Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Για ένα Βιώσιμο Αναπτυξιακό Σχέδιο




Απάντηση στην Κρίση

Το θέμα μιας βιώσιμης ανάπτυξης, είναι ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα για τη χώρα. Η κρίση χρέους και η πενταετής εμπειρία της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, είναι τα αποδεικτικά στοιχεία του χρεοκοπημένου παραγωγικού μοντέλου της. Γιατί οι βαθύτερες αιτίες της χρεοκοπίας της χώρας, συνδέονται με το παραγωγικό της σύστημα. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η αύξηση των εισαγωγών ακόμη και σε προϊόντα για τα οποία στο παρελθόν η χώρα ήταν αυτάρκης και ιδιαίτερα όσον αφορά τον πρωτογενή τομέα. Το δεύτερο, πολλές βιομηχανικές μονάδες έκλεισαν και μετέφεραν τις παραγωγικές τους δομές σε γειτονικές και άλλες τρίτες χώρες για πολλούς λόγους ανάμεσα τους και η υψηλή φορολογία. Γιατί έπρεπε να θρέψουμε ένα μεγάλο και αναποτελεσματικό πελατειακό κομματικό Κράτος.

Παρακολουθούσαμε για δεκαετίες τα εξής παράδοξα. Από τη μια να έχουμε μια αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, αλλά ταυτόχρονα μείωση της παραγωγής πλούτου. Ο  δημόσιος τομέας από χρόνο σε χρόνο μεγάλωνε και οι δημόσιοι λειτουργοί πληθύνονταν με ιλιγγιώδη ρυθμό. Πρώτα γινόταν η πρόσληψη και μετά καθόριζαν τη δουλειά θα έκανε ο προσλαμβανόμενος. Νέοι οργανισμοί, νέες διευθύνσεις, νέα τμήματα για να τακτοποιηθούν οι προσληφθέντες, που είχαν μετατραπεί σε πελάτες του πολιτικού συστήματος. Οι αμοιβές και οι παροχές του δημόσιου τομέα αυξήθηκαν δυσανάλογα με τις αντίστοιχες του ιδιωτικού τομέα. Το όνειρο κάθε νέου ανθρώπου της μεταπολίτευσης ήταν μια θέση στο δημόσιο. Η αξιοκρατία και η αξιολόγηση αποτελούσαν τις δύο πιο άγνωστες λέξεις, όχι μόνο για το πολιτικό σύστημα αλλά και για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Και η αγροτική μας παραγωγή μειωνόταν, αφού οι νέοι παρατούσαν τα χωράφια και αν δεν είχαμε την μεγάλη είσοδο των οικονομικών μεταναστών στη δεκαετία του 80 και 90, τα αποτελέσματα στον πρωτογενή τομέα θα ήταν πολύ χειρότερα.

Κάποιος θα αναρωτηθεί : Μα δεν λειτουργούσε ο καπιταλισμός στην Ελλάδα ; Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης ; Πως χρηματοδοτούσαν κάθε χρόνο τα ελλείμματα ; Οι ευρωπαίοι εταίροι μας δεν κτυπούσαν το καμπανάκι; Τι ακριβώς σύστημα Κυβερνούσε στην Ελλάδα στις δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση του 1974 ; Δεν μηδενίζουμε το έργο που έγινε και τα βήματα που έκανε η χώρα, γιατί έγιναν πραγματικά. Δίπλα στην Ελλάδα της διαφθοράς, της ήσσονος προσπάθειας, του βολέματος, του ρουσφετιού, υπήρχε μια Ελλάδα, της παραγωγής, της συνεχούς και επίμονης προσπάθειας, της αξιοκρατίας. Και σε επίπεδο Κυβερνητικής εξουσίας, υπήρξαν φωτεινές εξαιρέσεις που αγωνίσθηκαν για τον εξ’ ορθολογισμό και εκσυγχρονισμό του συστήματος, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η ένταξη της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (ΕΕ,ΟΝΕ) βοήθησε σημαντικά σε πολλά επίπεδα της θεσμικής μας μεταρρύθμισης, αλλά δεν ήταν ικανή συνθήκη για να αποτρέψει τα φαινόμενα που περιγράφηκαν και να μετατρέψουν την Ελλάδα σε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Οι τεράστιοι οικονομικοί πόροι που μεταβιβάσθηκαν στην Ελλάδα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τα τέσσερα κοινοτικά πλαίσια, άλλαξαν πολλά πράγματα στην Ελλάδα τα 35 χρόνια μέλους της ΕΕ. Αλλά δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις οι πόροι αυτοί δεν αξιοποιήθηκαν πολλές φορές για τους σκοπούς που προορίζονταν και ουσιαστικά λεηλατήθηκαν από μια ελίτ οικονομική και πολιτική που κυριάρχησε στη φάση της μεταπολίτευσης στα κέντρα της πραγματικής εξουσίας στη χώρα.

Το πολιτικό σύστημα και οι πολιτικές που ασκήθηκαν, ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνετέλεσε αποφασιστικά στην παραγωγική υποβάθμιση της χώρας και εγκαθίδρυση ενός συστήματος που βασιζόταν στον εξωτερικό δανεισμό της χώρας και στις μεταβιβαστικές πληρωμές της ΕΕ. Οι κυρίαρχες πολιτικές που ασκήθηκαν τροφοδοτούσαν την εξάρτηση κάθε δραστηριότητας από το πολιτικό σύστημα. Οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα, έπρεπε να περάσει από το πάγκο του πολιτικού συστήματος. Μέσα από έναν κυκεώνα γραφειοκρατικών λειτουργιών και απαιτήσεων χωρίς αντίκρισμα, οδηγούσαν τον πολίτη και τον επιχειρηματία να αναζητήσει άλλο τρόπο πέρα από το νόμιμο, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του. Και έτσι μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα έχτιζε αργά και σταθερά ένα πελατειακό δίκτυο, το οποίο αναπαρήγαγε το ίδιο πολιτικό σύστημα για δεκαετίες. Ασφαλώς υπήρχαν και εξαιρέσεις και λαμπρά παραδείγματα, μεταρρυθμιστών πολιτικών που αγωνίσθηκαν για να επιβάλλουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, με αποτελέσματα μικρά αλλά και μεγαλύτερα.  Απλά δεν ήταν τα κυρίαρχα.

Βασικό ρόλο στις ασκούμενες πολιτικές έπαιξαν και οι πολιτικές δυνάμεις που παρότι δεν άσκησαν εξουσία, ήταν παρούσες σε όλες τις φάσεις οικοδόμησης αυτού του διαπλεκόμενου συστήματος και σε ένα βαθμό συντελούσαν με τον τρόπο τους και αυτές στην διαιώνισή του. Οι δυνάμεις αυτές (κυρίως αναφερόμαστε στην αριστερά), απαιτούσαν το οτιδήποτε, αρκεί να ονομαζόταν διεκδίκηση και αγώνας. Αιτήματα από δίκαια έως παράλογα και πολλές φορές γελοία, όπως το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης, ήταν διαχρονικά μέσα στα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Και αυτά βέβαια αφορούσαν κυρίως το δημόσιο τομέα, όπου κατεξοχήν οι δυνάμεις αυτές, μαζί με μια ισχυρή συνδικαλιστική ελίτ, είχαν μεγάλη επιρροή και δύναμη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επηρέαζαν σε ένα βαθμό και τον ιδιωτικό τομέα. Τα ερωτήματα είναι πολλά και οι απαντήσεις δεν εξαντλούνται μέσα από μια μικρή ανάλυση. Θα γραφούν πολλά και θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς έγινε αυτή την περίοδο στη χώρα.

Το συμπέρασμα είναι ότι, οι βασικές αιτίες της παραγωγικής μας καχεξίας συνδέονται με το πολιτικό σύστημα. Το οικονομικό μοντέλο της χώρας σε μεγάλο βαθμό καθορίσθηκε κυρίως από τις ασκούμενες πολιτικές και λιγότερο από την επιχειρηματικότητα. Ένα θετικό παράδειγμα επιχειρηματικής δραστηριότητας αφορά τη ναυτιλία, που ενώ αποτελεί ένα παράδειγμα υγιούς επιχειρηματικότητας επιβεβαιώνει τον κανόνα των ευθυνών του πολιτικού συστήματος, από μια άλλη οπτική. Η ναυτιλία είναι ένας κλάδος όπου οι πολιτικές αποφάσεις έχουν ελάχιστες επιδράσεις και επιρροές, γιατί η οικονομική δραστηριότητα του πραγματοποιείται εκτός της χώρας, άρα οι πολιτικές επιδράσεις σ΄αυτόν είναι ασήμαντες. Αντίθετα ο κλάδος της ακτοπλοϊας, όπου οι ασκούμενες πολιτικές έχουν άμεση επίπτωση, παρακολουθούμε μια διαχρονική κρίση αποτέλεσμα των συνεχών παρεμβάσεων του πολιτικού συστήματος. Μέχρι πρόσφατα είχαμε τόσους περιορισμούς και επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων στους ναύλους και γενικά στο πλαίσιο που διέπει τις ακτοπλοϊκές μεταφορές που δημιουργούσε πολλές παρενέργειες. Στην κρουαζιέρα μόλις τα τελευταία χρόνια καταργήθηκε το καθεστώς του καμποτάζ και δόθηκε η δυνατότητα να μπορεί να δέσει πλέον ένα πλοίο ελεύθερα στα νησιά της χώρας και τα θετικά αποτελέσματα για την αγορά ήδη καταγράφηκαν.

Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης στη χώρα, το πολιτικό σύστημα αν θέλει πραγματικά να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο, πρέπει να θεσμοθετήσει ένα πλαίσιο που θα ελαχιστοποιήσει τις πολιτικές παρεμβάσεις στην επιχειρηματικότητα, απλοποιώντας τις διαδικασίες που συνδέονται με τους κανόνες λειτουργίας και αδειοδότησης. Ένα πλαίσιο που θα ελαχιστοποιεί τις σχέσεις και τις δεσμεύσεις της επιχείρησης με το Κράτος και θα απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις της παραγωγής πλούτου. Ένα σταθερό και απλό φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, που θα είναι κίνητρο για την επιχειρηματικότητα και όχι φραγμός και δυνάστης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Κράτος, πρέπει να κάνει εκπτώσεις στις πραγματικές υποχρεώσεις της επιχειρηματικότητας, απέναντι στην πολιτεία. Ασφαλώς κάθε επιχείρηση πρέπει να τηρεί τους νόμους, να μην φοροδιαφεύγει, να μην εισφοροδιαφεύγει, να έχει όλες τις περιβαλλοντικές άδειες και να της τηρεί. Και σ΄αυτά το Κράτος πρέπει να γίνει πολύ αυστηρό, ώστε να τηρούνται από όλους. Αν θέλαμε να διατυπώσουμε σε μία πρόταση το νέο αναπτυξιακό μοντέλο που έχει ανάγκη η χώρα θα λέγαμε ότι, έχουμε ανάγκη από ένα απλό και σταθερό φορολογικό σύστημα, με δραστική μείωση της φορολογίας, ένα απλό σύστημα ασφαλιστικών εισφορών με δραστική μείωση του ύψους της ασφαλιστικής επιβάρυνσης της επιχείρησης, ένα απλό και άμεσο σύστημα αδειοδότησης, εγκατάστασης και λειτουργίας της επιχείρησης. Και κυρίως έχουμε ανάγκη από πολιτική σταθερότητα, με εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια και όχι κάθε δυόμιση, όπως είναι ο μέσος όρος της τελευταίας τεσσαρακονταετίας. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να χτίσουμε τη νέα Ελλάδα. Με την παραγωγή νέου πλούτου. Στην διανομή του πλούτου έχουμε αποδείξει ότι είμαστε πολλοί καλοί, άσχετα εάν αυτή είναι δίκαιη. Πρέπει να αποδείξουμε ότι είμαστε εξίσου καλοί και στην παραγωγή πλούτου. Για να διανείμουμε δίκαιο τον πλούτο πρέπει πρώτα να τον παράξουμε. Δυστυχώς το πολιτικό σύστημα της χώρας βασικά ενδιαφερόταν για το πρώτο. Την διανομή. Και μάλιστα την διανομή ενός δανεικού πλούτου. Τώρα πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες.

Πρώτα πρέπει να παραχθεί ο πλούτος και μετά να διανεμηθεί όσο δικαιότερα γίνεται. Αυτός είναι ο σκοπός ενός μεταρρυθμιστικού πολιτικού σχεδίου. Αν δεν συνειδητοποιήσουμε αυτό το σημείο όλοι οι συντελεστές μιας κοινωνίας (πολιτικό σύστημα, επιχειρηματίες, πολίτες), οποιαδήποτε μελέτη για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου, οποιαδήποτε ιδέα όση καλή και να είναι δεν θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Κώστας Χαϊνάς
Υποψήφιος βουλευτής Εύβοιας με το ΠΟΤΑΜΙ