Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ήταν κάποτε δυο φίλοι…




Λοιπόν ήταν κάποτε, σε ένα πολύ ωραίο παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας, δύο πολύ καλοί φίλοι (από παιδιά) ταβερνιάρηδες, οι οποίοι είχαν δίπλα – δίπλα τις ταβέρνες τους. Από μικροί ενδιαφερόντουσαν για το καλό του χωριού τους, για τους κατοίκους για την επίλυση των προβλημάτων. Άλλωστε είχαν κοινό όφελος, αφού οι δουλειές τους –οι ταβέρνες τους- θα πήγαιναν καλά εφόσον και το χωριό τους πήγαινε καλά. Απευθυνόντουσαν όμως στην ίδια πελατεία, δηλαδή στους επισκέπτες κυρίως του πολύ όμορφου χωριού τους. Ήταν κατά κάποιοι τρόπο και ανταγωνιστές σε ένα βαθμό. Αυτό ξέρουμε ότι τις περισσότερες φορές  σε βοηθάει να είσαι καλύτερος. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ο φίλος του ήρωα μας, ήταν πιο εξυπηρετικός, πιο καθαρός, με πιο νόστιμα φαγητά και παρότι είχε λίγο υψηλότερες τιμές από τον ήρωα μας, κέρδιζε τους περισσότερους πελάτες. Έτσι κάθε φορά που οι δύο φίλοι τα έλεγαν,  ο ήρωας μας με τη λιγότερη πελατεία γκρίνιαζε στον φίλο του. 

“Ρε φίλε τι κάνεις εσύ που δεν κάνω εγώ ; Εγώ μάλιστα είμαι καλύτερος από σένα γιατί έχω καλύτερες τιμές και δίνω περισσότερα χρήματα στο προσωπικό μου, άρα είναι καλύτεροι από τους δικούς σου”. 

“Ναι”, του έλεγε ο φίλος του, “δίνεις  περισσότερα στο προσωπικό σου, αλλά βγάζεις λιγότερα από μένα. Οι δικοί μου παίρνουν καλά χρήματα και ξέρουν ότι θα πάρουν περισσότερα όταν οι δουλειές θα πάνε καλύτερα και ενώ παίρνουν λιγότερα από αυτά που παίρνουν οι δικοί σου, είμαι πολύ ευχαριστημένος από την προσφορά τους, όπως και αυτοί από τη δουλειά τους. Ενώ εσύ ξοδεύεις πολλά για άλλα πράγματα, ενώ δεν βγάζεις τόσα και αναγκάζεσαι να δανείζεσαι κάθε τόσο. Εντάξει και εγώ δανείσθηκα πέρυσι, αλλά τα έριξα στο μαγαζί, έφτιαξα καινούργιες τουαλέτες, πήρα αναπαυτικότερες καρέκλες για τους πελάτες μας και είδες οι δουλειές μου μεγάλωσαν και το δάνειο το εξυπηρετώ μια χαρά. Ενώ εσύ δανείζεσαι συνέχεια και τα ξοδεύεις για να καλύπτεις τα ελλείμματά σου. Και το δάνειό σου δεν μπορείς να το εξυπηρετήσεις”.
Τα χρόνια περνούσαν και ο ήρωας μας  κάθε τόσο ζητούσε δανεικά από το φίλο του, ο οποίος συμπονώντας τον και στο όνομα της μακροχρόνιας φιλίας τους, τον δάνειζε γιατί αλλιώς θα έκλεινε. Μπορεί να μην έμπαινε πελάτης στο μαγαζί, άλλα έπρεπε να πληρώσει βλέπετε τους σερβιτόρους, τους μαγείρους, τις καθαρίστριες, δηλαδή το προσωπικό της ταβέρνας του, το οποίο να σημειώσουμε, ήταν πολυπληθέστερο από το προσωπικό που είχε ο φίλος του. Δηλαδή παρότι είχε λιγότερη πελατεία, τα άτομα του προσωπικού του ήταν περισσότερα. Αλλά και καλοπληρωμένα. Του έλεγε συνέχεια ο φίλος του, να μειώσει τα έξοδά του, να μειώσει το προσωπικό του και να κάνει περικοπές αφού δεν βγαίνει, αυτός όμως δεν άκουγε. Του απαντούσε συνήθως ως εξής : 
“Φίλε δεν θα μειώσω εγώ το προσωπικό μου, γιατί δεν θέλω να χάσει η ταβέρνα  το επίπεδο των υπηρεσιών της”. Μα του έλεγε ο φίλος του, “εγώ, έχω το μισό προσωπικό από το δικό σου και όμως μια χαρά τα βγάζω πέρα και οι πελάτες μου είναι ευχαριστημένοι”. “Όχι”, του έλεγε ο ήρωας μας, ο οποίος ήταν και ιδεολόγος, “Εγώ δεν είμαι εκμεταλλευτής της εργατικής τάξης! Δεν απολύω κανέναν!” 
Και έτσι περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια. Η ταβέρνα έμπαινε μέσα και ο ήρωας μας ταβερνιάρης, έτρεχε κάθε τόσο για δανεικά στο φίλο και γείτονά του. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Τις Κυριακές που έκανε μεγαλύτερο τζίρο από τις καθημερινές, αργά το βράδυ που έκλεινε την ταβέρνα του, έπαιρνε το προσωπικό του και πήγαιναν τσάρκα στα καλύτερα μαγαζιά της νύχτας, με σαμπάνιες, ουίσκι και ωραίες παρουσίες! Ε, να ξεσκάσουν και λίγο! Ναι, ήταν ανοιχτοχέρης και κιμπάρης ο φίλος μας με το προσωπικό του. Απλά κάθε Δευτέρα πρωί που έπρεπε να πάει να αγοράσει προμήθειες για τη ταβέρνα του, συνήθως δεν είχε δραχμή και αναγκαζόταν να απευθύνεται στον φίλο του για νέα δανεικά. Ο φίλος του έδινε νέα δανεικά και του έλεγε κάποιες συμβουλές, αλλά ο ήρωας μας συνέχιζε το ίδιο βιολί. Έπαιρνε τα δανεικά και τα σκορπούσε δεξιά και αριστερά. Και τις συμβουλές του φίλου του, ξέρετε που τις έβαζε. Στο τελευταίο συρτάρι του πάγκου της ταβέρνας του.
Η ζωή συνεχιζόταν κάπως έτσι, ώσπου κάποια μέρα ο φίλος του ήρωα μας του είπε αποφασιστικά. “Τέρμα τα δανεικά και αγύριστα και μάλιστα χωρίς να κάνεις τίποτα για να μειώσεις τα έξοδά σου. Αν θέλεις δανεικά πλέον θα υπογράψεις ένα μνημόνιο (για να μην ξεχνάς, γι αυτό θα το πούμε έτσι), με κάποιους όρους για το πώς θα διαχειριστείς τα λεφτά που θα σου δανείσω. Εντάξει ;”

Οι δουλειές είναι αλήθεια είχαν κόψει, και για να μπορέσει να κρατήσει τη δουλειά του, ο φίλος του έκανε περικοπές στην ταβέρνα –παρά το γεγονός ότι είχε αποθεματικά για τις δύσκολες ώρες-  ακόμη μείωσε και τους μισθούς του προσωπικού του. Ο ήρωας μας όμως ούτε καν πέρασε από το μυαλό του κάποια περικοπή. Απλά σκέφτηκε να ζητήσει δανεικά από κάποιους προμηθευτές του, που ήθελαν να κάνουν δουλειές με το χωριό του γιατί ήταν πολύ ωραίο χωριό, με ένα εξαιρετικό τοπίο, που το ζήλευαν όλοι οι τουριστικοί πράκτορες. Τους πήρε τηλέφωνο, τους είπε για το δράμα του, αυτοί του είπαν καλά λόγια, του συμπαραστάθηκαν, αλλά το μόνο που του υποσχέθηκαν ήταν ότι θα χρηματοδοτήσουν κάποια έργα, κάποιους δρόμους και το λιμάνι στο χωριό του για να αυξηθεί η ζήτηση, αλλά δανεικά για τον ίδιο δεν είχαν διαθέσιμα. 
Ο ήρωας μας είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Είχε θυμώσει με τον φίλο του γιατί δεν του έδινε πλέον δανεικά χωρίς όρους. Σκέφτηκε να καλέσει το προσωπικό του και να ψηφίσουν εάν θα δεχτούν να κάνουν περικοπές στην ταβέρνα, όπως ζητούσε ο φίλος του. Τι καλύτερο από τη λαϊκή εντολή. Να πάρει στα χέρια του ένα βροντερό ΟΧΙ στις περικοπές που του ζητά ο φίλος του, οπότε ισχυρός με τη λαϊκή εντολή, θα πάει στο φίλο του και θα του τη στρίψει στη μούρη. Αυτός είναι σίγουρο ότι θα υποκύψει, όπως τον διαβεβαιώνει και ο πορτιέρης της ταβέρνας του. Καλεί λοιπόν Γενική Συνέλευση με όλο το προσωπικό της ταβέρνας να ψηφίσουν και να αποφασίσουν. Από το προσωπικό μόνο ο αρχιμάγειρας της ταβέρνας, δειλά – δειλά, προτείνει μήπως πρέπει να κάνουν κάποιες περικοπές, ακόμη και να δεχτούν μειώσεις στους μισθούς του για να σώσουν την ταβέρνα. Έπεσαν όλοι πάνω του. “Πουλημένε, γερμανοτσολιά, μερκελιστή, πράκτορα των άλλων ταβερνών”, στολίζοντας τον με τα πιο όμορφα κοσμητικά επίθετα που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή στο χωριό του ήρωα μας.

Η Γενική συνέλευση με 90% αποφασίζει να μην ενδώσει στους όρους που θέτει ο φίλος του ήρωα μας ταβερνιάρη για να τους δώσει δανεικά. Αξιοπρέπεια ! Εθνική περηφάνια ! Δεν υποκύπτουμε στην νέα κατοχή ! ΟΧΙ στην αποικία χρέους! ΟΧΙ στους τοκογλύφους  που θέλουν να μας γονατίσουν ! Θα τους χορέψουμε εμείς στο ταψί τους ληστοσυμμορίτες!”  Βροντοφωνάξανε όλοι μαζί μετά την ανάγνωση του αποτελέσματος. Ο αρχιμάγειρας είχε λουφάξει σε μια γωνία και δεν μιλούσε καθόλου μετά το συντριπτικό αποτέλεσμα της Γενικής Συνέλευσης. 
Στο τέλος παίρνει το λόγο ο ήρωας μας και τους λέει. Ο λαός αποφάσισε ! Η δημοκρατία νίκησε ! Αύριο θα πάμε στον γείτονα και θα ζητήσουμε μια δίκαιη συμφωνία. Αλλά θα απαιτήσουμε να μας μειώσει το χρέος μας και κάποιο πακετάκι για να σενιάρουμε το μαγαζί, μήπως και τραβήξουμε κανένα νέο πελάτη, να αυξηθούν οι δουλειές, αν θέλει να πάρει και αυτός τα λεφτά του κάποτε. Δεν γίνεται να μας ζητάει να υπογράψουμε μια συμφωνία, χωρίς να κάνει και αυτός κάτι !” 
“Το χρέος είναι απεχθές και επονείδιστο”, φωνάζει μια κυρία υπεύθυνη για τους κανόνες συμπεριφοράς του προσωπικού της ταβέρνας. Να μην το αναγνωρίσουμε ! Ναι !!! φωνάζουν όλοι μαζί. “Το χρέος μας να κουρευτεί στο μεγαλύτερο μέρος του!” Ο αρχιμάγειρας πάει να ψελλίσει κάτι, “μα εμείς τα δανειστήκαμε, εμείς τα φάγαμε βρε παιδιά”, αλλά πριν πει δεύτερη κουβέντα του την πέφτουν όλοι μαζί, “προδότη σκάσε, είμαστε σε διαπραγμάτευση και εσύ είσαι με τους δανειστές ;”. Οπότε το βουλώνει. 
Ο ήρωας μας ζητά από όλους να υπογράψουν ένα κοινό ανακοινωθέν της Γενικής Συνέλευσης και να το στείλουν στο δανειστή (τον φίλο του ταβερνιάρη εννοεί), όπου θα περιγράφουν ότι η βούληση είναι μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία στο φως της ηρωικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης τους. Η αρχιμάγειρας, ξεθαρρεύοντας λίγο, κάτι πάει πάλι να πει, ότι “κάτσε ρε φίλε, εσύ έκανες ότι ήθελες μέχρι τώρα, δεν μας ρώτησε για τις μ…ς που έκανες ξοδεύοντας δεξιά και αριστερά, σε τελευταία ανάλυση  εσύ είσαι το αφεντικό της ταβέρνας, τι μας θέλεις εμάς να υπογράψουμε κοινό ανακοινωθέν”. Δεν πρόλαβε να τελειώσει και του την έπεσαν πάλι όλοι μαζί. “Πρέπει να είμαστε όλοι  μαζί, ενωμένοι, δεν ντρέπεσαι να βγάζεις την ουρά σου απέξω, ανεύθυνε, εγωιστή”. Ο αρχιμάγειρας βάζει την ουρά στα σκέλια του και το βουλώνει, υπογράφοντας το κοινό ανακοινωθέν…  
7-7-2015
(Πόνημα ενός φίλου που μου το έδωσε προς δημοσίευση, αλλά χωρίς να δημοσιεύσω το όνομά του)
Για την αντιγραφή
Κώστας Χαϊνάς