Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Και τώρα τι κάνουμε ;

Το ερώτημα απασχολεί εκατομμύρια Έλληνες που απογοητευμένοι από το πολιτικό σύστημα προσπαθούν αυτές τις μέρες να δώσουν κάποια απάντηση πρώτα απ’ όλα στους εαυτούς τους.
Αν και δεν μου αρέσει η λέξη «αγανακτισμένοι», όσοι συγκεντρώθηκαν στις πλατείες όλης της χώρας αυτή την εβδομάδα αποτελούν ένα πρώτο δείγμα μαζικής αμφισβήτησης της υπάρχουσας κατάστασης και μιας ενεργούς συμμετοχής στα κοινά, με κάποια στοιχεία άμεσης δημοκρατίας, χωρίς κάποιους «καθοδηγητές» και «οργανωτές». Και αυτό είναι ένα πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει αυτές τις κινητοποιήσεις από τις μέχρι σήμερα γνωστές συγκεντρώσεις των κομμάτων και των συνδικάτων. Βέβαια μέχρι σήμερα μπορεί οι συναντήσεις αυτές να έχουν αντιφάσεις, συγχύσεις, έλλειψη ξεκάθαρου προσανατολισμού και ενιαίων στόχων. Και δεν θα μπορούσε να ήταν και αλλιώς.
Τι έχουμε λοιπόν μπροστά μας σήμερα :
Από την μία πλευρά έχουμε την στρατηγική του μνημονίου. Είναι οι πολιτικές που ακολουθεί η σημερινή Κυβέρνηση επιτυχημένα ή λιγότερο επιτυχημένα και σε ορισμένες περιπτώσεις τελείως αποτυχημένα σε σχέση με αυτά που θέλει να επιβάλλει το μνημόνιο, είναι αλήθεια. Δηλαδή βλέπουμε μια Κυβέρνηση που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της για την ορθότητα των πολιτικών της και στην πράξη δεν κάνει τίποτα. Όμως το μνημόνιο αποτελεί μια ολοκληρωμένη πρόταση (άσχετα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί), που σύμφωνα με τους υποστηρικτές του μας οδηγεί ως χώρα και ως κοινωνία στην έξοδο από την σημερινή κρίση, έστω και μέσα από βαρύτατες θυσίες. Οι αντίπαλοι του μνημονίου υποστηρίζουν με σοβαρά στοιχεία, ότι η στρατηγική του μνημονίου δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του χρέους και ταυτόχρονα οδηγεί μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην εξαθλίωση. Και μάλλον δεν έχουν άδικο.
Απέναντι στο μνημόνιο τι έχουμε όμως ; Δυστυχώς απέναντι στην στρατηγική του μνημονίου δεν υπάρχει καμιά ολοκληρωμένη και ρεαλιστική στρατηγική, η οποία θα μπορούσε να γίνει εφαρμόσιμη πολιτική και να πείσει τους πολίτες. Αρκούν μόνο οι καταγγελίες, οι φωνές για αντίσταση, εξέγερση ; Επανάσταση, για τι όμως ; Ναι, να εξεγερθούμε ενάντια στο μνημόνιο, να εξεγερθούμε, αλλά για να εφαρμοστεί ποια πολιτική ; Υπάρχει κάποια εναλλακτική ρεαλιστική και εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση απέναντι στο μνημόνιο ; Μάλλον όχι. Και εξηγούμαι.
Η αντίθεση μόνο στο μνημόνιο δεν αποτελεί εναλλακτική πολιτική πρόταση και δεν πείθει κανέναν. Μια πολιτική πρόταση πρέπει να «μιλήσει» για όλα τα θέματα και μάλιστα σε αντιπαράθεση με τις πολιτικές του μνημονίου, για να μπορεί να κρίνει ο κάθε πολίτης και να πειστεί ότι υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Αν και ένα σοβαρό θέμα, είναι αν και κατά πόσο το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό που δημιούργησε τα σημερινά αδιέξοδα είναι σε θέση να δώσει πειστικές απαντήσεις για την διέξοδο. Άρα ένα πρωτογενές ερώτημα που χρειάζεται απάντηση είναι πως θα αναμορφωθεί και θα αναδιαταχθεί το πολιτικό σύστημα. Και η ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες αυτές αποτελεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη μιας αναμόρφωσης του πολιτικού μας συστήματος που θα αντιστοιχίζεται στις σημερινές κοινωνικές ανάγκες. Και βέβαια να «μιλήσει» για όλα.
Και πρώτα απ’όλα να «μιλήσει» για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέος και του δημόσιου ελλείμματος. Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση για το θέμα του χρέους απέναντι στο μνημόνιο ; Όλες οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από διάφορες πλευρές –ακόμη και από την Κυβέρνηση- τείνουν στο εξής κοινό σημείο. Το ύψος του χρέους είναι τέτοιο, που αντιμετωπίζεται μόνο μέσα από μια αναδιάρθρωση. Κάποιοι λένε ότι η αναδιάρθρωση αυτή πρέπει να είναι συναινετική με τους δανειστές μας και κάποιοι άλλοι λένε ότι δεν έχει σημασία το στοιχείο αυτό. Κάποιοι, όπως η Κυβέρνηση αλλά και άλλοι, εννοούν την αναδιάρθρωση αυτή ως επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους, άντε και κάποια μείωση των επιτοκίων. Κάποιες άλλες προτάσεις μιλάνε για το λεγόμενο αναγκαίο «κούρεμα», το κόψιμο δηλαδή ενός τμήματος του χρέους που θεωρείται απεχθές. Δηλαδή ότι τα χρήματα αυτά διατέθηκαν για αλλότριους σκοπούς και δεν είχαν την συναίνεση του ελληνικού λαού. Και μάλιστα προτείνουν να γίνει Διεθνής Λογιστικός Έλεγχος για όλα τα δάνεια που πήρε η χώρα από τη μεταπολίτευση και να διερευνηθούν όλα τα στοιχεία που θα αποδεικνύουν το απεχθές του τμήματος αυτού του χρέους που θα «κουρέψουμε» συναινετικά ή όχι με τους δανειστές μας. Βεβαίως αυτές οι πολιτικές προϋποθέτουν πιθανώς την έξοδό μας από τη ζώνη του ευρώ –προσωρινά ή μόνιμα- ή και ίσως και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα πρέπει να τα συζητήσουμε και να τα δούμε, μέσα από μια βασανιστική και κουραστική ίσως, αλλά δημοκρατική συζήτηση. Χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς παρωπίδες, ανοιχτοί στην διαφορετική άποψη. Τουλάχιστον σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών. Τα κομματικά κατεστημένα κάθε τύπου που έχουν καλύψει τα αυτιά τους και δεν ακούνε την κοινωνία, θα κάνουν αυτό που κάνουν συνήθως. Θα θελήσουν να επιβάλλουν τις δικές τους κομματικές επιλογές. Ή θα συνεχίσουν να «σέρνονται» από τις διάφορες συντεχνίες συμφερόντων που μέχρι σήμερα υπερασπίζουν. Γι αυτό και κάποιοι φοβούνται τα δημοψηφίσματα. Διαφωνώ κάθετα. Λένε, ότι τα δημοψηφίσματα μπορεί να μας οδηγήσουν σε επιλογές που μπορεί αργότερα να μετανιώσουμε. Και αναρωτιέμαι, ποιος άραγε είναι εκείνος που θα κρίνει ποιο είναι το σωστό και ποιο όχι για ένα λαό, εκτός από τον ίδιο τον λαό ; Και ύστερα ας πούμε ότι μετανιώσουμε αργότερα για μια επιλογή μας την οποία την πήραμε δημοκρατικά σήμερα, τι θα γίνει ; Απλά θα γίνουμε σοφότεροι. Το προτιμώ από κάποιους που θέλουν να αποφασίζουν «για μένα χωρίς εμένα».
Αυτή είναι η μια πλευρά. Τι κάνουμε με το χρέος. Όμως δεν αρκεί μόνο αυτή η πλευρά. Χρειάζεται και η άλλη πλευρά που είναι εξίσου σημαντική και δυστυχώς δεν συζητάμε. Και αυτή την πλευρά θέλει σήμερα να τονίσει το σημείωμα μας. Γιατί ακόμη και στην περίπτωση που βρισκόταν ένας τρόπος να μας «χαρίσουν» το χρέος της χώρας, εάν συνεχισθούν οι ίδιες πολιτικές και παραμείνει η ίδια κατάσταση τότε είναι σίγουρο ότι σε λίγα χρόνια θα φτάσουμε στο ίδιο σημείο.
Για παράδειγμα, στο θέμα του Κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών. Οι πολιτικές του μνημονίου θέλουν να επιβάλλουν ένα μικρό Κράτος, ίσως με λάθος πολιτικές. Η εναλλακτική πρόταση όμως ποια είναι ; Υπάρχει ; Όχι βέβαια. Τι Κράτος θέλουμε, τι υπηρεσίες χρειαζόμαστε, πόσους δημόσιους υπαλλήλους χρειαζόμαστε πραγματικά; Χρειαζόμαστε τόσο μεγάλο στρατό, τόσους αξιωματικούς και τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς των δις. Ευρώ κάθε χρόνο ; Χρειαζόμαστε τόσους οργανισμούς και τόσες υπηρεσίες σήμερα στην εποχή του διαδικτύου; Έχει ανοίξει κάποια τέτοια ουσιαστική συζήτηση από όλους τους πολέμιους του μνημονίου, είτε βρίσκονται στα δεξιά είτε στα αριστερά του πολιτικού φάσματος ; Όχι βέβαια, εκτός ίσως από κάποιος μεμονωμένες φωνές. Δηλαδή τι θέλουν ; Να συνεχισθεί η ίδια κατάσταση ; Αποτελεί αυτό εναλλακτική πρόταση ; Όχι βέβαια. Μάλλον κάποιοι δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Θέλουν να συνεχισθεί η σπατάλη, η ρεμούλα, η πολιτική των «κολλητών», το πελατειακό Κράτος το κομματικό Κράτος, η συναλλαγή. Για να διαιωνίζεται η κάθε είδους εξουσία. Κάποιοι μάλιστα θα ήθελαν αν γινόταν, να καταργήσουμε και το ΑΣΕΠ και να επιστρέψουμε στην παλιά καλή εποχή των κομματαρχών, που διόριζαν και δημιούργησαν αυτό το υδροκέφαλο σημερινό γραφειοκρατικό και εχθρικό προς τους πολίτες Κράτος. Και δεν αποκλείεται κάποιοι από αυτούς που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα σήμερα στο Κράτος, να βρίσκονται ανάμεσα στους «αγανακτισμένους», σήμερα.
Να βάλουμε και άλλα θέματα στο τραπέζι. Πρέπει ως κοινωνία των πολιτών πρώτα από όλα να συζητήσουμε πολλά. Και να απαντήσουμε. Μπορεί να συνεχισθεί το καθεστώς των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων ; Αλλά και σιτιζόμενων από το Κράτος υπαλλήλων οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το μισθό τους ; Μπορεί να συνεχισθεί το καθεστώς της εισφοροδιαφυγής, της φοροαπαλλαγής και της φοροδιαφυγής ; Μπορεί να συνεχισθούν οι αδικίες του φορολογικού συστήματος ; Που αφήνουν στο απυρόβλητο όσους στα προηγούμενα χρόνια ή και σήμερα να φοροδιαφεύγουν συστηματικά, δημιουργώντας αμύθητες περιουσίες ; Μπορεί να συνεχισθεί να υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών ; Πολίτες με ειδικά προνόμια, όχι μόνο στους μισθούς, αλλά και στα ασφαλιστικά και στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ανεξάρτητα από την αξία και την συνεισφορά του καθένα ; Γίνεται να συνεχισθεί αυτή η αναξιοκρατία που επικρατεί σήμερα σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής ; Μπορεί να συνεχισθεί η κατάσταση με κάποιους –πολλούς όμως – εκπαιδευτικούς οι οποίοι ουσιαστικά έχουν παρατήσει το εκπαιδευτικό τους έργο και επιδίδονται στη φροντιστηριακή παραπαιδεία που κατά τα άλλα καταγγέλλουν ; Μπορεί να συνεχισθεί η κατάσταση με αρκετούς να αντιδρούν στην ελεύθερη επιλογή γιατρού από τον πολίτη, αλλά από την άλλη να επιδίδονται αγωνιστικά στο φακελάκι ; Μπορεί να αφήσουμε το νέο φαρμακοποιό που θέλει να ανοίξει φαρμακείο να καταχρεώνεται στις Τράπεζες, για να μπορέσει να πληρώσει τον «αέρα» που του ζητάνε στον «κατειλημμένο» χώρο που θέλει να ανοίξει το φαρμακείο του ; Μπορεί να συνεχισθεί η τακτική ορισμένων τμημάτων ελεύθερων επαγγελματιών, που αντιδρούν σε απλά μέτρα κοινής λογικής, όπως η τήρηση βιβλίων εσόδων – εξόδων, ή η απόδοση ΦΠΑ για τις υπηρεσίες τους, είτε για την κατάργηση της κατώτερης αμοιβής, όπως γίνεται άλλωστε για χιλιάδες άλλες επαγγελματικές ομάδες εξίσου σοβαρής κοινωνικής προσφοράς με αυτής των δικηγόρων ; Δεν μπορεί να ανεχόμαστε κάποιους που αντιδρούν στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση και στην πάταξη του ασύδοτου κυκλώματος εμπορίας των φαρμάκων και των ιατρικών οργάνων των δημόσιων Νοσοκομείων. Δεν μπορεί να συνεχίσουμε να επιτρέπουμε την λειτουργία συστημάτων που μεταλλάσσουν αρκετούς γιατρούς σε βαποράκια των φαρμακευτικών εταιριών. Δεν μπορεί να συνεχισθεί η απαράδεκτη κατάσταση των Νοσοκομείων με την έλλειψη ηλεκτρονικής παρακολούθησης του κυκλώματος των φαρμάκων, από την παραγγελία έως την χρήση τους, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει κανείς που πάνε τα φάρμακα και να βλέπουμε ακόμη και παρεμπόριο φαρμάκων, με την μεταπώληση ακριβών νοσοκομειακών φαρμάκων από επιτήδειους σε φαρμακεία.

Εάν η όποια εναλλακτική πολιτική πρόταση για το μνημόνιο, δεν επιχειρήσει να απαντήσει σε όλα αυτά και σε πολλά περισσότερα που δεν αναφέρθηκαν, δεν θα πείσει κανένα. Και κυρίως δεν θα αποτελεί ολοκληρωμένη εναλλακτική πολιτική πρόταση. Και αυτό ασφαλώς δεν αποτελεί υποχρέωση των πολιτών, έστω και «αγανακτισμένων», αλλά κυρίως ενός αναμορφωμένου μέσα από τις κοινωνικές δημοκρατικές διεργασίες πολιτικού συστήματος.

Χαλκίδα 28-5-2011
Κώστας Χαϊνάς