Μάρσαλ δεν μας σώζει. Το χρέος είναι άλλης τάξης πρόβλημα και αντιμετωπίζεται όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές. Και εξηγούμαι. Το χρέος της χώρας δημιουργήθηκε από τον αλόγιστο δανεισμό των προηγούμενων δικών μας Κυβερνήσεων. Δεν μας υποχρέωσε η Μέρκελ για να πάρουμε δάνεια. Οι δανειστές μας, εκτός από τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, είναι ευρωπαϊκά ασφαλιστικά ταμεία και στο μεγαλύτερο μέρος μετά το γνωστό μας PSI, είναι Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πως ακούγονται στα αυτιά των ευρωπαίων πολιτών που οι Κυβερνήσεις τους μας δάνεισαν πριν λίγους μήνες και ετοιμάζονται να μας ξαναδανείσουν, τις φωνές μας περί «κουρέματος» του χρέους, δηλαδή να τους επιστρέψουμε πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που μας δάνεισαν ; Τι άραγε να λένε οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και πολύ περισσότερο, οι πολίτες φτωχότερων χωρών της Ευρώπης που μας δάνεισαν, όπως οι Εσθονοί, οι Σλοβένοι -οι Σλοβάκοι που αποφάσισαν σχεδόν ομόφωνα να μην συμμετέχουν στον μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας μάλλον θα επιβεβαιώναμε την επιλογή τους με τις φωνές μας αυτές- και άλλοι, όταν ακούνε ότι δεν θέλουμε να τους επιστρέψουμε αυτά που μας δάνεισαν ; Και ποιοι είμαστε εμείς που απαιτούμε μονομερώς το κούρεμα αυτών που μας δάνεισαν άλλοι λαοί ; Περισσότερο ως φωνές μπαταχτσήδων ακούγονται αυτές οι φωνές στα αυτιά των άλλων λαών που μας δάνεισαν. Το θέμα του «κουρέματος» του χρέους είναι σοβαρό θέμα και δεν αντιμετωπίζεται με λαϊκισμούς τέτοιου τύπου. Αντιμετωπίζεται στα πλαίσια και σε συνεργασία με τους εταίρους μας. Με πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Με ουσιαστική συμβολή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Όχι ως μεμονωμένη απαίτηση μας που οι εταίροι μας είναι υποχρεωμένοι να υλοποιήσουν. Άρα λοιπόν το να λες ότι το χρέος μας πρέπει να «κουρευτεί», δεν αποτελεί εναλλακτική πολιτική στρατηγική για την αντιμετώπιση του ελλείμματος. Είναι μια επιλογή που δεν χρειάζεται να την ξεφωνίζεις για να καλύψεις την δική σου έλλειψη εναλλακτικής πολιτικής, παριστάνοντας ότι κάνεις προτάσεις, αλλά την κερδίζεις στην πράξη μέσα από την ειλικρινή συνεργασία με τους εταίρους και συμμάχους.

Χαλκίδα 13-11-2012
Κώστας Χαϊνάς

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Το δίλημμα της ψήφισης των μέτρων και ο έντιμος συμβιβασμός




Νομίζω ότι όταν έχεις διαβεί τον Ρουβίκωνα δεν έχεις δυνατότητα επιστροφής. Η διαπραγμάτευση με την τρόϊκα ήταν σκληρή, οφείλονται πολλά στην στάση και τους χειρισμούς της Δημοκρατικής Αριστεράς και αυτό καταγράφηκε. Σήμερα νομίζω ότι μπορεί να γίνει ένας έντιμος συμβιβασμός, μετά τις υπαναχωρήσεις και των δανειστών μας και η Δημοκρατική Αριστερά να είναι παρούσα με θετική ψήφο σε όλα τα μέτρα. Το πιο εύκολο είναι να απέχει ή να τα καταψηφίσει και να πει καλώς σας βρήκα στους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς». Οι οποίοι βέβαια «αντιμνημονιακοί», δεν έχουν κάποια άλλη εναλλακτική πρόταση. Εκτός ίσως απ’αυτούς που μιλάνε για αποχώρηση από το ευρώ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή το ΚΚΕ. Γιατί όλοι οι άλλοι (ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος) αν βγάλουμε τις διάφορες κορώνες που στολίζουν το λόγο τους, θεωρούν την παραμονή μας στην ευρωζώνη ως μονόδρομο και προτείνουν και αυτοί επαναδιαπραγμάτευση με τους δανειστές μας. Δηλαδή  αυτό που κάνει και η σημερινή Κυβέρνηση. Απλά λένε ότι αυτοί θα είναι πιο σκληροί διαπραγματευτές. Δεν ξέρω βέβαια πως το εννοούν αυτό το σκληροί διαπραγματευτές, π.χ. θα χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι (;), θα απαγάγουν τη Μέρκελ (;) ή δεν ξέρω τι άλλο θα σκεφτούν. Γιατί ουσιαστικά η πρότασή τους εμπεριέχει τον εξής απλοϊκό εκβιασμό. Μια έξοδος της χώρας από τη ζώνη του ευρώ θα επιφέρει τρομακτικές συνέπειες στις χώρες της Ευρωζώνης. Και μάλιστα επικαλούνται και δηλώσεις επισήμων εκπροσώπων της ΕΕ, οι οποίοι πραγματικά αναγνωρίζουν ότι οι συνέπειες μιας Greek exit είναι άγνωστες και πρέπει η Ελλάδα να παραμείνει στο ευρώ. Οπότε εμείς οι έξυπνοι Έλληνες μπορούμε να τους πατήσουμε στον κάλο, βασιζόμενοι σ’ αυτό τον φόβο τους. Ή δέχεστε αυτά που σας λέμε (π.χ να μας χαρίσετε τα χρέη μας (;), ή απειλούμε παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Δεν ξέρω αν αυτή η διαπραγμάτευση είναι πιο σκληρή ή όχι. Πάντως δεν την θεωρώ σοβαρή. Ούτε βέβαια και αριστερή. Γιατί τι σχέση έχουν με την αριστερή σκέψη και πρακτική, οι λογικές των εκβιασμών ;
Η μεγάλη μάχη νομίζω ότι αρχίζει την επόμενη μέρα του συμβιβασμού με τους δανειστές μας. Για τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής. Μας περιμένουν μικρές και μεγάλες μάχες για το μετασχηματισμό της χώρας σε ένα σύγχρονο, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό Κράτος. Μιλάμε για μια Δημοκρατική Επανάσταση. Χωρίς τη Δημοκρατική Αριστερά, αυτά δεν μπορούν να γίνουν και δεν θα γίνουν τελικά, γιατί τα άλλα δύο κόμματα που στηρίζουν αυτή τη Κυβέρνηση, έχουν στα σπλάχνα τους δυνάμεις του πελατειακού συστήματος, οι οποίες δεν θέλουν και δεν θα αφήσουν να αλλάξει τίποτα. Και επιτέλους οι αλλαγές σ’αυτή τη χώρα δεν μπορούν να γίνονται κάτω από την πίεση και εποπτεία καμιάς τρόϊκας. Είναι ντροπή για όλο το πολιτικό σύστημα, είναι ντροπή για όλους μας να μην μπορούμε εδώ και τρία χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης, να διατυπώσουμε και να εφαρμόσουμε ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης και ανασυγκρότησης της χώρας, χωρίς τρόϊκες και χωρίς αυτό το απαράδεκτο παιχνίδι των δόσεων. Το πολιτικό σύστημα απέδειξε ότι είναι ανίκανο να αλλάξει και να ανορθώσει τη χώρα και κρύβεται πίσω από την τρόϊκα και τα μνημόνια. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια υπέγραψε δύο μνημόνια και τώρα πάει για το τρίτο, για να κάνει αλλαγές και  μεταρρυθμίσεις και δεν έκανε σχεδόν τίποτα. Γιατί δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα στη χώρα. Γιατί ήθελε να μείνει ανέπαφο αυτό το πελατειακό κρατικοδίαιτο σύστημα που δημιούργησε από την μεταπολίτευση και απομυζούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Γιατί θεωρεί ότι θα κοροϊδέψει και πάλι τους κουτόφραγκους. Έτσι σκεφτόταν πάντα η πολιτική ελίτ αυτής της χώρας και έτσι διαπαιδαγώγησε και την κοινωνία. Ότι μπορούμε να ζούμε με δανεικά και να ζητάμε στο τέλος και τα ρέστα από τους δανειστές μας, γιατί δεν μας πρόσεχαν που σπαταλούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας!
Προσωπικά δεν συμφωνώ με τις πολιτικές των μνημονίων. Από το 2010 είχα καταθέσει μια πρόταση την οποία επαναφέρω και την επανακαταθέτω, συνοπτικά. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε εδώ και τώρα. Το Κράτος να καλύπτει τις ανάγκες του με βάση τα έσοδά του. Να γίνει αναδρομικός έλεγχος πόθεν έσχες για όλους και να πληρώσουν όσοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματά τους. Να ζητήσουμε από τους δανειστές μας αντί να μας δανείζουν, να μας παγώσουν τα τοκοχρεολύσια για 2-3 χρόνια, μέχρι να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Να ψηφίσουμε με δική μας ευθύνη και να εφαρμόσουμε αμέσως και αποφασιστικά όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την μετατροπή του Κράτους σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό δημοκρατικό Κράτος με αξιοκρατία και αξιολόγηση των πάντων. Και ασφαλώς μέσα από τις διαδικασίες και τις προοπτικές μιας δημοκρατικής πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ, η χώρα μας να αξιοποιήσει όσο γίνεται καλύτερα τις όποιες θετικές ρυθμίσεις για την μείωση του χρέους της. Μια πρόταση που θα κόστιζε λιγότερα στους δανειστές μας και εμείς δεν θα ζούσαμε το μαρτύριο της σταγόνας με τις δόσεις. Απλά οι αποφάσεις μας και τα μέτρα που θα εφαρμόζαμε από την αρχή, ίσως ήταν πολύ σκληρά, αλλά τουλάχιστον θα είχαμε κάποιο φως στο τούνελ.
Όμως δυστυχώς ακολουθήσαμε το δρόμο των μνημονίων και σήμερα πρέπει να παρθούν και πάλι σκληρές αποφάσεις για να μπορέσει να ανασάνει και πάλι η χώρα. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Γνωρίζουμε ότι από μόνα τους τα όποια μέτρα δεν αρκούν. Χρειάζονται και άλλα πολλά να γίνουν. Και, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που ζούμε, και αν θέλουμε να διατηρηθεί κάποια ελπίδα να γίνουν αυτά, ικανή και αναγκαία συνθήκη γι αυτό είναι, η Δημοκρατική Αριστερά να μπορέσει να παίξει τον ρόλο της στην Κυβέρνηση συνεργασίας. 
Αν κάνει το λάθος η Δημοκρατική Αριστερά να βγάλει τον εαυτό της από το αυριανό πολιτικό παιχνίδι ή να αυτo-περιορίσει τον ρόλο της, με κάποια επιλογή όπως  αποχή ή απλή παρουσία ή μερική καταψήφιση, τότε θα κλείσει άδοξα ο κύκλος του εγχειρήματος για τη δημοκρατική μεταρρύθμιση της χώρας. Η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς στην Κυβέρνηση εάν και εφόσον είναι παρούσα στο εγχείρημα, αποκτά έναν άλλο χαρακτήρα με σημαντικό ειδικό βάρος, στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν. Επιπλέον, η Δημοκρατική Αριστερά σε συνθήκες αναμόρφωσης και ανασύνθεσης της Δημοκρατικής Παράταξης αποκτά ένα σημαντικό πλεονέκτημα και την αναδεικνύει σε πρωταγωνίστρια δύναμη, αφού απέδειξε ότι όχι μόνο είναι παρούσα στις κρίσιμες στιγμές, αλλά και μπορεί να παίζει καταλυτικό και καθοριστικό ρόλο για το κοινό καλό της χώρας μαζί με τις δυνάμεις της δημοκρατίας και της μεταρρύθμισης.

Η Δημοκρατική Αριστερά ψηφίζει για τη χώρα και το μέλλον της και όχι για την αμφιλεγόμενη βιωσιμότητά της.


Χαλκίδα 28-10-2012
Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις για την δημιουργία Βιομηχανικής Περιοχής στο Μαντούδι




Γενικά η ίδρυση και οριοθέτηση μιας περιοχής ως βιομηχανικής περιοχής, είναι ένα θετικό γεγονός, από την άποψη ότι προσδιορίζουμε τον χώρο για μια συγκεκριμένη χρήση, δημιουργούμε τις κατάλληλες υποδομές για να μπορούν να λειτουργήσουν σωστά οι φιλοξενούμενες επιχειρήσεις, χωρίς να επιβαρύνουν το φυσικό περιβάλλον, τα ποτάμια, τα υπόγεια νερά, τον αέρα, τους κοντινούς οικισμούς. Αν στο μυαλό μας για παράδειγμα φέρουμε τα Οινόφυτα, μια περιοχή που μέχρι τη Θήβα, ίσως να φιλοξενεί και χίλιες επιχειρήσεις και η οποία δεν είναι χαρακτηρισμένη βιομηχανική περιοχή, δηλαδή δεν έχει καμιά από τις υποδομές λειτουργίας μιας βιομηχανικής περιοχής, κατανοούμε όλοι την ανάγκη και την χρησιμότητα να λειτουργούν οι επιχειρήσεις εντός χαρακτηρισμένων και αδειοδοτημένων βιομηχανικών περιοχών. Το πρόβλημα της τοξικής ρύπανσης της περιοχής του Ασωπού δεν είναι καθόλου άσχετη με την ανεξέλεγκτη λειτουργία των επιχειρήσεων και της μη ύπαρξης και λειτουργίας οργανωμένης και συγκροτημένης βιομηχανικής περιοχής. Άρα λοιπόν η έλλειψη χωροθέτησης και λειτουργίας συγκεκριμένης βιομηχανικής περιοχής στην περιοχή των Οινοφύτων, είναι ένα αρνητικό γεγονός και έλλειμμα πολιτικής για όλες τις μεταπολιτευτικές Κυβερνήσεις, με μεγάλες δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της περιοχής.
Οι προδιαγραφές που θέτει ο νομοθέτης για την ίδρυση βιομηχανικής περιοχής είναι συγκεκριμένες και ανάλογα με το είδος των επιχειρήσεων που προτίθεται να φιλοξενήσει καθορίζονται και οι αντίστοιχοι περιβαλλοντικοί και άλλοι όροι λειτουργίας της. Το ερώτημα που τίθεται βέβαια είναι σε ποιες περιοχές είναι σωστό να ιδρύονται βιομηχανικές περιοχές; Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη. Εκεί που ορίζουν τα γενικά και ειδικά χωροταξικά σχέδια της κάθε χώρας. Δηλαδή για παράδειγμα, όταν μια περιοχή σαν το Βόλο ή της Σίνδο είναι χαρακτηρισμένες βιομηχανικές ζώνες, θα ήταν παράδοξο να μην χωροθετηθούν και ιδρυθούν βιομηχανικές περιοχές. Γιατί ο κάθε επενδυτής θα πρέπει να γνωρίζει που και πως μπορεί να επενδύσει και να λειτουργήσει την βιοτεχνική ή την βιομηχανική δραστηριότητα που θέλει. Και πρέπει πλέον να τελειώσουμε με το απαράδεκτο καθεστώς των εξαιρέσεων με βάση το οποίο λειτουργούν σήμερα δεκάδες, εκατοντάδες βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις εκτός χαρακτηρισμένων και χωροθετημένων βιοτεχνικών και βιομηχανικών περιοχών.
          Και ερχόμαστε στην συγκεκριμένη αίτηση ενός ιδιωτικού φορέα να ιδρύσει μια βιομηχανική περιοχή, στο Μαντούδι της Κεντρικής Εύβοιας. Και μάλιστα όχι για να φιλοξενήσει π.χ. τη μεταποίηση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων του λευκόλιθου, που κανένας κάτοικος δεν είναι αντίθετος με αυτήν την παραδοσιακή δραστηριότητα για το Μαντούδι, αλλά άλλες βιομηχανικές μονάδες υψηλής όχλησης, που κανένας δεν ξέρει ποιες. Δηλαδή, επιλέγεται η πιο υψηλή βαθμίδα επικινδυνότητας και περιβαλλοντικής όχλησης που προβλέπεται από το νόμο, για μια περιοχή όπως το Μαντούδι, που όλα τα μέχρι σήμερα δεδομένα και οι νόμοι καθορίζουν μια άλλη δραστηριότητα και προοπτική ανάπτυξης με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης περιοχής και του αναπτυξιακού της προτύπου. Ένα αναπτυξιακό πρότυπο που βασίζεται στη μεταλλευτική δραστηριότητα του λευκόλιθου, την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό.
          Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι μετά την κρίση της μεταλλευτικής δραστηριότητας, στη δεκαετία του 1990 και του 2000, οι κάτοικοι της περιοχής ξεπερνώντας το σοκ την ανεργίας, εκτός από την μετανάστευση, άρχισαν να αναπτύσσουν αγροτικές και τουριστικές δραστηριότητες. Ιδιαίτερα οι περιοχές της Λίμνης και της Αγίας Άννας αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στους τομείς αυτούς, δίνοντας μια νέα ταυτότητα στην περιοχή. Οι νέοι της περιοχής έχοντας ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό το σύνδρομο της μονοκαλλιέργειας της εκμετάλλευσης του λευκόλιθου σε σχέση με τους γονείς τους, προσανατολίσθηκαν σε άλλες εναλλακτικές δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα και των υπηρεσιών. Έτσι η περιοχή τα τελευταία χρόνια πήρε την ταυτότητα μιας περιοχής με ήπια αγροτική παραγωγή και με έντονη τουριστική δραστηριότητα.
          Τι κάνει λοιπόν η εξαγγελία για ίδρυση ΒΙ.ΠΕ. στο Μαντούδι; Ανατρέπει ολοκληρωτικά τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Σκεφτείτε μόνο όσους νέους ανθρώπους επένδυσαν στην ταυτότητα που λέγαμε και έστησαν την δική τους μικρή ή μεγάλη αγροτική παραγωγή. Σκεφτείτε όσους νέους ανθρώπους έστησαν την μικρή ή τη μεγαλύτερη τουριστική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή. Τους επαγγελματίες της Λίμνης, της Αγίας Άννας. Έχουμε δηλαδή με την εξαγγελία της ΒΙ.ΠΕ. μια πλήρη ανατροπή στο αναπτυξιακό μοντέλο, στην ταυτότητα που με κόπους και πολλές καθυστερήσεις οικοδομήθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Και οι επιπτώσεις της ΒΙ.ΠΕ. δυστυχώς δεν αφορούν μόνο το Μαντούδι. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι επηρεάζει όλη την Κεντρική και Βόρεια Εύβοια, από τη Λίμνη μέχρι την Ιστιαία και τα Λουτρά, τουλάχιστον όσον αφορά την ταυτότητα της περιοχής. Άρα λοιπόν αυτή η ανατροπή θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για τις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες, τις οποίες δεν μπορούμε να μην τις συνυπολογίσουμε ως κοινωνία, πριν παρθούν οριστικές αποφάσεις.
          Όμως πέρα από την ουσία του θέματος, που είναι η ανατροπή των οικονομικών, κοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες στην περιοχή, υπάρχουν και κάποια άλλα συγκεκριμένα αρνητικά σημεία και νομικά εμπόδια που συνηγορούν κατά της ΒΙ.ΠΕ, τα οποία συνοψίζονται στο ότι, επιλέγεται μια πόλη σαν το Μαντούδι για την ίδρυση μιας βιομηχανικής περιοχής με σκοπό να φιλοξενήσει δραστηριότητες υψηλής όχλησης, τις οποίες πέρα από το ότι δεν τις γνωρίζουμε, αλλοιώνουν δραστικά τον αναπτυξιακό χαρακτήρα της Β.Κ. Εύβοιας και έρχονται σε αντίθεση με ψηφισμένους νόμους του Κράτους.
Τέλος, όσοι είναι υπέρ της ΒΙ.ΠΕ. καταθέτουν ως επιχείρημα την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ναι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Πόσες όμως θα χαθούν έχουμε υπολογίσει ; Δεν μπορούμε λοιπόν να σκεφτόμαστε μόνο με το στοιχείο της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, το οποίο είναι σημαντικό ασφαλώς, αλλά όχι μοναδικό. Πρέπει να σκεφτούμε ολιστικά και με βάση το συλλογικό συμφέρον. Και σε τελευταία ανάλυση την απόφαση για το μέλλον αυτής της περιοχής δεν μπορεί να την πάρουν κάποιες επιτροπές ή έστω κάποιος υπουργός. Αφορά όλους τους πολίτες της περιοχής, τους οποίους δεν ρώτησε κανείς πως θέλουν το μέλλον του τόπου που ζούνε και δημιουργούν.

Χαλκίδα 17-10-2012
Κώστας Χαϊνάς

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις για μια αυτοδιοίκηση των πολιτών




Ναι, η ζωή κάνει κύκλους, επαναλαμβάνεται με παραλλαγές ως κωμωδία ή τραγωδία, με σκαμπανεβάσματα και υπαναχωρήσεις αλλά είναι σίγουρο ότι οι καλές ιδέες και τα καλά συλλογικά εγχειρήματα αφήνουν παρακαταθήκες και ρίζες να ξαναφυτρώσουν στο μέλλον.
Έτσι και το εγχείρημα των κινήσεων πολιτών για την αυτοδιοίκηση, είτε σε δημοτικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο, μπορεί να έχουν μικρή ιστορία στα αυτοδιοικητικά πράγματα της χώρας, αλλά νομίζω ότι έχουν καλό μέλλον. Και αναφέρομαι στις προσπάθειες που έγιναν στις αυτοδιοικητικές εκλογές να συγκροτηθούν αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και αναφορές. Κινήσεις πολιτών δηλαδή που θα ξεπερνούν τις κομματικές περιχαρακώσεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, και σεβόμενοι όλοι την διαφορετικότητα του καθένα, θα διαμορφώσουν ένα κοινό πλαίσιο για μια συνάντηση νέου τύπου. Στη βάση των τοπικών προβλημάτων χωρίς να αφαιρούν την πολιτική διάσταση των πραγμάτων, θα συγκροτούν ένα σύγχρονο πολιτικό, αυτοδιοικητικό λόγο, για το καλό των τοπικών κοινωνιών.
Έτσι λοιπόν πολίτες που ανήκαν ή δεν ανήκαν σε κάποιον πολιτικό χώρο, γεγονός αδιάφορο για τον καθένα που ερχόταν στην κίνηση, αφού δεν ενδιάφερε κανέναν τι ψήφιζε ο διπλανός του, συγκροτήθηκαν αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών σε αρκετές πόλεις της Χώρας. Μια απ’ αυτές ήταν και η Χαλκίδα. Συναντήθηκαν πολίτες με διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές, διαμόρφωσαν ένα κοινό πλαίσιο προγραμματικών αρχών και πορεύτηκαν μαζί στις αυτοδιοικητικές εκλογές κερδίζοντας την εκπροσώπηση τους στο νέο Δημοτικό Συμβούλιο, συναγωνιζόμενοι ακόμη και κομματικές παρατάξεις με έντονη παρουσία και ιστορία στην αυτοδιοίκηση.

Ποιους ενόχλησε ιδιαίτερα αυτές οι αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών ;

Πρώτα απ’όλα ενόχλησαν τις κατεστημένες κομματικές ελίτ που έβλεπαν σε μεγάλο βαθμό ότι έχαναν τη δουλειά τους. Διέβλεψαν το κίνδυνο ότι εάν οι διαδικασίες συγκρότησης των δημοτικών κινήσεων και παρατάξεων, έφευγαν από τα κομματικά γραφεία και διαμορφώνονταν μέσα στην κοινωνία και από την ίδια την κοινωνία των πολιτών, απειλούντο να μείνουν οι ίδιοι χωρίς δουλειά. Γι αυτό οι πρώτες που πολέμησαν αυτές τις νέες κινήσεις πολιτών ήταν οι κομματικές γραφειοκρατίες, οι οποίες θέλουν να παραμείνουν οι ίδιες ως τους μοναδικούς παράγοντες διαμόρφωσης των αυτοδιοικητικών πραγμάτων σε κάθε πόλη. Είμαι σίγουρος ότι πρώτοι που έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση, βλέποντας να αυτοδιαλύεται το εγχείρημα στη Χαλκίδα, ήταν κάποιοι κομματικοί καρεκλοκένταυροι.
Για να μην παρεξηγηθούμε γιατί ακούστηκαν και κάποια τέτοια. Ότι οι αυτοδιοικητικές κινήσεις πολιτών είναι απολίτικες, ενάντια στα κόμματα και άλλα παρεμφερή. Όχι βέβαια. Οι αυτοδιοικητικές κινήσεις δεν έχουν αντιπάλους τα κόμματα. Τα κόμματα πρέπει και επιβάλλεται να λειτουργούν με δημοκρατία και διαφάνεια όπως ορίζουν οι νόμοι του Κράτους. Το θέμα είναι το εξής : Σε μια τοπική κοινωνία γιατί να μην μπορούν να συναντηθούν και να συνεργασθούν και πολίτες που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους ή είναι ανένταχτοι. Γιατί  να μην μπορούν να συνεργασθούν σε ένα κοινό δημοτικό ψηφοδέλτιο πολίτες ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις για το καλό της πόλης τους και των πολιτών τους ; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε οι πολίτες να καλούνται να ψηφίσουν στους τοπικούς τους δημάρχους με κομματικά κριτήρια ; Γιατί τι άλλο είναι, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι δήμαρχοι, περνούν από τη διαδικασία του κομματικού χρίσματος ; Όμως ο Δήμαρχος δεν είναι μητροπολίτης να χρειάζεται χρίσμα. Είναι ο κατ’εξοχήν αυθεντικός εκπρόσωπος μιας τοπικής κοινωνίας, που καλείται να αντιμετωπίσει τα μεγάλα και δύσκολα προβλήματα μιας μικρής ή μεγάλης πόλης της εποχής μας. Δηλαδή να πίνουμε υγιεινό νερό, να ανακυκλώνουμε και να διαχειριζόμαστε όσο γίνεται καλύτερα και ορθολογικότερα τα απορρίμματά μας, να μην μολύνουν τις θάλασσές και τα ποτάμια μας οι διάφοροι ρυπαντές, να έχουμε καθαρούς δρόμους, να έχουμε πάρκα και ποδηλατοδρόμους, να φροντίζουμε τους άπορους συμπολίτες μας και να διευκολύνουμε να ζουν μαζί μας και ισότιμα οι συνάνθρωποί μας που έχουν κινητικά ή άλλα προβλήματα, να αναδείχνουμε τους τοπικούς θησαυρούς μας είτε αυτοί είναι η αρχαία μας πολιτιστική μας κληρονομιά, είτε η φύση που πρέπει να την προστατεύσουμε και άλλα πολλά. Γιατί όλα αυτά πρέπει να αγωνισθούν για τη λύση τους όσοι πάρουν ή έχουν κάποιο κομματικό χρίσμα ;
Τα προβλήματα αυτά άλλωστε δεν αντιμετωπίζονται χωρίς την συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Όταν τα κόμματα λοιπόν ποδηγετούν μια τοπική κοινωνία με το κομματικό ψηφοδέλτιο, ουσιαστικά την οδηγούν στην απραξία και την αδράνεια. Λέγοντάς της ότι αρκεί να ψηφίσει το κομματικό ψηφοδέλτιο και ως δια μαγείας θα λυθούν τα προβλήματά της. Αυτό όμως έχει αποδειχθεί εδώ και χρόνια φενάκη. Αυτή η νοοτροπία συνέβαλε στην ραγδαία ανάπτυξη του πελατειακού συστήματος, αφού καλλιέργησε στον πολίτη την αντίληψη, ότι το πρόβλημά του θα λυθεί, αρκεί να το «προωθήσει» μέσα από το «δικό» του δημοτικό σύμβουλο ή δήμαρχο.
Έτσι τα προβλήματα ατομικοποιούνται αντί να κοινωνικοποιούνται, οι πολίτες μετατρέπονται σε άβουλα άτομα αντί για ενεργή κοινωνία, και οι τοπικοί άρχοντες, διαμεσολαβητές επίλυσης ατομικών προβλημάτων και όχι των πραγματικών προβλημάτων που έχει μια πόλη και οι πολίτες της. Γιατί η έντονη κομματικοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, δημιούργησε ένα από τα πιο διεφθαρμένα τμήματα της δημόσιας ζωής της χώρας σύμφωνα, με πολλές έρευνες. Και τα προβλήματα των πόλεων και των πολιτών όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, αλλά σε μεγάλο βαθμό διαιωνίζονται και πολλαπλασιάζονται. Ασφαλώς τα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών δεν είναι μόνο η έντονη κομματικοποίηση της αυτοδιοίκησης. Όμως είναι σημαντικό πρόβλημα. Γιατί εμποδίζει τη συνεργασία και την συνέργεια ικανών και ενεργών συμπολιτών μας που ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα να συνεργασθούν για το καλό της πόλης. Γιατί αποτρέπουν συμπολίτες μας με γνώσεις και εμπειρίες να εμπλακούν με τα δημοτικά μας πράγματα, αφού τους υποχρεώνει για να είναι υποψήφιοι να ταχθούν οπωσδήποτε με ένα κομματικό ψηφοδέλτιο που οι ίδιοι πιθανώς δεν θέλουν.
Ένας σοβαρός λόγος που πάρα πολλοί συμπολίτες μας απέχουν από τα κοινωνικά δρώμενα κατά την γνώμη μου, είναι γιατί τα κόμματα έχουν διεισδύσει τόσο βαθειά στα τοπικά δρώμενα, διά ίδιον όφελος, που δρουν αποτρεπτικά. Και αυτό είναι εις βάρος της πόλης, εις βάρος της κοινωνίας, αφού στερούμαστε από τις ιδέες, τις προτάσεις, την δραστηριότητα ικανών και άξιων συμπολιτών μας που δεν εμπλέκονται με τα κοινά, βλέποντας το επίπεδο και την αισθητική της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και το επίπεδο των πολιτικών μας εκπροσώπων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Ελπίζω ότι η ίδια η κοινωνία θα αντιδράσει και χρόνο με το χρόνο θα κερδίζει ακόμη και μέσα στα κόμματα, η προσέγγιση που θέλει τις κοινωνίες των πολιτών πρωταγωνιστές στην διαμόρφωση των αυτοδιοικητικών πραγμάτων και όχι τις κομματικές γραφειοκρατίες. Για το καλό των τοπικών κοινωνιών αλλά και των ίδιων των πολιτικών κομμάτων. Προσωπικά δεν μετανιώνω για όσα προσπαθήσαμε να κάνουμε μαζί με άλλους φίλους το 2010, για μια αυτοδιοίκηση των πολιτών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και έτσι θα συνεχίσω και στο μέλλον.


Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 13-10-2012