Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Περί προοδευτικού και συντηρητικού


Ακούω συνέχεια τον όρο προοδευτικός. Δηλαδή αυτός που υποστηρίζει την πρόοδο. Καλά ακούγεται. Προφανώς σε αντιδιαστολή με τον όρο συντηρητικός. Δηλαδή αυτόν που υποστηρίζει την συντήρηση, την ακινησία που αντίκειται στην πρόοδο και στην εξέλιξη. Σε μια πιο εξελιγμένη προσέγγιση η έννοια συντηρητισμός, στην πολιτική έχει ταυτιστεί με τα κόμματα που επιδιώκουν την διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος. Και σε μια πιο προοδευτική εκδοχή ο συντηρητισμός επιδιώκει την σταδιακή μετεξέλιξη και προσαρμογή ενός συστήματος στα νέα δεδομένα και όχι στην άμεση ανατροπή του. Ενώ ο προοδευτισμός επιδιώκει τις ραγδαίες αλλαγές και την άμεση προσαρμογή ενός συστήματος στα νέα δεδομένα. Ειδικά στο πεδίο της πολιτικής, εντέχνως από κάποιους επιτήδειους προοδευτικούς”, ο όρος πρόοδος ταυτίζεται με την αριστερά και ο όρος συντήρηση με την δεξιά. Έτσι φτιάχτηκε ένα προοδευτόμετρο, όπου όσο πιο αριστερά είσαι στον άξονα Αριστερά – Δεξιά,  τόσο πιο προοδευτικός είσαι, όσο πιο δεξιά τόσο πιο συντηρητικός. Μέγα λάθος. Και εξηγούμαι.

Πολλές φορές στην ιστορία μεγάλες προοδευτικές τομές απέτυχαν, γιατί ήταν ανώριμες την στιγμή που εκδηλώθηκαν, είτε γιατί δεν υπήρχαν οι δυνάμεις για να τις υποστηρίξουν. Από την άλλη πλευρά, έχουμε σταδιακές μικρές αλλαγές οι οποίες σωρευτικά επιφέρουν μεγάλες ποιοτικές αλλαγές σε ένα σώμα, σε μια κοινωνία. Κάπως έτσι εξελίσσεται στον ιστορικό χρόνο και μια κοινωνία. Πολλές φορές καταδικάζουμε την δική μας μεταπολίτευση ως χώρα, σημειώνοντας την κρίση, τα σκάνδαλα, την ανεργία, το τεράστιο δημόσιο χρέος, τα ελλείμματα, το κακό δημόσιο κ.ο.κ. Και όμως αυτά τα σαράντα τόσα χρόνια της μεταπολίτευσης η χώρα μας μπήκε στο club των πιο πλούσιων χωρών, μέλος της πιο ισχυρής Ένωσης του Κόσμου, με τους περισσότερους γιατρούς του κόσμου ανά κάτοικο, με το μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο και με μια σειρά άλλα επιτεύγματα τα οποία ξεχνάμε.      

Η Γαλλική επανάσταση του 1789 ξεκίνησε ως μια αντίθεση της νέας ανερχόμενης αστικής τάξης και των άλλων φτωχών τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων (εργαζόμενοι, αγρότες), απέναντι στην μοναρχία, τον κλήρο και την αριστοκρατία. Μετεξελίχθηκε σε μια δικτατορία του Ναπολέοντα (Α’) Βοναπάρτη. Δηλαδή μια προοδευτική εξέλιξη (η μετάβαση από την μοναρχία στην δημοκρατία), εμπεριείχε ή εκδήλωσε και στοιχεία όχι απλά συντηρητικά, αλλά αντιδραστικά, αντιανθρώπινα, ανελεύθερα, όπως η περίοδος της τρομοκρατίας και τελικά η επικράτηση της δικτατορίας του Βοναπάρτη.

Στην περίοδο αυτών των συγκρούσεων οι προοδευτικοί ήταν οι αριστεροί Ιακωβίνοι και συντηρητικοίήταν όσοι αντιτάχθηκαν στην τρομοκρατία και την λαιμητόμο των επαναστατικών δικαστηρίων του αριστερού και αδιάφθορου Ροβεσπιέρου ; Δεν νομίζω.

Η Ρώσικη επανάσταση του 1917 ξεκίνησε το 1905 ως μια εξέγερση ενάντια στην απολυταρχία του Τσάρου και κατέληξε σε μια δικτατορία των Μπολσεβίκων. Με την επικράτηση τους το 1917, την ματαίωση των εκλογών, την  κατάργηση στην συνέχεια των άλλων κομμάτων και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Μια περίοδος με εκατομμύρια θύματα, έως την έναρξη της κατάρρευσης αυτού του ανελεύθερου συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου.

Στην περίοδο αυτών των συγκρούσεων οι προοδευτικοί ήταν οι αριστεροί Μπολσεβίκοι και οι συντηρητικοί είναι όλοι οι άλλοι που αντιτάχθηκαν στο καθεστώς αυτό (“αριστεροί και δεξιοί”) ; Δεν νομίζω.

Η δεκαετία της ελληνικής κρίσης 2009-2018, ανέδειξε πολλές αντιθέσεις, οι οποίες όμως καλύφθηκαν κάτω από  δύο απόλυτα διχαστικές ομάδες. Τους αντιμνημονιακούς (62% στο δημοψήφισμα του 2015) και σε αντιδιαστολή με αυτούς που στήριξαν τις Κυβερνήσεις που είχαν ψηφίσει τα μνημόνια (38% του δημοψηφίσματος, τους λεγόμενους Μένουμε Ευρώπη). Οι αντιμνημονιακοί (αριστεροί και δεξιοί) αντιδρούσαν (και αντιδρούν) σε κάθε μεταρρύθμιση του συστήματος, ήταν κατά της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης των φαρμάκων, ήταν (και είναι) κατά της μείωσης του Κράτους, ήταν (και είναι) κατά της αξιοκρατικής επιλογής των στελεχών των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, ήταν (και είναι) κατά της αξιολόγησης των δημοσίων λειτουργών, ήταν (και είναι) κατά της δημιουργίας μη κρατικών Πανεπιστημίων, ήταν (και είναι) κατά της ύπαρξης και λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών της Δημοκρατίας μας, ήταν (και είναι) υπέρ των παρεμβάσεων στην δικαιοσύνη, ήταν (και είναι) κατά της επιχειρηματικότητας, των ιδιωτικών επενδύσεων και του επιχειρηματικού κέρδους, ήταν (και είναι) υπέρ της στοχοποίησης όσων δεν συμφωνούν μαζί τους (πρόσφατη λίστα προγραφών δημοσιογράφων),  κ.ο.κ.

Στην δύσκολη λοιπόν αυτή περίοδο της χώρας μας, οι προοδευτικοί ήταν οι αντιμνημονιακοί (αριστεροί και δεξιοί) και  οι συντηρητικοί ήταν όλοι οι άλλοι ; Δεν νομίζω.

Προοδευτικός δεν είσαι, εάν είσαι ή αποκαλείσαι αριστερός και συντηρητικός δεν είσαι εάν είσαι ή αποκαλείσαι δεξιός και αντιστρόφως. Στην πολιτική, σημασία έχουν οι εφαρμοσμένες πολιτικές και έτσι καταγράφεσαι στην ιστορία. Ας αφήσουν λοιπόν κατά μέρος τις ταυτολογίες, κάποιοι προοδευτικοί που προσπαθούν να ταυτίσουν την αριστερά με την πρόοδο. Γιατί η αριστερά, όπως βεβαίως και η δεξιά” (δεν συμφωνώ και πολύ με τους όρους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), πρέπει να αποδεικνύουν καθημερινά στην πράξη, αν είναι και πόσο προοδευτικές δυνάμεις είναι, όχι με λόγια, αλλά μέσω των εφαρμοσμένων πολιτικών τους.


23-2-2019
Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Τι θα γίνει με την συμφωνία των Πρεσπών ;



Η επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, είναι το μεγάλο ζητούμενο των ημερών. Αφού από την εξέλιξη που θα έχουμε σε σχέση με το θέμα, θα εξαρτηθεί η Κυβερνητική πορεία αλλά ίσως και οι εκλογές. Ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά. Η επίλυση του προβλήματος με τους βόρειους γείτονες μας  είναι ζητούμενο εδώ και αρκετές δεκαετίες. Όμως δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες αφού στην ηγεσία της γειτονικής χώρας είχαν επικρατήσει ακραίες εθνικιστικές δυνάμεις. Η έλευση της Κυβέρνησης Ζάαεφ, δημιούργησε ένα καλύτερο κλίμα. Τι έπρεπε να κάνει λοιπόν μια σοβαρή ελληνική Κυβέρνηση. Να αξιοποιήσει το καλό κλίμα, να συνεννοηθεί με τις ευρωπαϊκές τουλάχιστον πολιτικές δυνάμεις της χώρας και με συναίνεση μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, να προχωρήσει σε συνομιλίες με την γείτονα. Η επιλογή αυτών των συναινετικών διαδικασιών για το συγκεκριμένο θέμα, δεν συνδέεται μόνο με την μεγάλη σημασία που έχει, αλλά και γιατί όλοι γνωρίζουμε πόσα προβλήματα έχει δημιουργήσει στο παρελθόν στην χώρα και πόσο μεγάλη ζημιά έχει προκαλέσει ιστορικά στην εθνική συνοχή, οι λανθασμένες θέσεις που είχε πάρει κατά καιρούς η αριστερά για το Μακεδονικό, τις οποίες βεβαίως μεταγενέστερα αναθεώρησε.

Άρα με βάση και αυτόν τον μείζονα ιστορικό λόγο μια Κυβέρνηση της αριστεράς, επιβαλλόταν να αναζητήσει ευρείες συναινέσεις, για την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος της ονομασίας της γειτονικής χώρας. Αυτές οι συναινετικές διαδικασίες θα προσέδιδαν όχι μόνο αξιοπιστία στις συνομιλίες, αλλά και περισσότερα επιχειρήματα μιας καλύτερης διαπραγμάτευσης και μιας καλύτερης συμφωνίας. Όμως η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, προτίμησε να προχωρήσει σε μια συμφωνία των δύο Πρωθυπουργών, που την διαχειρίστηκαν οι δύο υπουργοί εξωτερικών, χωρίς όμως την συναίνεση, όχι μόνο των υπολοίπων ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων, αλλά ούτε καν του Κυβερνητικού τους εταίρου, ο οποίος διαφωνεί κάθετα με την συγκεκριμένη συμφωνία. Έτσι από την πρώτη στιγμή η Κυβέρνηση και συγκεκριμένα το Μαξίμου, εργαλειοποίησε το πρόβλημα. Με σκοπό να δημιουργήσει προβλήματα στην αντιπολίτευση και κυρίως στην συνοχή της Νέας Δημοκρατίας και του ΚΙΝΑΛ. Με μεγάλη είναι αλήθεια μαεστρία καλλιέργησε την αντίληψη ότι όσοι διαφωνούν με την συμφωνία είναι ακροδεξιοί και όσοι είναι υπέρ της συμφωνίας είναι οι προοδευτικοί. Η λογική των στρατοπέδων. Και έτσι έθετε και τις βάσεις του περίφημου Προοδευτικού Μετώπου και την εκκίνηση του εγχειρήματος σοσιαλδημοκρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της επιδίωξης ηγεμονίας του κεντροαριστερού χώρου, μια επιχείρηση την οποία θα δούμε να εξελίσσεται άμεσα με διάφορες πρωτοβουλίες.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο κος Τσίπρας ήταν από την αρχή σε συνεννόηση με τον κ. Καμένο και γι αυτό η διαδικασία προχώρησε έως και την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών με την ανοχή του κ. Καμένου, με απουσία όμως της Βουλής και των διαβουλεύσεων με τα υπόλοιπα κόμματα. Μέχρι εκεί όμως, αφού οι διαβεβαιώσεις που δίνονταν στον κ. Καμένο, ήταν ότι η συμφωνία των Πρεσπών δεν πρόκειται να έρθει στην ελληνική βουλή, αφού ήταν αδύνατο να περάσει από την βουλή των Σκοπίων. Πράγματι, ο συσχετισμός των δυνάμεων, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις εκλογές που ανέδειξαν τον κ. Ζάεεφ, δεν ήταν ικανός να δημιουργήσει συνθήκες πλειοψηφίας και υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών στην ΠΓΔΜ. Όμως το Μαξίμου και ο κος Καμένος δεν είχαν υπολογίσει καλά την δυναμική και τούς παράγοντες Αμερική και Ευρώπη.

Πράγματι η ΠΓΔΜ μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα για τα δυτικά συμφέροντα. Η κατάσταση στο Κοσυφοπέδιο και γενικά σε ορισμένες από τις νέες χώρες της π.Γιουγκοσλαβίας είναι ρευστή και έχουν αναδειχθεί σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Δύση και την Ρωσία. Άρα η επίλυση της διμερούς διαφοράς Ελλάδας – ΠΓΔΜ για το όνομα, αποκτά μεγάλη προτεραιότητα για τον διεθνή παράγοντα και αυτό δικαιολογεί και την μεγάλη πίεση που ασκούν Αμερική και Ευρώπη προς την Ελλάδα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της συμφωνίας των Πρεσπών. Ασφαλώς τα συμφέροντα της Ελλάδας συνάδουν με την πολιτική ένταξης της ΠΔΓΜ στο ΝΑΤΟ άμεσα και στην ΕΕ στο μέλλον. Αυτό το έντονο ενδιαφέρον του διεθνούς παράγοντα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πιο δημιουργικά από την ελληνική Κυβέρνηση, εξασφαλίζοντας όχι μόνο μια καλύτερη συμφωνία, αλλά κυρίως μια συμφωνία η οποία θα τύχαινε της ευρύτατης συναίνεσης των ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων και κυρίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Γιατί ένα τέτοιο θέμα –ξαναλέμε- με τόσο έντονο ιστορικό φορτίο ειδικά για την αριστερά, μόνο με τέτοιες συναινέσεις μπορεί να επιλυθεί. Δυστυχώς όμως το Μαξίμου σε συνεννόηση με τον κ. Καμένο προτίμησαν την εργαλειοποίηση του προβλήματος και την πολιτική του εκμετάλλευση.

Και τώρα τι γίνεται, εάν η συμφωνία περάσει και τον τελευταίο σκόπελο της τελευταίας ψηφοφορίας της Βουλής των Σκοπίων, που είναι και το πιθανότερο σενάριο ; Επειδή αυτή η εξέλιξη δεν ήταν από τις αναμενόμενες στους Κυβερνητικούς εταίρους, εξηγείται σε ένα βαθμό και ο εκνευρισμός που παρατηρούμε τις τελευταίες ημέρες. Αυτό που θα ήθελαν από την αρχή ο κ. Τσίπρας και ο κ. Καμένος, ήταν να κάνει ο καθένας το κομμάτι του στα διαφορετικά ακροατήρια που απευθύνονται, αλλά αφού η συμφωνία κάπου θα σκάλωνε, σύμφωνα με τις προσδοκίες τους, όμορφα και ωραία θα μπορούσαν ο καθένας από την πλευρά του να δικαιολογηθεί ότι αγωνίσθηκε με όλες τις δυνάμεις του, αλλά βλέπετε η κακή αντιπολίτευση δεν τους αφήνει να αγιάσουν. Προσέξτε το τραγελαφικό. Το Μαξίμου (συγκεκριμένα ο κος Τσίπρας, ο πρώτος Κυβερνητικός εταίρος) να κατηγορεί την αντιπολίτευση και να την εκθέτει στον διεθνή παράγοντα και στους φιλελεύθερους και κεντραριστερούς ψηφοφόρους, ότι δεν το αφήνει να λύσει ένα χρονίζον πρόβλημα και ο κ. Καμένος (ο δεύτερος Κυβερνητικός εταίρος) να κοκορεύεται ότι αυτός εμπόδισε την επικύρωση της συμφωνίας.

Τώρα που η συμφωνία των Πρεσπών που μάλλον έρχεται στην Βουλή τι θα γίνει ; Εκτιμούμε ότι την ίδια τακτική θα ακολουθήσουν και πάλι οι κ.κ. Τσίπρας και Καμένος. Δηλαδή, δεν πρόκειται να έρθει στην Βουλή και οι δύο πρωταγωνιστές μας Κυβερνητικοί εταίροι, θα επιδιώξουν ακόμη και με πολεμικές κραυγές μεταξύ τους, να κερδίσουν τις εντυπώσεις στα ακροατήρια τους και κυρίως να κερδίσουν όσο γίνεται περισσότερους ψήφους στις επερχόμενες εκλογές, από την εκμετάλλευση του προβλήματος με την ΠΓΔΜ. Ο ένας γιατί πολέμησε με όλες τις δυνάμεις του για να το λύσει και ο άλλος Κυβερνητικός εταίρος, γιατί εμπόδισε μια προδοσία”. Ένα πρόβλημα βεβαίως που αντικειμενικά,  αγωνίσθηκαν και οι δύο με όλες τους τις δυνάμεις να μεταβιβάσουν ως δώρο στην επόμενη Κυβέρνηση. Τώρα εάν διαψευστούμε και η συμφωνία έρθει τελικά στην Βουλή, τότε δύο ενδεχόμενα έχουμε. Είτε να υπερψηφισθεί, είτε να καταψηφισθεί από κάποια τελείως περιστασιακή και συγκυριακή πλειοψηφία, χωρίς κανένα παρών, αλλά ούτε και μέλλον. Σε κάθε περίπτωση εκτιμούμε ότι καμιά από τις δύο επιλογές δεν θα λύσει το πρόβλημα, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πολιτικά δεδομένα στην χώρα. Και έτσι αναγκαστικά θα το διαχειρισθεί η επόμενη Κυβέρνηση με δυσκολότερους όρους, μετά τις εκλογές οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να αποφευχθούν. Εκτός εάν μεταλλαχθούν και όροι, όπως πλειοψηφία, νομιμοποίηση, εμπιστοσύνη και χάσουν εντελώς το νόημά τους

7-1-2019
Κώστας Χαϊνάς

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Η συνεργασία των δημοκρατικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, είναι η απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και στην χώρα μας.


Ακούμε όλο και περισσότερο από τα χείλη των Κυβερνητικών, ότι είναι αναγκαία η δημιουργία Μετώπου των Προοδευτικών δυνάμεων. Ειδικότερα στα πλαίσια της Ευρώπης η απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς και  στα φαινόμενα τύπου Σαλβίνι και Όρμπαν, είναι η συνεργασία των κομμάτων του προοδευτικού τόξου, εννοώντας βέβαια τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς τύπου ΣΥΡΙΖΑ, Μελανσόν και λοιπών προοδευτικών. Όμως για κάθε δημοκρατικό ευρωπαίο πολίτη, η αντιμετώπιση της ακροδεξιάς καταιγίδας τύπου Λεπέν, Όρμπαν  και Σαλβίνι, απαιτεί την συνεργασία όλων των ευρωπαϊκών δημοκρατικών δυνάμεων και όχι μόνο των λεγόμενων προοδευτικών. Η επιμονή όμως κάποιων, στο λεγόμενο προοδευτικό Μέτωπο, κρύβει μια άλλη επιδίωξη τους που χρησιμοποιεί ως προκάλυμμα, είτε τον ακροδεξιό κίνδυνο, είτε ένα κούφιο αντιδεξιό σύνδρομο. Ένα απολίτικο σύνδρομο που έχει μπολιαστεί όμως χρόνια τώρα στην συνείδηση ενός τμήματος των ψηφοφόρων. Μην παραξενευθείτε λοιπόν εάν ακούσουμε ξανά το επόμενο διάστημα το περίφημο σύνθημα, ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Η κρυφή επιδίωξη αυτών των προοδευτικών, είναι η ματαίωση κάθε τύπου συνεργασίας και κυρίως Κυβερνητικής, των δημοκρατικών ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας, μετά τις εκλογές. Δυνάμεων που σήμερα βρίσκονται, είτε στα δεξιά, είτε στο Κέντρο, είτε στα αριστερά του κλασσικού πολιτικού φάσματος. Όμως οι εξελίξεις και οι ανάγκες της χώρας είναι τέτοιες, που αυτές οι επιδιώξεις θα ακυρωθούν από την ίδια την δυναμική των πραγμάτων. Και εκεί θα μετρηθούν και θα αναδειχθούν οι πραγματικά προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.  Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά και ας δούμε τι είναι σήμερα προοδευτικό και τι όχι στην Ευρώπη και στην χώρα μας.

Στα πλαίσια της Ευρώπης τα βήματα που έγιναν μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα, με την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων ιστορικών προοδευτικών αλλαγών, που έθαψαν οριστικά το τσεκούρι του πολέμου και δημιούργησαν το σύγχρονο υπόδειγμα του κοινωνικού Κράτους και της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας, φέρνουν φαρδιά πλατιά την υπογραφή των δημοκρατικών δυνάμεων της Ευρώπης. Δηλαδή της ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.  Που ήταν η αριστερά κάθε μορφής τις δεκαετίες μετά την λήξη του πολέμου ; Απέναντι ασφαλώς σ’ αυτό το ιστορικό εγχείρημα. Ποιος δεν θυμάται το σύνθημα, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο ; Ποιος δεν θυμάται ότι μέχρι την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού”, η αριστερά τον προέβαλλε ως το αντίπαλο δέος του απάνθρωπουευρωπαϊκού καπιταλισμού. Εξαιρουμένων κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων, τα κόμματα σύμπασας της αριστεράς, κομμουνιστικής ή όχι, εξεπλάγησαν δυσάρεστα, από την ραγδαία και αναίμακτη σχεδόν κατάρρευση των χωρών του ανατολικού μπλοκ.

Στην χώρα μας το σύνθημα της αριστεράς, πέραν της κομμουνιστικής εκδοχής, η οποία απορρίπτει εκ προοιμίου την Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν πάντα ότι χρειαζόμασταν μια άλλη διαφορετική Ευρώπη, από αυτή που οικοδομούσαν η ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δεκαετίες τώρα. Ακόμη και σήμερα, ακόμη και μετά τα σκληρά μαθήματα που πήρε και η ίδια η λεγόμενη και  ριζοσπαστική αριστερά, από την κυβερνητική της θητεία εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια, η θέση της για την Ευρώπη παραμένει προβληματική σε πολλά σημεία. Αφού δεν έχει αναθεωρήσει πολλές από τις βασικές αντι-ευρωπαϊκές θεωρητικές της επεξεργασίες. Και για να μιλήσουμε μόνο για μία απ’αυτές. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί το μέτωπο των χωρών του Νότου, ενάντια στις χώρες του Βορρά ως στρατηγική επιλογή του. Τα πλεονάσματα του Βορρά είναι τα ελλείμματα του Νότου, κραύγαζαν μέχρι πρόσφατα. Γιατί κανένας δεν γνωρίζει τι ισχύει πραγματικά από τις κατά καιρούς θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αφού τις χρησιμοποιεί όλες ανάλογα με την συγκυρία. Με την θέση του περί Μετώπου του Νότου, διεκδικεί στην ουσία περισσότερα λεφτά από τις πλεονασματικές χώρες του Βορρά. Πλεονάσματα όμως, που δημιουργήθηκαν από την παραγωγή πλούτου των χωρών αυτών και δεν τους τα χάρισε, ούτε τους τα δάνεισε κάποιος. Είναι λοιπόν δυνατόν να θεωρείται προοδευτική η θέση περί Μετώπου των χωρών του Νότου, ενάντια στις χώρες του Βορρά, όπως εκφράζεται από κάποιους που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί ;  

Δεύτερον, όταν σήμερα το κυρίαρχο πρόβλημα των πρωταγωνιστών της ενοποίησης της Ευρώπης, είναι η αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων που δημιουργεί ο παγκόσμιος ανταγωνισμός. Όταν σήμερα η Γερμανία η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, θεωρείται μικρή έως μεσαία χώρα στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. Και αυτό θα γίνεται εντονότερο με την πάροδο των χρόνων.  Όταν, η σαρωτική εφαρμογή των νέων τεχνολογιών (π.χ. 3D Printing) και της ρομποτικής στην παραγωγική διαδικασία, ανατρέπουν εκ βάθρων στην κυριολεξία τα εργασιακά δεδομένα. Όταν οι μεγάλες ευρωπαϊκές παραγωγικές μονάδες μετακομίζουν όλο και πιο πολύ προς Ανατολάς. Όταν λοιπόν γίνονται όλα αυτά και το πραγματικό ζητούμενο για την Ευρώπη και τις προοδευτικές δυνάμεις είναι η παραγωγή νέου πλούτου, για να μπορέσεις να κάνεις στην συνέχεια μια δίκαιη αναδιανομή. Την ίδια στιγμή ο κος Τσίπρας στην ομιλία του στο Συνέδριο του SPD, συμβουλεύει τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, ότι το βασικό διακύβευμα σήμερα για τις προοδευτικές δυνάμεις είναι η αναδιανομή του πλούτου. Καμιά αναφορά στο πως θα παραχθεί ο πλούτος. Τον κ. Τσίπρα δεν τον απασχολεί πως θα αντιμετωπισθούν οι νέες προκλήσεις ή τουλάχιστον δεν μας λέει. Το μόνο ζητούμενο για τον ίδιο είναι η μοιρασιά του πλούτου. Το πώς θα δημιουργηθεί αυτός το προσπερνάει ως μη ζητούμενο. Και κάποιοι σοσιαλδημοκράτες την ίδια στιγμή στην Ευρώπη και εδώ, τον χειροκροτούν και τον κατατάσσουν στις προοδευτικές δυνάμεις. Συγνώμη, αλλά είναι λίγο αυθαίρετο αυτό. Δεν θεωρείται προοδευτική μια δύναμη, η οποία αδιαφορεί, για τις νέες προκλήσεις που έχουν μπροστά τους οι ευρωπαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις και περιμένουν κάποιους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Δηλαδή το πώς της δημιουργίας του νέου πλούτου. Και οι προοδευτικοί της Ευρώπης μετά να έρχονται και να μας μιλάνε για αναδιανομή του. Ασφαλώς η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την Ευρώπη, αλλά εκτιμώ ότι είναι πιο σημαντικό και πιο προοδευτικό το ενδιαφέρον για την προηγηθείσα παραγωγή του, με σεβασμό στους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους.

Κάθε λογικός προοδευτικός άνθρωπος πιστεύει βαθειά, ότι οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός της σημερινής Ευρώπης είναι η περαιτέρω συνεργασία όλων των χωρών και όλων των πραγματικά προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων, που πρεσβεύουν την περαιτέρω ενοποίηση της. Αυτό δηλαδή που κάνουν σήμερα η Καγκελάριος Μέρκελ και ο Πρόεδρος Μακρόν. Άρα η υπόθεση της κίνησης προς την πρόοδο της Ευρώπης, απαιτεί και προϋποθέτει την συνεργασία όλων των πραγματικών προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης. Και αυτές σήμερα δεν αναζητούνται μέσα από έναν τεχνικό διαχωρισμό, Αριστερά – Δεξιά. Αλλά με βάση τα πραγματικά στοιχεία της εφαρμοσμένης πολιτικής των πολιτικών δυνάμεων στο Ευρωπαϊκό πεδίο. Γιατί ένας τέτοιος διαχωρισμός συμπεριλαμβάνει στις λεγόμενες προοδευτικές δυνάμεις τον Μελανσόν  για παράδειγμα, έναν από τους πιο σοβαρούς ευρωσκεπτικιστές. Και από την άλλη μεριά εξαιρεί π.χ. την κα Μέρκελ, μια από τις πιο συνεπείς προοδευτικές ηγέτες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι πραγματικές προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη όπως αποδείχθηκε ιστορικά μετά τον πόλεμο, είναι οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που ήταν και οι πρωταγωνιστές στην οικοδόμηση της Ενωμένης Ευρώπης.  Με την πάροδο των χρόνων στην Ευρώπη, θα εμφανίζονται και νέες πολιτικές δυνάμεις που θα απορρίπτουν το δίπολο Δεξιά – Αριστερά και θα το υποκαθιστούν όλο και περισσότερο από νέα δίπολα, όπως Ευρωπαϊστές – Εθνικιστές ή λαϊκιστές – αντι-λαϊκιστές. Οι Ευρωπαϊστές σήμερα, διαπερνούν οριζόντια όλο το κλασσικό πολιτικό φάσμα Δεξιά – Αριστερά, όπως συμβαίνει και με τους Εθνικιστές. Από μόνοι τους βεβαίως αυτοί οι νέοι διαχωρισμοί δεν εκφράζουν την δημιουργία κάποιας εντελώς νέας πολιτικής θεωρίας. Όμως σίγουρα εκφράζουν κάποια ιστορική υπέρβαση της αντίθεσης Δεξιά – Αριστερά εν εξελίξει.  Θα δούμε ποιο περιεχόμενο και πως θα εκφραστούν όλα αυτά στο μέλλον. Όμως δεν είναι δυνατόν να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τον σημερινό κόσμο και τις αντιθέσεις του, με εργαλείο απλά και μόνο τον διαχωρισμό Δεξιά – Αριστερά. Η χρέωση σήμερα του συντηρητισμού στην Δεξιά και  του προοδευτισμού στην Αριστερά, δεν είναι μόνο υπεραπλούστευση αλλά και ανιστόρητη.

Στην χώρα μας με βάση τα παραπάνω, οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις που καλούνται σήμερα να πρωταγωνιστήσουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, βρίσκονται και στην δεξιά και στην αριστερά και στο κέντρο του κλασσικού πολιτικού φάσματος. Και σύντομα αυτές οι δυνάμεις, θα προσκληθούν από τις ίδιες τις εξελίξεις να συνεργασθούν και Κυβερνητικά, για να οδηγήσουν τη χώρα με συνέπεια στον ευρωπαϊκό δρόμο της κανονικότητας, χωρίς εξαναγκασμούς, αλλά συνειδητά και χωρίς ψεύτικα περί προοδευτισμού διλήμματα, απέναντι στους αντιευρωπαϊστές, τους λαϊκιστές και τους εθνικιστές.


9-12-2018
Κώστας Χαϊνάς